Φεμινισμός και Canceling

«Στο πλαίσιο της κουλτούρας του call-out, είναι εύκολο να ξεχάσουμε ότι το άτομο που εγκαλούμε είναι ανθρώπινο ον και ότι διαφορετικά ανθρώπινα όντα σε διαφορετικές κοινωνικές τοποθεσίες θα είναι δεκτικά σε διαφορετικές στρατηγικές για μάθηση και ανάπτυξη. Για παράδειγμα, τα περισσότερα call-outs που έχω δει καθιστούν αμέσως οποιονδήποτε έχει διαπράξει κάποιο λάθος ως ξένο προς την κοινότητα. Μια ενέργεια γίνεται λόγος για να κρίνουμε ολόκληρο το είναι κάποιου, σαν να μην υπάρχει διαφορά μεταξύ ενός μέλους ή ενός φίλου της κοινότητας και ενός τυχαίου άγνωστου που περπατά στο δρόμο (ο οποίος είναι φυσικά και φίλος κάποιου). Η κουλτούρα του call-out μπορεί να καταλήξει να αντικατοπτρίζει όσα μας διδάσκει το βιομηχανικό συγκρότημα των φυλακών για το έγκλημα και την τιμωρία: να διώχνουμε και να απορρίπτουμε άτομα αντί να ασχολούμαστε μαζί τους ως άνθρωπους με περίπλοκες ιστορίες και παρελθόν.»

https://briarpatchmagazine.com/articles/view/a-note-on-call-out-culture

Υπάρχουν δυο αντίθετες απόψεις όσον αφορά τους αποκλεισμούς (το κανσελάρισμα αν θέλετε) γενικότερα και από τα κινήματα ειδικότερα. Η μία είναι πως αν αρχίσουμε να αποκλείουμε άτομα εξαιτίας προβληματικών συμπεριφορών, στο τέλος το εκάστοτε κίνημα θα διαλυθεί γιατί ολ@ θα είναι σε θέση να βγάζουν κάποιον εκτός κινήματος χωρίς να είναι ξεκάθαρο ποια είναι τα κριτήρια και ποιοι είναι οι κριτές Η άλλη είναι ότι αυτό που διαλύει το εκάστοτε κίνημα είναι ακριβώς η ανοχή στις συμπεριφορές αυτές που στην πράξη αποκλείουν τα άτομα που τις υφίστανται και που εν τέλει μειώνουν την εμπιστοσύνη στο κίνημα και πως οι αποκλεισμοί είναι αυτοί που μπορούν να το σώσουν. Αν και το ενδεχόμενο της πρώτης άποψης με τρομάζει κι εμένα περισσότερο από οσο θα μπορούσε ίσως να υποψιαστεί κανείς, κλίνω προς τη δεύτερη. Οι αποκλεισμοί μπορούν να λειτουργήσουν σαν κλάδεμα που τελικά θα οδηγήσει σε ένα πιο δυνατό και υγιές κίνημα.

Αυτό βέβαια δε θα πρέπει να μας κάνει να νομίσουμε πως όσο συχνότερα, όσο αυστηρότερα, όσο περισσότερους και για όσο περισσότερο αποκλείουμε τόσο το καλύτερο για κάθε κίνημα. Εννοείται ότι κάθε αποκλεισμός θα πρέπει να λαμβάνει υπόψιν πολλαπλούς παράγοντες όπως την σοβαρότητα του παραπτώματος, την επανάληψη του, την μετάνοια ή την βελτίωση που μπορεί να σημειώθηκε στη συμπεριφορά το θύτη. Στην κατηγορία των (από φεμινιστική σκοπιά) προβληματικών συμπεριφορών άλλωστε ανήκει ένα τεράστιο φάσμα, από βιασμούς και γυναικοκτονίες μέχρι σεξιστικές προσβολές και άκομψα πεσίματα. Φαντάζομαι όλα θα συμφωνούμε ότι δεν είναι της ίδιας βαρύτητας.

Θα πρέπει ακόμα να βρούμε μια ισορροπία ανάμεσα σε μια προσέγγιση που αντιμετωπίζει τους φορείς τέτοιων συμπεριφορών ως ακραία, περιθωριακά ή ακόμα και εγκληματικά στοιχεία τα οποία όταν ξεφορτωθούμε θα μείνουμε μόνο οι άσπιλοι και καθαροί και σε μια προσέγγιση που ισχυρίζεται πως αφού όλα είμαστε φορείς τέτοιων συμπεριφορών σε ένα μικρό ή μεγάλο βαθμό, τέτοιοι αποκλεισμοί δεν έχουν νόημα. Ο αποκλεισμός δε θα πρέπει να οδηγεί σε εφησυχασμό για τις δικές μας προβληματικές αντιλήψεις και πράξεις ούτε θα πρέπει να οδηγεί σε πεδίο αποκτησης ηθικού πλεονεκτήματος των αντρών (και όχι μόνο) που ενθαρρύνουν τους αποκλεισμούς από ενα υποτιθέμενα σημείο ανωτερότητας.


Θα πρέπει να βάλουμε ως προτεραιότητα την προστασία των ευάλωτων και την φροντίδα των θυμάτων ή των αποδεκτριών προβληματικών συμπεριφορών αλλά να έχουμε και στο μυαλό μας ότι η επιθυμητή αναμόρφωση αυτού που τις επέδειξε διευκολύνεται όσο βρίσκεται εντός της κοινότητας παρά αν εξοστρακιστεί εντελώς. Θα πρέπει επίσης να βάλουμε καλά στο νου μας ότι προφανώς επιθυμητός στόχος όταν οι προβληματικές συμπεριφορές τίθενται στο επίκεντρο της συζήτησης είναι η αυτοκριτική, η συγγνώμη και η μεταμέλεια, οι μεταστροφές ομως δεν σημειώνονται από τη μία στιγμή στην άλλη και η συνειδητοποίηση συχνά έρχεται σταδιακά και ετεροχρονισμένα. Αρκεί να κοιτάξουμε στο δικό μας παρελθόν και το πιθανότερο είναι να δούμε ότι η σκληρή κριτική σπάνια οδήγησε αυτόματα στην επιφοίτηση, η αλλαγή ήταν επίπονη και αργή διαδικασία πουυ δεν υπήρξε πάντα γραμμική αλλά περιείχε και πισωγυρίσματα.


Θα πρέπει επίσης να βρούμε μια ισορροπία ανάμεσα στο να αποδίδουμε ευθύνες στο φιλικό περιβάλλον που δρα ως enabler όσων επιδεικνύουν προβληματικές συμπεριφορές και στο να αντιμετωπίζουμε τους τελευταίους σαν ένα μίασμα που μολύνει όποιον έρθει σε επαφή μαζί τους. Όταν κατηγορούμε τον ευρύτερο κύκλο κάποιου υπονοούμε ίσως ότι θα ήταν ευκολότερο η κριτική να έρχεται από κάποιον φίλο γιατί δε θα εκληφθεί το ίδιο εχθρικά και θα είναι πιθανώς και περισσότερο αποτελεσματική. Υπονοεί όμως συχνά και πως θα προτιμούσαμε το προβληματικό άτομο να στερηθεί από κάθε κοινωνικό δεσμό ως τιμωρία, κάτι που αμφιβάλλω αν οδηγεί σε οποιαδήποτε βελτίωση.


Θα πρέπει να είμαστε προσεκτικές επίσης και με το πώς επεκτείνουμε την κριτική μας στον χρόνο. Από τη μία, ένα υποκείμενο που επιδεικνύει σταθερά προβληματικές συμπεριφορές δείχνει ένα μοτίβο και έναν χαρακτήρα. Από την άλλη όλα ήμασταν κάπως μαλακισμένα 15 χρόνια πριν και θα ήταν άδικο μια πράξη του σήμερα να κρίνεται με κοντεξτ τον 15χρονο ή 20χρονο εαυτό μας, ιδίως αν έχει σημειωθεί κάποια βελτίωση από τότε.


Τέλος θα πρέπει να απέχουμε από συμπεριφορές που καταλήγουν ταυτόχρονα τιμωρητικές και αυτοτιμωρητικές, όπως πχ να αποφεύγουμε να μοιραστούμε ακόμα και τον ίδιο οξυγονο με προβληματικά υποκείμενα λες και είναι ιός που μεταδίδεται με τον αέρα.


Το point μου δεν είναι ένα πιο εξεζητημένο «μην το παρακάνουμε» που συχνά ακούμε και από αντιφεμινιστές αλλά απλά πως ο αποκλεισμός δεν είναι κάποιο μεταφυσικό όπλο αλλά απλά άλλο ένα εργαλείο στα χέρια του κάθε κινήματος, εργαλείο που θα πρέπει να έχει κι αυτό πολλές διαβαθμίσεις και να χρησιμοποιείται με ευθύνη και ενσυναίσθηση. Ο αποκλεισμός με φεμινιστικά κριτήρια βέβαια απέχει πολύ από το να γίνει κάποιου είδους μάστιγα που πλήττει οποιδήποτε κίνημα, καθώς συνήθως οι σχετικές συζητήσεις αντιμετωπίζονται απαξιωτικά ως υπερβολικές, αυτό δε σημαίνει όμως ότι δε χρειάζεται να θέσουμε τα σωστά θεμέλια.

Γιατί μας Τριγκάρουν οι pick-me

Καμιά φορά αναρωτιέμαι αν αυτό που μας τριγκάρει περισσότερο από ολα με τις pick-me (τις γυναικες που επιτίθενται πατριαρχικά στις άλλες γυναίκες για να αναδειχτούν οι ίδιες ως οι σωστές θηλυκότητες) είναι ότι βλέπουμε σε αυτές τον εαυτό μας. Δεν εννοώ βέβαια ότι όλες κατά βάθος είμαστε ή υπήρξαμε pick-me’s (αν και μπορεί να ισχύει για αρκετές από εμας) αλλά οτι βλέπουμε σε αυτές το κομμάτι εκείνο της δικής μας πατριαρχικής κοινωνικοποιησης που μας δίδαξε να προτεραιοποιούμε την αναζήτηση της αντρικής αποδοχής και της πατριαρχικής επιβεβαίωσης σε σχέση με την αλληλεγγύη και την ενσυναίσθηση σε άλλες γυναίκες αλλα και σε σχέση ακόμα και με τον ίδιο μας τον εαυτό, τις δικές μας ανάγκες, επιθυμίες και τη δική μας αξιοπρέπεια.


Και ίσως επειδή βλέπουμε εκείνο το κομμάτι, που εμείς αναγκαστήκαμε να πολεμήσουμε και να θαψουμε, να μας θυμώνει τόσο πολύ που εκείνες συνεχίζουν ακάθεκτες το πατριαρχικό τραγουδάκι τους ακόμα προσπαθωντας να επιπλεύσουν στο πατριαρχικό βόθρο την ίδια ώρα που καρπώνονται τα οφέλη των αγώνων μας. Ίσως η αποστροφή που νιώθουμε να κρύβει ταυτόχρονα και μια ντροπή για όλες τις φορές που η πατριαρχια (και κάθε σύστημα εξουσίας) μας υποχρέωσε να απαρνηθουμε τις εαυτές μας και την αξιοπρέπειά μας, ίσως να βλέπουμε σε αυτές κάποιες σκοτεινές πτυχές μας που καταφέραμε να ξεφορτωθούμε ή να απορρίψουμε με μεγάλο κόστος. Ίσως η Contra Points να έχει δίκιο και το cringe να είναι τόσο πιο βαθύ όσο πιο πολλά στοιχεία της ταυτότητάς μας μοιραζόμαστε με αυτ@ που μας cringάρει. Ίσως με παρομοιο τρόπο να εξηγείται και το μένος που τρέφουν πολλές pick-me για τις γυναίκες που βιώνουν ή ανέχονται κακοποίηση -να βλέπουν σε αυτές τις δικές τους ταπεινώσεις και εξευτελισμούς που αναγκάστηκαν να υπομείνουν και να σπεύδουν να τα ξορκίσουν ως κάτι που συμβαίνει μόνο στις Άλλες επειδη το αξίζουν.


Ίσως βέβαια να το κάνω υπερβολικά πολύπλοκο και η αηδία προς τις pick-me να είναι ίδια με την αηδία προς κάθε δωσίλογο. Ή να μας απελπίζει κάθε καταπισμένος που ερωτεύεται την ίδια του την καταπίεση γιατί μας τρομάζει η ιδέα οτι η μαζική αφύπνιση ισως δεν έρθει ποτε.

Μια άβολη συζήτηση

Ένα πράγμα που επιβεβαιώνω διαβάζοντας καταγγελίες και μαρτυρίες παραβιαστικών συμπεριφορών είναι το πώς αυτές οι συμπεριφορές συχνά συνυπάρχουν με την επιθυμία μας να ευχαριστούμε (σεξουαλικά και όχι μόνο) τους άντρες. Αυτό είναι πιο εμφανές συνήθως με τη μορφή του «έκανα αυτό για να τελειώσει να ξεμπερδεύω» ή «έκανα το άλλο γιατί μου έκανε μούτρα» ακόμα και οταν βαρούσαν χιλιάδες προειδοποιητικά καμπανάκια τα οποία δεν επεξεργαστήκαμε παρά πολύ αργότερα. Δεν είναι δηλαδή μόνο πως οι άντρες επιμένουν και πιέζουν ακόμα και όταν τους λέμε όχι ή δείχνουμε δυσαρέσκεια. Είναι και οι πατριαρχικές ένοχές που μας καλλιεργούνται για το όχι αυτό, οι οποίες ενίοτε μας οδηγούν στο να κάνουμε υποχωρήσεις. Πολλές φορές άντρες, συνειδητά ή υποσυνείδητα, βασίζονται σε αυτό όταν υιοθετούν passive-aggressive στάση ενάντια στην απόρριψή μας.

Αυτή είναι μια πολύ δύσκολη συζήτηση γιατί δείχνει ότι η παραβίαση δεν έρχεται μόνο απ’έξω, με τη βία και την πίεση όσων εσκεμμένα ή όχι αγνοούν όλα αυτά τα σημάδια της άρνησης, αλλά και από μέσα, από την ανάγκη μας να είμαστε συμπαθείς και αρεστές. Όχι δηλαδή μόνο εξαιτίας του φόβου αλλά και από κάτι πιο βαθύ, από τον ίδιο τρόπο που η γυναικεία υποκειμενικότητα δομείται ώστε να θέλει να είναι ευχάριστη, ώστε να θέλει να μην είναι όλα αυτά τα επίθετα που αποδίδονται από την πατριαρχία στις γυναίκες που δεν είναι βολικές και πρόθυμες να ικανοποιούν.

Αυτό δημιουργεί τεράστια σύγχυση όχι μόνο στους τρίτους αλλά και σε εμάς τις ίδιες που πιάνουμε συχνά τον εαυτό μας να κάνουμε πράγματα ενάντια στην ίδια μας την επιθυμία και το ίδιο μας το σώμα με αποτέλεσμα να νιώθουμε διπλά παραβιασμένες.  Αυτό βέβαια μπορεί να συμβεί ακόμα και όταν δεν λέμε καν όχι, δηλαδή όλες αυτές τις φορές που οι γυναίκες έχουν κάνει κάτι ερωτικό χωρίς να έχουν όρεξη ή διάθεση απλά για να ικανοποιήσουν έναν άντρα και μετά νιώθουν αηδιασμένες ή απογοητευμένες με τον ίδιο τους το εαυτό. Είναι όλες αυτές οι φορές που κάναμε κάτι σεξουαλικό επειδή η πατριαρχία μας το έχει πλασάρει αυτό σαν (συζυγικό) καθήκον μας και η αίσθηση αυτή της υποχρέωσης συχνά ρουφά τη χαρά από το σεξ και πνίγει τη λίμπιντό μας αλλά συνεχίζουμε υπό το βάρος των πατριαρχικών προσδοκιών που μας βαραίνουν.

Η πατριαρχία θα σπεύσει να κατηγορήσει τις ίδιες τις γυναίκες γι αυτό. Θα πει πως κανένας δεν τους έβαλε το πιστόλι στο κρόταφο, ήταν δική τους επιλογή να μην πουν όχι μένοντας αμετακίνητες σε αυτό. Όμως μια τέτοια ερμηνεία αγνοεί ακριβώς το τρόπο που η γυναίκα στην πατριαρχία κατασκευάζεται ως αντικείμενο (όχι μονο σεξουαλικό), πώς η ίδια της η ύπαρξη τίθεται στην υπηρεσία ενός άντρα, το πώς με χιλιάδες τρόπους μαθαίνει ότι προορισμός της είναι να είναι συμπαθής, ποθητή, δεκτική και όχι «δύσκολη», «στριμμένη», «σκύλα», «ανάφτρα». Το πως η αγάπη και αποδοχή των αντρών κατασκευάζεται ως το υπέρτατο βραβείο για εμάς αλλά και το πώς αυτό εγχαράσσεται πάνω μας ως σωματική έξη έτσι ώστε να νιώθουμε άβολα όταν δεν εκπληρώνουμε τις πατριαρχικές επιταγές.

Η καταπίεση της γυναικείας σεξουαλικότητας έτσι πατάει ταυτόχρονα τόσο στην σεξουαλική επιθετικότητα που καλλιεργείται στον άντρα όσο και στην σεξουαλική παθητικότητα που καλλιεργείται στην γυναίκα. Οι άντρες ενθαρρύνονται να πιέζουν πέρα από τα όρια που τους θέτουμε αλλά κι εμείς ανατρεφόμαστε επιρρεπείς σε αυτές τις πιέσεις, αποθαρρυνόμαστε από το να έχουμε αμετακίνητα όρια, μαθαίνουμε να υποχωρούμε συνέχεια από αυτά.

Το αποτέλεσμα είναι πως μόνο ένα κομμάτι τους φάσματος της καταπίεσης της γυναικείας σεξουαλικότητας εμπίπτει στον ορισμό του βιασμού και της παραβίασης, όσο διασταλτικά και φεμινιστικά και αν τα ορίσουμε. Ένα κομμάτι πάντα θα διαφεύγει από νομικούς και άλλους ορισμούς ακριβώς επειδή είναι ένας ορισμός άκρως εσωτερικός, που προέρχεται από τα βάθη του γυναικείου βιώματος και μόνο η κάθε γυναίκα μπορεί να το γνωρίζει για τον εαυτό της.  Ένα κομμάτι της παραβίασης που δέχονται τα σώματά μας δεν προέρχεται από κάποιον συγκεκριμένο θύτη αλλά από το ίδιο μας τον εαυτό -ή μάλλον την απουσία του.

Στο βιβλίο «Γιατί Επιμένει η Πατριαρχία» διάβασα προχθές:

«Ορίζουμε την πατριαρχία ως μία κουλτούρα βασισμένη στο έμφυλο δίπολο και την έμφυλη ιεραρχία, ένα πλαίσιο ή μία οπτική που:

  1. Μας οδηγεί να δούμε τις ανθρώπινες ικανότητες είτε ως «αρσενικές» είτε ως «θηλυκές» και να ιεραρχήσουμε ως ανώτερες τις αρσενικές
  2. Εξυψώνει κάποιους άντρες πάνω από άλλους άντρες και όλους τους άντρες πάνω από όλες τις γυναίκες
  3. Επιβάλει μια διάκριση ανάμεσα στον εαυτό και τις σχέσεις έτσι ώστε στην πράξη οι άντρες έχουν εαυτούς ενώ οι γυναίκες ιδανικά να μην έχουν (να είναι “selfless”), και οι γυναίκες να έχουν σχέσεις που υπόγεια εξυπηρετούν τις ανάγκες των αντρών».

Είναι αυτό το τρίτο σημείο που υποσκάπτει πιο ύπουλα από οτιδήποτε άλλο την σεξουαλική αυτονομία των γυναικών. Όταν μιλάμε για το πώς η γυναικά κατασκευάζεται ως σεξουαλικό αντικείμενο καλό είναι να απομακρύνουμε την προσοχή μας από το το πόσο κοντές φούστες και το πόσο βαθιά ντεκολτέ φοράνε οι γυναίκες, το οποίο τελικά καταλήγει στο slut shaming, και να την κατευθύνουμε εκεί, στα βάθη του ψυχισμού ακόμα και της πιο σεμνά ντυμένης γυναίκας. Αυτή ομως παραμένει μια άβολη συζήτηση όσο οι γυναίκες έχουν ταυτόχρονα, σύμφωνα με τα νέα πρότυπα που καλούνται να επιτελέσουν, την υποχρέωση να είναι δυναμικές και γεμάτες σεξουαλική αυτοπεποίθηση οπότε κάθε τέτοια παραδοχή προκαλεί ντροπή.

«Ψυχική Ανδροκτονία» και άλλα πατριαρχικά παραμύθια

Σε άρθρο μεγάλου αθλητικού site* που μιλάει για την κατάθλιψη που αντιμετωπίζει ποδοσφαιριστής εικάζοντας ότι οφείλεται στην απιστία της γυναίκας του (είναι που οι άντρες δεν ενδιαφέρονται για κουτσομπολιά), σχολιαστής το αποκαλεί «ψυχική ανδροκτονία» αποσπώντας 41 likes. Κι αυτός είναι μόνο ένας απο τους πολλούς τρόπους που εφευρίσκουν οι μισογύνηδες για να μειώσουν το πρόβληματα των γυναικοκτονιών και της έμφυλης βίας εξισώνοντάς το με γυναίκες που πληγώνουν τα αισθήματά τους.

Ο μύθος της υποτιθέμενης ανελέητης ψυχολογικής βίας που δέχονται οι άντρες στα χέρια των γυναικών άλλωστε καλά κρατεί, προσπαθώντας έτσι να δημιουργηθεί η ψευδαίσθηση της συμμετρίας (οι άντρες κακοποιούν σωματικά αλλά οι γυναίκες ψυχολογικά), λες και οι γυναίκες που πέφτουν θύματα σωματικής κακοποίησης δεν έχουν κακοποιηθει πρώτα ΚΑΙ ψυχολογικά. Φανταστείτε να προσθέταμε κι εμέις στις γυναικοκτονίες και τις «ψυχικές γυναικοκτονίες» από άντρες που μάλλιστα ενθαρρύνονται από την πατριαρχία να είναι «απιστοι» και να επικροτούνται γι αυτό.

Ο Καπιταλισμός είναι σαν το φλας

Πριν μερικά χρόνια καθόμουν σε μια παμπ του Λονδίνου με μερικούς Έλληνες μετανάστες. Αφού παραπονέθηκαν για τη ζωή εκεί και τα εξωφρενικά υψηλά νοίκια που τους αναγκάζουν να μοιράζονται ένα σπίτι με άλλους 3 (ενώ στην Ελλάδα θα το έκαναν με τους γονείς τους) ένας από αυτούς σχολίασε «Ναι, αλλά εδώ ο καπιταλισμός δουλεύει, το βλέπεις». Γιατί ο καπιταλισμός έχει καταφέρει μετά από εντατική προπαγάνδα να ταυτιστεί όχι με τα πανάκριβα νοίκια, την φτώχεια, την ανισότητα, τους άστεγους, τα 10 ωρα εντατικής εργασίας με το απλήρωτο lunch break και τις απλήρωτες υπερωριες αλλά με την αφθονία, την συσσώρευση πλούτου και τις άπειρες μάρκες δημητριακών ανάμεσα στις οποίες μπορείς να επιλέξεις να φας στα γρήγορα πριν πας στη δουλειά που δεν έχεις επιλογή αν θα κάνεις. Αναγκάστηκα να παρατηρήσω ότι ο καπιταλισμός δουλεύει μια χαρά και στην Ελλάδα, απλά βρίσκεται στην άλλη πλευρά της αποικιοκρατικής Αγγλίας η οποία αφού απομύζησε όλο τον κόσμο μερικούς αιώνες συσσωρεύοντας τον πλούτο του τώρα επικαλείται την ελεύθερη αγορά.


Ο καπιταλισμός είναι σαν αυτό το παλιό ανέκδοτο που ρωτάει ένας οδηγός έναν βλάκα να του πει αν δουλεύει το φλάς του και αυτός του απαντάει «Τώρα ναι. Τώρα όχι. Τώρα Ναι. Τώρα Όχι.» νομίζοντας ότι το φλας δουλεύει μόνο όταν είναι αναμμένο ενώ η λειτουργία του είναι ακριβώς να αναβοσβήνει, όπως η λειτουργία του καπιταλισμού είναι εξίσου να παράγει κρίσεις, φτώχεια, ανισότητα και ξεζουμισμένες χώρες της περιφέρειας

Οι Γυναίκες δεν τρώνε τα λεφτά των αντρών

Μύθος #1: οι γυναίκες δεν «τρώνε» τα λεφτά των άμοιρων και αφελών αντρών. Αντιθέτως ειναι οι άντρες που συνήθως εσκεμμένα χρησιμοποιούν τα χρήματά τους για να καλλιεργήσουν σχέσεις ανταλλαγής ή ακόμα και εξάρτησης. Δεν είναι σύμπτωση που για αιώνες απαγορευόταν στις γυναίκες να δουλεύουν, να έχουν περιουσιά και δικά τους λεφτά. Η πατριαρχία θεωρούσε μια τέτοια σχέση υπαρξιακής εξάρτησης απολυτως θεμιτή βάση για ένα γάμο. Αλλά ακόμα και σήμερα πολλοί χρησιμοποιούν συνειδητά τα χρήματα ως μέσο προσέλκυσης, χειραγώγησης και εξουσίας πάνω στις γυναίκες και δεν ντρέπονται γι αυτό, ίσα ίσα το θεωρούν κατόρθωμα -αρκεί να ακούσετε ένα κομμάτι ραπ όπου νεόπλουτοι άντρες κομπάζουν αφιλτράριστα για το πως οι γυναικες τους θέλουν για τα χρήματά τους. Οι άντρες δεν ήταν ποτέ θύματα των gold diggers, στην καλύτερη περίπτωση οι σχέσεις που συνάπτουν είναι πλήρως συναινετικές, στην χειρότερη χρησιμοποιούν την χειρότερη οικονομική κατάσταση των γυναικών ως μοχλό πίεσης, είτε συνειδητά είτε υποσευνείδητα. Ναι, αυτό περιλαμβάνει και τον 80χρονο τάχα αθωο και αφελή παππού που τάχα του τα «τρώει» η 40χρονη Βουλγάρα. Αυτό στην πραγματικότητα το επιδίωξε ο ίδιος εξαγοράζοντας την προσοχή μιας γυναίκας όπως του δίδαξε η πατριαρχία.

Μύθος #2: κανείς σε ολόκληρο τον κόσμο όσο πλούσιος, διάσημος, μυώδης και ωραίος κι αν είναι δε μπορει να έχει συναινετικά όποια θέλει στο κρεβάτι του. Ούτε καν ο Jason Momoa δεν αρέσει σε όλες, μη με ρωτήσετε γιατί, ούτε εγώ το καταλαβαίνω, τι να κάνουμε, υπάρχουν διαφορετικά γούστα. Η αντίληψη ότι δίασημοι και πλούσιοι μπορούν να έχουν «οποια θελουν στο κρεβάτι τους» ομως ειναι που τους καλλιεργεί το entitlement και το θράσος να το νομίζουν και να μην παίρνουν το όχι σαν απάντηση ενώ στην συνέχεια τους προσφέρει μια πρώτης τάξεως υπεράσπιση. Όπως έχουμε πολλάκις πει, ακόμα και οι φτωχοί άντρες αρέσκονται να φαντασιώνονται πως υπάρχει ενα συγκεκριμένο ποσο τραπεζικού λογαριασμού πέραν του οποίου καμια γυναικα δε θα τους αντιστεκόταν. Η σκέψη αυτή τους προσφέρει παρηγορία για την απόρριψη που βιώνουν σήμερα και τους βοηθά να διατηρούν άσβεστο το μίσος τους για τις γυναίκες τις οποίες βλέπουν συλλογικά ως εξαγοράσιμες ώστε να μπορούν να τις υποτιμούν σε αυτή τη βάση χωρίς ποτέ να τις βλέπουν ως θυματα.

Όταν βιάζουν οι πλούσιοι και οι φτωχοί κάνουν κωλοτούμπες

Όταν οι πλούσιοι βιάζουν, φταίνε οι γυναίκες που πηδιούνται με πλούσιους.

Όταν οι φτωχοί βιάζουν, φταίνε πάλι οι γυναίκες που πηδιούνται με πλούσιους και τάχα δεν δίνουν και στους φτωχούς μια ευκαιρία.

Φταίνε οι γυναίκες που γοητεύονται από τον πλούτο, τις ακριβές σαμπάνιες, τα πολυτελή πάρτυ, τα κότερα, τα ελικόπτερα, τα ίδια πράγματα δηλαδή από τα οποία γοητευονται και οι άντρες και ονειρεύονται να τα αποκτησουν για να έχουν, ανάμεσα στα άλλα, εξουσία και πάνω στις γυναίκες.

Ένας ολόκληρος καπιταλιστικός κόσμος δοξάζει το χρήμα και τον πλούτο προβάλει τα καταναλωτικά πρότυπα, τις πανάκριβες μάρκες, τα υπερπολυτελή διαμερίσματα αλλά μόνο οι γυναίκες πρέπει να τιμωρούνται που έλκονται από αυτά την ίδια ώρα φυσικά που ο πλούτος και το χρήμα βρίσκονται στα χέρια λίγων αντρών και η μόνη ευκαιρία να έχουν πρόσβαση σε αυτά και οι γυναίκες είναι ως προσκεκλημένες, γκόμενες και συζυγοί τους. Οι γυναίκες σπάνια ειναι οι κάτοχοι του πλούτου και των μέσων παραγωγής, μπορούν να τα προσεγγίσουν κυρίως αποσπώντας την εύνοια των αντρών και όταν των κάνουν κατηγορούνται ως «πουτάνες».

Το θέμα είναι τόσο ταξικό όσο και έμφυλο. Μόνο λίγοι μπορούν να ζούν σύμφωνα με τα πρότυπα των διαφημίσεων, των celebrities, των σειρών που απεικονίζουν τις ζωές των πλουσίων. Έτσι ,ενώ η πλειονότητα των αντρών αποκλείονται κι αυτοί από τον πλούτο που αποκτούν κυρίως λίγοι άντρες εκμεταλλευόμενοι ολόκληρη την εργατική τάξη, προτιμουν να διοχετεύουν την πικρία τους ενάντια στις φτωχές γυναίκες που προσπαθούν να προσεγγίσουν το πλούτο για να γευτούν κι αυτές μια νότα πολυτέλειας βγαίνοντας από την καθημερινή μιζερια. Οι φτωχοί άντρες επιλέγουν να γλείφουν τους πλούσιους άντρες που δε θα τους καλέσουν ποτέ σε κανένα πάρτυ γιατί προτιμούν να φαντασιωνονται τους ιδιους στη θέση αυτών των πλούσιων αντρών και να ταυτίζονται μαζί τους αντί να ονειρεύονται έναν κόσμο χωρίς ταξικούς διαχωρισμούς -όπου οι γυναίκες πάλι θα τους απέρριπταν χωρίς καταναγκασμούς.

Οι γυναίκες θα πρέπει να τιμωρούνται που τόλμησαν να αποζητήσουν την εγγυτητα στον πλουτο, που τόλμησαν να πιστέψουν οτι ένα πολυτελές πάρτυ θα είναι τσάμπα γι αυτές και δε θα κληθούν να το πληρώσουν με το μόνο νόμισμα που τους άφησε η πατριαρχία. Το «τι περίμενε?» πάει μόνο στις γυναίκες, φανταστείτε να λέγαμε «τι περίμενε κι αυτός, ότι θα καλέσει μια γυναικα σπίτι του και δε θα κατηγορηθεί για βιασμό?».

Φτωχοί άντρες που κάνουν κωλοτούμπες για τους πλούσιους αλλά τουλάχιστον δεν το κάνουν επειδή θα τους κεράσουν ένα ποτήρι ακριβή σαμπάνια, το κάνουν τσάμπα ως τίμια λαικά παλικάρια και θεωρούν τους εαυτούς τους ανώτερους από τις «βίζιτες».

Τι σημαίνει ότι «Σε αγαπάει με τον τρόπο του»

Ένα από τα πιο επικίνδυνα πράγματα που διδάσκει η πατριαρχία στις γυναίκες (μέσω των θειάδων, των περιοδικών, της λογοτεχνίας, των ρομαντικών κομεντί ή απλα μέσα από το παράδειγμα του περιβάλλοντός μας) είναι αυτό το «Σ’αγαπάει με τον τρόπο του». Αυτή η φράση σημαίνει ότι οι γυναίκες μαθαίνουν από νωρίς να αμφισβητούν το ένστικτό τους, να παραμερίζουν τις δικές τους συναισθηματικές ανάγκες και να αποδέχονται πως η αγάπη είναι κάτι που μπορεί να πονάει, να πληγώνει ή γενικά να μην σε καλύπτει συναισθηματικά αλλά είναι εκεί, θα πρέπει να το αποδεχτείς όπως την ύπαρξη του Θεού, χωρίς αποδείξεις και αξιώσεις. Γιατί το «Σ’αγαπάει με τον τρόπο του» σημαίνει ότι αρκεί ο άλλος να σου λέει ότι σε αγαπάει. Ή, ακόμα χειρότερα, ότι δεν χρειάζεται καν να στο λέει γιατί το «σ’αγαπάει με τον τρόπο του» περιλαμβάνει έναν τρόπο που μπορεί να είναι σιωπηρός, ψυχρός, απόμακρος, αποστασιοποιημένος ή ακόμα και βίαιος καθώς οι άντρες υποτίθεται δυσκολεύονται με την εκδήλωση των συναισθημάτων οπότε θα πρέπει να πιανόμαστε από κάθε μικρή χειρονομία στην οποία κινδυνεύουμε κάθε φορά να προβάλλουμε τις δικές μας επιθυμίες και τα δικά μας συναισθήματα.

Δεν εννοώ φυσικά ότι υπάρχει ένας και μόνο «σωστός» τρόπος να αγαπάς και να το εκδηλώνεις. Το «σ’αγαπάει με τον τρόπο του όμως» αναπαράγει ένα συγκεκριμένο είδος έμφυλου διαχωρισμού της αγάπης κατασκευάζοντας την πολιτισμικά έτσι ώστε τα φύλα να επιτελούν συγκεκριμένες λειτουργίες εντός των ετεροκανονικών σχέσων. Για την ακρίβεια η γυναίκα αναμένεται να καταβάλει περισσότερη συναισθηματική εργασία, να είναι πάντα πιο εκφραστική, εκδηλωτική, υποστηρικτική, εμψυχωτική, τρυφερή, στοργική, περιποιητική, πιστή, περισσότερη διατεθειμένη να σε ακούσει και εν γένει συναισθηματικά διαθέσιμη. Καθήκον των γυναικών δηλαδή ήταν να αποφροτίζουν τους άντρες συναισθηματικά παρεχοντας συναισθηματική ασφάλεια και ένα καταφύγιο από την ένταση που υποτίθεται σε αντίθεση με τις γυναίκες συσσωρεύουν στην εργασία τους και τη δημόσια σφαίρα.

Υπό αυτή την έννοια το «Σ’αγαπάει με τον τρόπο του» απαλλάσσει παραδοσιακά τους άντρες από οποιαδήποτε υποχρέωση αμοιβαιότητας των παραπάνω ιδιοτήτων και συμπεριφορων οι οποίες θεωρούνται «θηλυκά» χαρακτηριστικά. Ταυτόχρονα συμβάλει στην εγκαθίδρυση συγκεκριμένων σχέσεων εξουσίας. Αρκεί να σκεφτούμε άλλωστε ότι το «σ’αγαπάει με τον τρόπο της» δεν το λέμε σχεδόν ποτέ για γυναίκες. Το λέμε όμως σε παιδιά σε σχέση με τους απόμακρους, ψυχρούς, ανεπαρκείς ή ακόμα και κακοποιητικούς γονείς τους γιατί η γονική αγάπη, όπως και η ανδρική, είναι κατασκευασμένη περισσότερο ως μια σχέση εξουσίας και προστασιας του αδύναμου μέρους και οι υποχρεώσεις των δύο μερών δεν είναι ίδιες.

H αλήθεια βέβαια είναι ότι ναι, μπορεί να «σε αγαπάει με το τρόπο του»: να σε «αγαπάει» ως καβάτζα, ως σεξουαλικό αντικείμενο, ως δωρεάν ψυχολόγο και οικιακή βοηθό, ως αναπαραγωγική μηχανή, ως αυτή που του μεγαλώνει τα παιδια που του προσφερουν κοινωνική καταξίωση και του φτιάχνει ένα ζεστό γεύμα στη θεση του delivery και δυστυχώς ακόμα κι αυτά μας τα πλασάρουν ως βραβείο .

Όπως έχω πει και αλλού: Μια από τις πιο δύσκολες συζητήσεις στον φεμινισμό παραμένει το πώς η γυναικεία υποκειμενικότητα δομείται γύρω από την ανάγκη για αντρική αγάπη και αποδοχή αλλά και πώς έχουμε αφομοιώσει το είδος της αγάπης και της αποδοχής που έχει ορίσει έμφυλα η πατριαρχία.


Το Πάθος για τη Λευτεριά είναι δυνατότερο απ’όλα τα Κελια

Μετά από αμέτρητα ρεβεγιόν υψηλών προσδοκιών και μεγάλων απογοητεύσεων, μετά από παραμονές που συνδύαζαν την ματαίωση της παλιάς χρονιας με το στρες της καινούριας, μετά από χρόνο, χρήμα και ενέργεια που αναλώθηκαν στο τέλειο outfit, το τέλειο μαλλί, το τέλειο πρωτοχρονιατικο event μόνο για να σκέφτομαι στο τέλος «what a fucking waste!», φέτος έκανα την καλύτερη αλλαγή χρονιάς έβερ σε συγκέντρωση έξω από τις φυλακές Κορυδαλλου όπου υποδεχτήκαμε τον καινούριο χρόνο ενώνοντας τις φωνές μας με αυτές των κρατουμένων. Το μόνο new year ‘s resolution μου για φέτος είναι να μην περάσω άλλη μια χρονιά για την οποία στο μέλλον θα αναρωτιεμαι πόσο στην (αστική) κοσμάρα μου βρισκόμουν.

Ελπίζω να κάνατε κι εσείς κάτι χθες που να σας γέμισε έντονα συναισθήματα και εύχομαι σε όλα μια χρονιά γεμάτη νίκες στις προσωπικές σας και τις συλλογικές εξεγέρσεις.
Love you all ❤

ΥΓ: Οι ζωές των κρατούμένων μετράνε.
Οι αιχμάλωτοι του κοινωνικού πολέμου δεν είναι μόνοι τους

Γιατί τριγκάρονται τα τρολ με την αποδόμηση της οικογένειας

Είχαν καιρό να σκάσουν ομαδικά τρόλ στη σελίδα και αναλογιζόμουν γιατί τόσοι άντρες (συμπτωματικά ούτε μια γυναίκα) θίχτηκαν προσωπικά με το τελευταίο μου στάτους όπου εξηγούσα γιατί αποφεύγω πια τα σόγια και τα οικογενειακά τραπέζια. Είναι επειδή η οικογένειά τους είναι εξίσου σάπια με τους ίδιους και δεν μπορούν να καταλάβουν τι θα μπορούσε να τους χωρίσει? Είναι επειδή οι ίδιοι θεωρούν καθήκον τους να ανέχονται την οικογένειά τους και τις ανιαρές οικογενειακές συγκεντρώσεις και φθονούν όσα έχουν απελευθερωθεί από αυτά τα αόρατα οικογενειακά χρέη?

Νομίζω πάνω από όλα είναι οτι ο κλασικός πατριαρχικός άντρας (αν και όχι μόνο αυτός) έχει μάθει οτι η οικογένεια είναι ένας θεσμός που θα του εξασφαλίσει υποταγή και φροντίδα οπότε τους εξοργίζει η ιδέα οτι αυτό μπορεί να μην ισχύει πια. Πάρα πολλοί θεωρούν οτι θα φτιάξουν οικογένεια και αυτόματα θα αποκτήσουν ένα δίκτυο υποστήριξης που θα είναι πάντα εκεί γι αυτούς όποτε το απαιτούν, ότι θα έχουν ανθρώπους πάνω στους οποίους ασκούν έλεγχο χωρίς να χρειάζεται να καλλιεργήσουν ουσιαστικές σχέσεις με την σύντροφο ή τα παιδιά τους. Είναι οι ίδιοι που παιρνουν παρουσίες στις οικογενειακές συνάξεις παρόλο που καταβάλουν μηδενική προσπάθεια να γίνουν ευχάριστοι, ενδιαφέροντες ή απλά να σε ακούσουν σε αυτές.

Το γεγονός ότι αυτή η υποχρεωτική έκφανση της οικογένειας καταρρέει και θα πρέπει να χτίζουν κάθε σχέση ξεχωριστά, τους τρομοκρατεί και τους θυμώνει. Είναι η ίδια λογική που δημιουργεί γυναικτόνους, καθώς μαθαίνουν ότι οι γυναίκες τους περιβάλλοντός τους τους ανήκουν και τους χρωστάνε αγάπη και θυμώνουν όταν βλέπουν να χάνουν τον έλεγχο πάνω τους.

Μπορούμε να αγαπάμε όλους ή καποιους συγγενείς μας αλλά οφείλουμε να αποδομήσουμε την οικογένεια ως θεσμό στο βαθμό που λειτουργεί ως μια ιδεολογική φυλακή δημιουργώντας συναισθηματικούς εκβιασμούς.

Καλή χρονία και παραλείψτε το οικογενειακό ρεβεγιόν αν η ιδέα του και μόνο σας στρεσάρει.