Τι γίνεται όταν σε τσιτώνει η κοπέλα σου αλλά εσύ δεν είσαι αθλητής?

Το έχουμε πει και θα το ξαναπουμε: όλα τα αστεία περί γυναικείας γκρίνιας δεν είναι απλά χαριτωμένος αλλά σχετικά άκακος σεξισμός. Είναι ακριβώς ο τρόπος που από τη μία οι γυναίκες μαθαίνουν να παραμένουν σιωπηλές και να μην εκφράζουν τις επιθυμίες και τους προβληματισμός τους γιατί αυτόματα χαρακτηρίζονται ως η»γκρινιάρα», η «πρήχτα», η «σπασ@ρχίδω», και από την άλλη ο τρόπος που η κοινωνία σπευδει να δικαιολογήσει την αντρική βία αφου αυτόματα θεωρείται οτι «θα τον έπρηξε τον άνθρωπο». Αλήθεια δε μας λεει ο Κ. Τεντόγλου, τι κάνει ένας άντρας όταν μια γυναικα τάχα τον τσιτωνει αλλά αυτος δεν είναι πρωταθλητής ή έστω αθλητικός τύπος? Που διοχετεύει όλη αυτή την «τσίτα», την επιθετικότητα, την περίσσια ενέργειας ρε παιδί μου? Η κοινωνία φαίνεται να πιστευει οτι η ανδρική βία είναι μια αναμενόμενη αντίδραση.

Τα αστεία περί γυναικείας γκρίνιας είναι η βάση κάθε απόπειρας gaslighting και ακριβώς ο λόγος που οι γυναικες ειναι πιο επιρρεπείς και πιο εύκολα θυματα σε αυτό Γιατί διδάσκονται και οι ίδιες από μικρές πως τα προβλήματά τους, ο προσδοκίες τους, οι αξιωσεις τους δεν είναι παρά «γυναικεία γκρίνια» αφού αυτές είναι πάντα υπερβολικές και γεννήθηκαν -με έναν χαριτωμένο τρόπο- για να βασανίζουν τους άντρες . Καμία δε θέλει να είναι that girl που «τσιτώνει» τον σύντροφό της, οπότε μαθαίνει να το βουλώνει, να ειναι συμβιβαστική, υποχωρητική ή να καταπίνει τα θέλω και τις σκέψεις της και συχνά να γίνεται εν τέλει παθητικοεπιθετική («τι έχεις?», «τίποτα»).

Δεν ακούς ποτέ πρωταθλήτριες να κάνουν αστεία για το πόσο τους τσιτώνει ο σύντροφός τους βοηθωντας τους στις επιδόσεις τους γιατί και πάλι οι ίδιες θα χαρακτηριστούν ως υστερικές και «δυσκολες». Δε ακούς σε γυναικοπαρέες να μιλάνε για την τάχα παροιμιώδη «αντρική γκρίνια» ή την «(κρεβατο)μουρμούρα» ή το «πρήξιμο» παρόλο που σίγουρα ολοι αυτοί οι άντρες που κακοποίησαν ή και δολοφόνησαν τη σύντροφό τους από ζήλεια η κτητικότητα θα την «επρηξαν» όταν αυτή αποφάσισε να τους αφήσει ή κάθε φορά που υποψιαζονταν οτι αυτή τους απατά.

Τα αστεία περί γυναικών που σπάνε τα νεύρα των αντρών αλλά χαχα παραμένουν αξιαγάπητες και τι να κανουν που δε μπορουν χωρίς εμάς δεν ειναι τίποτα άλλο από την αναπαραγωγή της ιδέας πως οι γυναίκες ειμαστε μια συνεχής πηγή ενόχλησης γι αυτούς και αναπόφευκτα κάποια στιγμή θα χάσουν την υπομονή τους και θα υποστούμε τις συνέπειες. Γι αυτό δε γελάμε.

Πώς η Πατριαρχία παραμένει αόρατη

To μεγαλύτερο όπλο της πατριαρχίας είναι πως έχει φυσικοποιηθεί τόσο που παραμένει αόρατη. Έτσι, ακόμα και όταν η έμφυλη βία γίνεται ορατή και δεν περνά απαρατήρητη, αποδίδεται σε οτιδήποτε αλλο: την καραντίνα, τα μέτρα, το τέλος της καραντίνας, τα εμβόλια, τη ζέστη. Ένα ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟ και ΣΤΑΘΕΡΟ μέσα στους αιώνες κοινωνικό φαινόμενο αποσπάται έτσι κάθε φορά από το ευρύτερο πλαίσιο, κατακερματίζεται και ερμηνεύεται βάσει περιστασιακων παραγόντων παρακάμπτοντας το νήμα που ενώνει όλα αυτά τα εγκλήματα: την πατριαρχική ιδεολογία και την κοινωνικά υποδεέστερη θέση της γυναίκας.

Με τρόπο αρκετά παρόμοιο με αυτόν με τον οποίο ο «καπιταλιστικός ρεαλισμός» παρουσιάζει τον καπιταλισμό ως αναπόφευκτο και δυνατή μονο τη διαχείριση του, οι ίδιες οι γυναικες μαθαίνουν να σκέφτονται την ανδρική βία και την ανδρική κυριαρχία ως κάτι έμφυτο και αναπόφευκτο που απλά παρουσιάζει εξάρσεις και κρίσεις. Δεν τολμούν όμως να φανταστούν καν έναν κόσμο όπου οι άντρες δε θα ασκούσαν έμφυλη βία γιατι απλά δε θα μάθαιναν ότι οι γυναικες είναι πράγματα που τα αποκτάς και όταν πάψουν να έχουν χρησιμότητα για σένα και το εγώ σου τα πετάς

Όταν η Έμφλυλη βία ταυτίζεται με την «Ανανδρία» τα θεμέλια της πατριαρχίας δε θα κλονιστούν

Δεν είναι το χειρότερο πράγμα που έχουμε δει διαδικτυακά, αλλά είναι κάπως ανησυχητικό αυτό το είδος λόγου που κάνει έκκληση στους άντρες να μην ασκούν έμφυλη βία κάνοντας επίκληση στον ανδρισμό, την αρρενωπότητά τους ή την ανδρική τους τιμή. Είναι αποκαρδιωτικό να βλέπεις ακόμα και ανθρώπους με καλές προθέσεις να μην αντιλαμβάνονται τη ρίζα του προβλήματος και να νιώθουν την ανάγκη να προσδώσουν στην ενσυναίσθηση και τον σεβασμό στον συνάνθρωπο ανδρικές ιδιότητες, σαν να χρειάζεται να τους υπενθυμίσουν ότι οφείλουν να συμπεριφέρονται καλύτερα ακριβώς για να επιβεβαιώσουν την αρρενωπότητά τους, επειδή ειναι «αρσενκά» και όχι ανθρωποι.

Γιατί πρέπει να τους απευθυνθούν «ως άνδρες προς άνδρες» αν όχι γιατί οι γυναικείες φωνές μετράνε λιγότερο και χαρακτηρίζονται ως «υστερικές»? Γιατί γίνεται υπενθύμιση του γεγονότος ότι οι πατεράδες τους (και όχι οι μανάδες τους) χάρηκαν στο άκουσμα της γέννησής τους παραβλέποντας πως ο λόγος ήταν ακριβώς ότι η ανδρική ζωή αξιολογείται ως πιο πολύτιμη και ένας γίος είναι προτιμότερος από μία κόρη? Γιατί γίνεται αναφορά στον άντρα «προστάτη», διαγράφοντας πως είναι ακριβώς οι άλλοι άντρες από τους οποίους οφείλει να μας προστατεύει? Γιατί αναρωτιούνται «τι έχουμε πάθει οι άνδρες» λες και υπήρχε κάποιο μυθικό παρελθόν που οι άντρες υπήρξαν gentlemen με πραγματικό σεβασμό στις γυναίκες και η φάση χάλασε τώρα που χάθηκαν οι παραδοσιακές αξίες? Γιατί αναμένεται η γυναίκα να νιώθει ασφάλεια με έναν άντρα αν όχι επειδή της έχει επιβληθεί μια θέση (οικονομικής, ψυχολογικής, κοινωνικής) εξάρτησης? Γιατί ακόμα και η αναφορά στην μάνα που προσεύχεται να βρει ο γιός της «μια καλή κοπέλα» επιβάλλει την υποχρεωτικότητα της ετεροφυλοφιλίας διαγράφοντας τους ομοφυλόφιλους άντρες οι οποιοι γίνονται συχνά αποδέκτες της ίδιας έφυλης βία που προσπαθεί να αποτραπεί ?

Γιατί η γυναίκα πρέπει να περιγραφεί ως «πορσελάνινη κούκλα» για να ξυπνήσει την προστατευτικότητα των ανδρών, ένα είδος καλοπροαίρετου σεξισμού που αναπαράγει όμως πατριαρχικές ιδέες όπως η γυναικεία ευθραυστότητα και ευαλωτότητα που μάλιστα όταν δεν τις επιτελούν σωστά μοιάζοντας με λουλούδια αμέσως ξεσηκώνουν την ανδρική βία ως τιμωρία στη μη συμμόρφωσή στα πρότυπα θηλυκότητας? Γιατί ο σεξισμός περιγράφεται ακόμα και από τη γυναίκα του πρωθυπουργού ως «ανανδρία», υπονοώντας ότι η έλλειψη ανδρείας/ ανδρισμού και όχι ακρβώς αυτή η αξιολόγηση των ανδρών ως ανώτερων βρίσκεται στη ρίζα του σεξισμού? Αν αν-ανδρεία σημαίνει έλλειψη ανδρισμού και αυτή ταυτίζεται με τον σεξισμό θα περίμενε οι γυναίκες (ως κατεξοχήν αν-ανδρες) να είναι αυτές που διαπράττουν περισσότερους βιασμούς και γυναικοκτονίες.
Η παραγωγή αυτό του λόγου που επιχειρεί να καλοπιάσει τους άντρες εξυμνώντας την αρρεωνπότητα και αναπαράγοντας ακριβως τις ίδιες πατριαρχικές αξίες που θα έπρεπε να καταπολεμάμε, δεν πρόκειται να κλονίσει τα θεμέλια της πατριαρχίας. Ακόμα και όταν οι προθέσεις είναι καλές και όχι απλά μια επιτέλεση virtue signalling, δεν συνειδητοποιούν ότι η καταπολέμηση της πατριαρχίας δεν είναι απλά θέμα καλών τρόπων ή -ακόμα χειρότερα- παραδοσιακών αξιών αλλά θέμα εξουσίας και ιεραρχίας των φύλων που αποτυπώνεται στην ίδια τη γλώσσα που χρησιμοποιούν.

Η πατριαρχία θα πάψει να υφίσταται όταν οι άνδρες θα συμπεριφέρονται στις γυναίκες ως άνθρωποι σε ανθρώπους και όχι όσο διδάσκονται να συμπεριφερονται «αντρίκια», λες και αποτελούν ένα ανώτερο είδος ανθρώπου με υψηλότερα standards. Ο τρόπος που εχον νοηματοδοτηεθεί οι «λεβέντες» και τα γνήσια «αρσενικά» ως αντιθετικά της θυλυκότητας, της «γυναικούλας» και της ανανδρίας είναι μέρος του προβλήματος, δε θα αποτελέσει τη λύση.

Όταν μαθαίνεις στους γιους σου να μη σκοτώνουν γυναίκες υπό προυποθέσεις

Προσοχή στις αναρτήσεις αυτές που προσποιούνται οτι τάσσονται κατά της έμφυλης βίας, ύπουλα όμως περνάνε το μήνυμα οτι οι γυναίκες οφείλουν να συμμορφώνονται με τα πατριαρχικά ιδεώδη αλλίως η βία που δέχονται τους αξίζει.

Η «αλλη πλευρά» της έμφυλης βίας, της κακοποίησης των γυναικών και των γυναικαικοκτονιών ΔΕΝ ειναι φυσικά ο πατριαρχικός αξιακός κώδικας της «σεμνότητας» ή της «χειρωνακτικής εργασίας» (???). Η «άλλη πλευρά» της τοξικής αρρενωπότητας που κυριολεκτικά σκοτώνει ΔΕΝ είναι τα πρότυπα των πρωινάδικων που δεν δολοφονούν αλλά απλά προσβάλλουν την αισθητική μας. Η «άλλη πλευρά» της πατριαρχίας δεν είναι οι γυναίκες που δεν διδάσκονται τις αξίες της «συντροφικότητας» γιατί καμία γυναίκα δεν οφείλει να είναι σύντροφος κανενός και σίγουρα όχι σε μία σχέση που αποτελεί «δύσβατο μονοπάτι». Είναι δικαίωμα της καθεμιας να μην είναι σε σχέση ή να ορίζει αυτή σε ποιες σχέσεις οφείλει. Oι σχέσεις δεν είναι απαραίτητο να είναι δύσκολες και αν κάποια γουστάρει αν χωρίσει επειδή δεν είναι στρωμένος ο δρόμος με ροζοπέταλα δεν σημαίνει οτι δεν διδάχτηκε της σωστές αξίες. Ούτε φυσικά οφείλει κάποια γυναίκα να σπουδάζει για να μην αξίζει τη βία.

Καλή προσπάθεια, αλλά η ασφάλεια και η σωματική ακεραιότητα των γυναικών ΔΕΝ περνάει μέσα από τους όρους που θέτει η πατριαρχία και κάθε σύνδεση του φαινομένου της έμφυλης βίας με την υποτιθεμενο «ηθικό ξεπεσμό» των γυναικών δεν κάνει τίποτα άλλο από το να την δικαιολογεί. Αποδεχτείτε ότι οι γυναίκες δεν οφείλουν να συμμοφρώνονται με τα πρότυπα θηλυκότητας που έχετε στο μυαλό σας γιατί τότε μόνο μία πλευρά υποστηρίζετε: Αυτή της πατριαρχίας που δολοφονεί γυναίκες.

Και ποιος άντρας δεν έχει σκεφτεί να σπρώξει την σύντροφό του από τα βράχια?

Το άρθρο από Τα Νεα για την ομολογία του γυναικοκτόνου -για το οποιο η εφημερίδα απολογήθηκε κατόπιν αντιδρασεων- φαινεται να απευθύνεται στους άντρες λέγοντας τους «ο γυναικοκτόνος ειναι ένας από εμας». Φαίνεται να κλείνει το μάτι σε όσους έχουν σκεφτεί, απειλήσει ή εχουν οντως κανει χρήση βίας υπονοώντας πως αφου ΟΛΟΙ εχουν κάνει αυτή τη σκεψη το μονο που τους χωρίζει από τουν γυναικοκτόνο ειναι οτι αυτός το πήγε ένα βήμα παραπέρω και το εκανε πράξη.

Φαίνεται ομως να απευθυνεται και στις γυναικες καθησυχάζοντας τις: αν ο συντροφός σου σε έχει απειλήσει με βία δεν είναι κάτι σπάνιο ή άξιο αναφοράς, και ποια από εμας δεν το έχει ακούσει. Είναι κάτι φυσιολογικό και αναμενόμενο, ΟΛΕΣ μας το έχουμε περάσει, δε σημαίνει οτι θα μας σκοτώσουν. Ειναι απλά κατι που οι άντρες λένε πάνω στα νεύρα τους και όχι ένα τεράστιο red flag, ενα προειδοποιητικό σημάδι.

Υπάρχει μια τεράστια διαφορά ανάμεσα στην κανονικοποίηση της έμφυλης βίας και την καταγγελία της. Το να παρουσιάζεις έτσι casually την έμφυλη βία ως καθημερινό φαινόμενο δεν κάνει κάτι ούτε για να την αποδομήσει ουτε για να την καταπολεμήσει. Ίσα ίσα μοιαζεί να λέει «έτσι είναι τα πράγματα». Γενιές και γενιές γυναικών γνώριζαν ότι οι άντρες σηκώνουν το χέρι τους, δεν είναι κάτι καινούριο ούτε φεμινιστικό να κάνεις αυτή την παρατηρηση. Φεμινιστικό θα ήταν να τονίζεις ακριβώς το πόσο άδικο και παράλογο είναι, να λές από τη μία ότι ειναι συχνό αλλά ταυτόχρονα να υποδεικνύεις τους συστημικους λόγους εξαιτίας των οποίων ειναι ειναι, να προσφέρεις μια εναλλακτική εικόνα του κόσμου.

Το να λες στωικά «η ζωή ειναι άδικη» δεν είναι ουτε ριζοσπαστικό ούτε επαναστατικό, αντιθέτως είναι κανονικοποίηση της αδικίας. Οφείλεις είτε να παιρνεις θέση εναντίον της αλλιώς είσαι μέρος του προβλήματος. Και τα mainstream ΜΜΕ ειναι μέρος του προβλήματος.

Γιατί δε μας Ενδιαφέρει η Ψυχική Κατάσταση ενός Γυναικοκτόνου

Στα άρθρα για την γυναικοκτονία στην Φολέγανδρο δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στην ψυχική κατάσταση του γυναικοκτόνου. Διαβάζουμε σε ένα από αυτά:

«Αστυνομικοί τον περιγράφουν στο ethnos.gr ως άτομο που «βρίσκεται σε απόλυτη σύγχυση. Φαίνεται χαμένος και η επικοινωνία είναι δύσκολη μαζί του». Μάλιστα ο 30χρονος λέει ακατάληπτα πράγματα και οι αρχές προβληματίζονται ιδιαίτερα από το γεγονός πως επαναλαμβάνει τη φράση «ήταν η κακιά η ώρα, η κακιά η ώρα». Τον 30χρονο στη συνέχεια θα δει γιατρός ενώ για το γεγονός θα ειδοποιηθεί και εισαγγελέας.»

Ξεδιπλώνεται δηλαδή το αφήγημα του θύτη που θόλωσε και έκανε το έγκλημα εν θερμώ αλλά τώρα που συνήλθε ειναι συνετριμμένος υπό το βάρος των τύψεων και των ενοχών. Το κείμενο μας καλεί οριακά να συμπάσχουμε μαζί του, να ανησυχύσουμε για την κατάστασή του, να τον δούμε κι αυτόν ως ένα θύμα του ίδιου του εκρηκτικού του ταμπεραμέντου, να αναφωνήσουμε ίσως ότι η χειρότερη τιμωρία ειναι που θα ζήσει την υπόλοιπη ζωή του με την επίγνωση της πράξης του. Μόνο που αυτός θα συνεχίσει να ζει. Το θύμα που ήταν ένας κίνδυνος στον εγωισμό του, που προκάλεσε την εξουσιά του, όχι.

Κι αυτό είναι ένα μοτίβο που επαναλαμβάνεται, είτε ο θύτης παρουσιαστεί μεταμελημένος και «χαμένος» όπως ο συγκεκριμένος, είτε ψύχραιμος και υπολογιστικός όπως ο Μπάμπης. Όποιος και να είναι όμως τα ΜΜΕ και η πατριαρχική κοινωνία φροντίζουν πάντα να μας κάνουν να δούμε τα πράγματα από την πλευρά τους, όχι λόγω καποιου οργανωμένου σχεδίου αλλά επειδή ολόκληρος ο κόσμος είναι χτισμένος γύρω από την αντρική οπτική και όχι αυτή των γυναικών και των θυμάτων πολλά από τα οποία άλλωστε έιναι νεκρά -ούτε βλέπουν πια ούτε μιλάνε. Εμείς ομως ως γυναικες και ως φεμινίστριες μπορούμε να δούμε τον κόσμο από τα μάτια τους γιατί πολλές από εμάς έχουμε βιώσει έστω και στιγμιαία την αίσθηση απειλής και την ενεργοποίηση τους ενστίκτου επιβίωσης που είναι συχνά το τίμημα που πληρώνουμε επειδή απορρίψαμε, ξεμπροστιασαμε, αμφισβητήσαμε, χωρίσαμε, διαφωνήσαμε με έναν άντρα.

Δεν έχει λοιπόν σημασία πώς νιώθει ο θύτης και πώς διαχειρίζεται τις συνέπειες των πράξεών του, σημασία έχει οτι το νήμα που δένει όλα αυτά τα περιστατικά είναι το αντρικό entitlement και η πατριαρχική νοοτροπία που ωθεί τόσους πολλούς να φτάσουν στη βία και τον φόνο απλά επειδή μία γυναίκα εναντιώθηκε στην θέληση και τις επιθυμίες τους.

Γιατί οι Δεξιοί δεν Δέχονται τον όρο Γυναικοκτονία

O λόγος που οι Δεξιοί εχθρεύονται την κοινωνιολογία ειναι ακριβώς επειδή στην πραγματικότητα αυτοί είναι που τρέμουν τη μετάβαση από το ειδικό στο γενικό. Προτιμούν περιστατικά βίας και καταπίεσης να παραμένουν «μεμονωμένες περιπτώσεις», τυχαία, ανεξήγητα και μοναδικά γεγονότα παρά την τακτική εμφάνισή τους, περιστατικά τα οποία δεν συνδέονται με ευρύτερα συστήματα εξουσίας και γι αυτό θα περέπει να αποδεχτούμε ως αναπόφευκτα αντί να τα εξηγούμε και να επέμβουμε σε αυτά.

Η μετάβαση από το ειδικό στο γενικό, όπως και σε κάθε επιστήμη, έχει να κάνει με την παρατήρηση κάποιων μοτίβων, κάποιων επαναλαμβανόμενων σχημάτων που αναδεικνύουν αιτιώδεις σχέσεις. Η κοινωνιολογική σκέψη έτσι μας βοηθάει να δώσουμε ερμηνεία σε έναν χαώδη κόσμο και να εστιάσουμε στις κοινωνικές και πολιτισμικές ρίζες σταθερά επανεμφανιζόμενων φαινομένων αντί να τα βλέπουμε όλα ξεχωριστά εστιάζοντας στους ατομικούς παράγοντες, όπως βολευει την νεοφιλελευθερισμό. Το να θεωρείς «ειδική» μια περίπτωση που θυμίζει άλλη μια ντουζίνα προηγούμενες μόνο τον τελευταίο χρόνο είναι ακραία αντι-επιστημονικό, είναι στα όρια τις δεισιδαιμονίας, θυμίζει εποχές που θεωρούσαν ότι είναι κάποια θεότητα που θόλωσε το μυαλό του άντρα με αποτέλεσμα να σκοτώσει τη γυναίκα και τα παιδιά του.


Ο λόγος που εμείς επιμένουμε στην χρήση του όρου «γυναικοκτονία» είναι επειδή η καθιέρωσή του, όπως και γενικότερα η θεωρητικοποίηση της βίας και της συστημικής καταπίεσης αποσκοπεί στη πρόληψη και την θεραπεία της. Όπως είναι δύσκολο να θεραπεύσεις και να προλάβεις μια ασθένεια εστιάζοντας μονο στα συμπτώματά της, χωρίς να βρεις την αιτία της, έτσι και με την έμφυλη, ρατσιστική, ομοφοβική βία, έτσι και με οποιοδήποτε άλλο κοινωνικό φαινόμενο, αδυνατούμε ως κοινωνία να το εξαλείψουμε και να το διαχειριστούμε χωρίς να το καταλάβουμε εις βάθος. Χωρίς την πτώση της πατριαρχίας δε θα σταματήσουν να υπάρχουν γυναικοκτονίες.

Ο όρος γυναικοκτονία δεν κάνει καμία δολοφονία «καλύτερη» ή «προτιμότερη» από την άλλη, υποδεικνύει απλά ότι αυτή δε λαμβάνει χώρα σε ένα κενό αλλά συνδέεται με ένα συγκεκριμένο είδος πατριαρχικής σκέψης. Εχει δηλαδή ένα είδος κινήτρου που συνδέεται με την πατριαρχία και τη συγκεκριμένη κοινωνική κατασκευή των γυναικών ως κτήματα των αντρών και της οικογενείας τους, ως δευτερεύοντες υπάρξεις που συμπληρώνουν τη ζωή των αντρών, και με συγκεκριμένη κατασκευή της σεξουαλικότητά τους ως μιαρή και απαραίτητη να ελεγχθεί έστω και με τη βία. Θα μπορούσε και μια γυναίκα να διαπράξει γυναικοκτονία, πχ σκοτώνοντας την κόρη της επειδή «ατίμασε» την οικογένεια με κάποια σεξουαλική σχέση της. Επειδή όμως η πατριαρχία κατασκευάζει τον άντρα ως το κατεξοχήν βίαιο υποκείμενο, είναι συνήθως ο άντρας που έπαιρνε (και ακομα παίρνει) αυτό το ρόλο.
Κατά τ’άλλα ο καθένας θα μπορούσε να βρει τις απαντήσεις που θέτει ο βουλευτής στην βιβλιογραφία αλλά είπαμε, όταν εχθρεύεσαι τόσο την επιστήμη που θα μπορούσε να σου δώσεις τις απαντήσεις που προσποιείσαι ότι ψάχνεις και όταν δεν έχεις καμία διάθεση να καταπολεμήσεις τα συστήματα εξουσίας τα οπόια προτιμάς να θεωρείς «φυσικά», είναι επόμενο να συμπεριφέρεσαι σαν να μην υπάρχουν.

To Διαζύγιο ως «Απειλή»

H πιο επικίνδυνη στιγμή σε μια κακοποιητική σχέση είναι ακριβώς όταν πας να (ξε)φύγεις. Όταν δηλαδή ο κακοποιητής συνειδητοποιεί οτι έχει χάσει την εξουσία πάνω σου, ότι τα παρακάλια, τα κλάματα, οι απειλές, η χειριστικότητα και όλες οι τακτικές που έχει δοκιμάσει δεν έχουν πια την ίδια επίδραση και δεν πετυχαίνουν τον στόχο τους. Είναι τότε που τους γυρνάει το μάτι και δείχνουν το πραγματικό τους πρόσωπο αποφασίζοντας να δράσουν τιμωρητικά γιατι η αίσθηση της ιδιοκτησίας πάνω σου που τους έχει καλλιεργήσει η πατριαρχία τους κάνει να πιστεύουν οτι τους παίρνεις κάτι που τους ανήκει, κάτι δικό τους.

Εσύ μπορεί να νομίζεις ότι απλά απομακρύνεις την εαυτή σου, η εαυτή σου όμως ανήκει σε αυτούς και άρα στην ουσία τους αποσπάς την ιδιοκτησία τους. Και γι αυτό στο μυαλό τους δικαιολογείται ό,τι σου κάνουν. Το διαζύγιο ως «απειλή» σημαίνει οτι το διαζύγιο και ο χωρισμός δεν είναι αυτοφροντίδα και αυτοπροστασία προς εσένα, είναι ευθεία επίθεση προς αυτούς. Είναι επίθεση στο εγώ τους και τη σφαίρα της ιδιοκτησίας τους. Όταν ένας κακοποιητικός άνδρας σε κατηγορεί που φεύγεις και τον εγκαταλείπεις είναι επειδη σε βλέπει ως επέκταση του εαυτού του και όχι ως αυτόνομο άνθρωπο. Αυτό ειναι πολύ διαφορετικό από το να σε πονάει ο χωρισμός, ο πόνος είναι διαφορετικός από την οργή και την εκδικητική μανία που κατακλύζει έναν κακοποιητικό άντρα που θεωρεί ότι απλά δεν είχες δικαίωμα να φύγεις και άρα είναι κάτι όχι που κάνεις ΓΙΑ σένα αλλά ΣΕ αυτόν. Η διαφορά βρίσκεται στο entitlement, στον τίτλο ιδιοκτησίας που θεωρούσε ότι είχε πάνω στο σώμα σου και την αγάπη σου.

Δυστυχώς, είναι πολλ@ αυτοί που δεν καταλαβαίνουν τη διαφορά ακριβώς επειδή η πατριαρχία κατασκευάζει τον αντρικό έρωτα στενά συνυφασμένο με την κτητικότητα και την γυναίκα ως κάποια που απλά συμπληρώνει τη ζωή των αντρών. Το βάρος έτσι δίνεται στα δικά τους αισθήματα με αποτέλεσμα τίτλους ειδήσεων σαν αυτούς που στην ουσία ξεπλένουν τον γυναικοκτόνο παρουσιάζοντας την πράξη του ως φυσική αντίδραση στην «απειλή». Υπήρξαν βέβαια και χειρότεροι τίτλοι όπως «την σκότωσε γιατί την αγαπούσε», αλλά βρήκα το συγκεκριμένο πιο ύπουλο και άξιο σχολιασμού.

Ο Γιάννης Λοβέρδος υπέρ των δικαιωμάτων κακοποιητικών αντρών

Ο Βουλευτής της ΝΔ Γιάννης Λοβέρδος εξέφρασε χθες κατά τη διάρκεια της ψήφισης του σχετικού νομοσχεδίου την άποψη πως ένας κακοποιητικός άντρας θα επρεπε να διατηρεί το δικαιωμα να βλέπει το παιδί του λες και η κακοποίηση ειναι κάποια ασήμαντη προσωπική διαφωνία με την πρώην συζυγό του και όχι δείγμα του χαρακτήρα του και της ποιότητάς του ως πατερας. Δεν μας εξήγησε βέβαια πού ειναι αυτός ο μυθικός κακοποιητής που δέρνει μόνο τη γυναικα του αλλά δείχνει αυτοσυγκράτηση όταν αφορά το παιδί αλλά ακόμα και αν υπάρχει θα έπρεπε να μας διευκρινήσει πώς ακριβώς είναι προς το συμφέρον του παιδιού να διατηρεί επαφή με έναν άντρα που έχει τραυματίσει την μητέρα του και ανά πάσα στιγμή μπορεί να γίνει βιαιος. Ίσως για εκείνον να έχει και διδακτική αξία, γιατί έτσι μαθαίνουν από νωρίς στο παιδί την πραγματική θέση της γυναίκας και το πόσο φυσιολογικό είναι να την κοπανάς χωρίς να αφαιρεί κάτι από την αξία σου ως άνθρωπο και ως πατέρα.~Valide Sultan

Πώς οι Προοδευτικοί μας Κάνουν Gaslighting για τους Επιδειξίες

Tα τελευταία χρόνια, κάθε φορά που γίνεται δημόσια καταγγελία κάποιου περιστατικού επιδειξία και άλλων συναφών παραβιαστικών συμπεριφορών, σκάει στους προοδευτικούς κυρίως κύκλους -αυτούς που ξέρουν να κρύβουν καλά τον μισογυνισμό τους πίσω από ένα αριστερό ή κουήρ προφίλ- ένα επιχείρημα που πάει κάπως έτσι: «Μα πώς κάνετε έτσι επειδή είδατε ένα πουλί, δεν καταλαβαίνω την έκρηξή σας! Ένα πουλί από μονο του δεν είναι αιτία τρομου, γιατί ΤΡΙΓΚΑΡΕΣΤΕ? Μήπως είστε πουριτανές? Μήπως είστε σεξοφοβικές? Μήπως είστε μίσανδρες? Μήπως τελικά θέλετε να ποινικοποιήσετε την απλή επιθυμία για σεξ και το αγνό γυμνό ανθρώπινο σώμα?». Οι ίδιοι κύκλοι μάλιστα έχουν το θράσος να κατηγορήσουν εμάς ότι φέρουμε κατάλοιπα πατριαρχίας επειδή τάχα είναι η πατριαρχία που κατασκευάζει την γυναίκα ως ένα ευάλωτο υποκείμενο που λιποθυμά στη θέα ενός ανδρικού πέους.

Η προσέγγιση αυτή βέβαια αγνοεί μια βασική διάκριση: δεν είδαμε ένα πουλί, μας το έδειξαν. ΜΕ ΤΟ ΖΟΡΙ. Δεν μπήκαμε καταλάθος σε μία ανδρική τουαλέτα ούτε πέσαμε τυχαία σε έναν τύπο που ουρούσε δημόσια αλλά παράμερα και σοκαριστήκαμε στη θέα του μορίου του. Δεν νιώσαμε άβολα σε μια παραλία γυμνιστών που συναινέσαμε να μπούμε και όπου οι τσίτσιδοι λουόμενοι κοιτούσαν τη δουλειά τους. Δεν ανοίξαμε καν μια πόρτα και βρήκαμε κάποιον να αυνανίζεται οπότε καταρρεύσαμε υπό τη θέα κάποιας στύσης. Αντιθέτως αντιδράσαμε στο πως ένας επιδειξίας μας εγκαλεί, στο πώς προσπαθεί με το ζόρι να μας εμπλέξει σε όλο αυτό ακριβώς επειδή είναι μέρος της απόλαυσης που αντλεί. Στο πώς προσπαθεί να μας εξαναγκάσει να γίνουμε το απρόθυμο κοινό στη προσωπική του τσόντα. Είναι γνωστό πως οι επιδειξίες δεν ένιωσαν έτσι αυθόρμητα την ανάγκη να βγάλουν το πέος τους να πάρει αέρα εκεί που κάθονταν μόνοι τους σε ένα λιβάδι κι εμείς από κακή τύχη πέσαμε πάνω τους. Αντιθέτως κάθονται υπομονετικά σε ένα πάρκο και περιμένουν κάποια περαστική για να της φωνάξουν ψιτ ψιτ ή μπαίνουν στα ΜΜΜ ΑΚΡΙΒΩΣ επειδή έχουν ανάγκη κοινό που ποτέ δεν συναίνεσε σε αυτό -ενώ δε θα ήταν ιδιαίτερα δύσκολο να βρουν κοινό συναινετικό.

Οι ίδιοι που δεν βλέπουν κάτι κακό στο να μας δείξει κάποιος το πουλί του δεν καταλαβαίνουν τάχα γιατί τρομάζουμε από αυτό αφού δεν είναι το ίδιο με μια απόπειρα βιασμού. Ένας άνθρωπος βέβαια που αντλεί απόλαυση ακριβώς από το σοκ και τη δυσαρέσκεια αγνώστων γυναικών (ή και αντρών), δηλαδή μέσα από την παραβίαση των ορίων τους, είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι γενικά δεν σέβεται τα όρια μας. Ποιος μας εγγυάται ότι θα σταματήσει εκεί? Γιατί να μην νιώσουμε ως απειλή έναν άντρα που αντικειμενοποιεί τις γυναίκες και τις χρησιμοποιεί ως εργαλεία για να ικανοποιήσει της σεξουαλικές του φαντασιώσεις ή ορέξεις όχι απλά ανάγοντας την συναίνεση σε προαιρετική αλλά μάλλον αντλώντας απόλαυση από την απουσία της. Σίγουρα αυτό δεν μπορεί να είναι καλό σημάδι αφού η λογική του συμπίπτει με αυτήν της κουλτούρας του βιασμού.

Η μεθοδευμένη αυτή προσπάθεια gaslighting ώστε να μας πείσουν ότι αντιδρούμε υπερβολικά προς τους επιδειξίες ή και τους cat callers γίνεται σε ένα πλαίσιο πλήρους απουσίας ενσυναίσθησης προς τις γυναίκες αγνοώντας εσκεμμένα την σκοτεινή πραγματικότητα που αυτές βιώνουν καθημερινά προσπαθώντας να τις βγάλει τρελές και υστερικές επειδή φοβούνται αυτό που παθαίνουν κάποιες κάθε μέρα. Η πατριαρχία έτσι μπορεί ανενόχλητη να συνεχίζει να ενσταλάζει τον φόβο στις γυναίκες με μυριάδες απειλητικές, αντικειμενοποιητικές και παραβιαστικές συμπεριφορές που τους υπενθυμίζουν την επισφαλή θέση τους, έναν φόβο απαραίτητο για να τις κρατάει διαρκώς υπό έλεγχο και υποταγή στις πατριαρικές επιταγές, ενώ ταυτόχρονα τις κατηγορεί ως υπερβολικά συναισθηματικές και παράλογες ακριβώς λόγω του φόβου αυτού.