Ο Νοσταλγός του Παρελθόντος

χωρις

Η νοσταλγία του παρελθόντος είναι τόσο μία αισθητική όσο και μια ιδεολογία. Είναι τόσο μια νοσταλγία για τα παλιά πράγματα, το σπιτικό φαί της μαμάς, το στιλ μιας άλλης εποχής όσο και μια νοσταλγία για την παλιά τάξη πραγμάτων, τις παλιές βεβαιότητες, τις παλιές ιεραρχίες. Είναι μια τεχνοφοβική αντιμετώπιση του κόσμου που καταλήγει σε μια νοσταλγία για τα πράγματα των παιδικών χρόνων, όχι επειδή ήταν πιο εύχρηστα ή λειτουργικά αλλά επειδή είναι δεμένα με τις αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας, μιας ηλικίας που φαντάζει πιο αθώα και απλή γιατί ήταν μια περίοδος χωρίς υποχρεώσεις, χωρίς ευθύνες και χωρίς δεσμεύσεις. Είναι μια νοσταλγία για την πουριτανική ηθική που υπαγορεύεται από την ντροπή, την πειθαρχία των έφηβων στους μεγαλύτερους μέσω του κώδικα των «καλών τρόπων», την υποταγή των γυναικών μέσω του φόβου, την ανάδειξη του έθνους ως μόνου γνώμονα πολιτικής συγκαλύπτοντας κάθε άλλη ταυτότητα. Ειναι ταυτόχρονα μια εξιδανίκευση ενός παρελθόντος που δεν υπήρξε ΠΟΤΕ, όπου τάχα τα συναισθήματα ήταν πιο αγνά και οι σχέσεις πιο δυνατές ενώ στην πραγματικότητα αυτές κρατούσαν παραπάνω ακριβώς λόγω της εξαιρετικής κοινωνικής πίεσης, του φόβου για το «τι θα πει ο κόσμος» και φυσικά της οικονομικής εξάρτησης των γυναικών από τους άντρες.

Η νοσταλγία του παρελθόντος είναι γι’αυτό ΠΑΝΤΑ μισογυνική γιατί κάθε εποχή που ο νοσταλγός αναπολεί είναι μία εποχή που οι γυναίκες είχαν λιγότερα δικαιώματα και λιγότερες επιλογές. Αυτό όμως ο νοσταλγός το προσπερνάει πολύ βολικά ρομαντικοποιώντας απροσδιόριστες περασμένες εποχές και σπέρνοντας ηθικό πανικό, αποδίδοντας έτσι τα δεινά της σημερινής εποχής στις αλλαγές που έχουν επέλθει, παρουσιάζοντας μια εικόνα όχι απελευθέρωσης αλλά ηθικής κατάπτωσης και αποσύνθεσης. Ο 21ος πρώτος αιώνας είναι τάχα ο αιώνας με τα «Παιδιά χωρίς πατέρα», δηλαδή παιδιά χωρισμένων γονιών ή ανύπαντρων μητέρων, αγνοώντας όλες τις προηγούμενες εποχές όπου οι άντρες δεν είχαν καν υποχρέωση να αναγνωρίσουν οποιοδήποτε παιδί και τα «παιδιά χωρίς πατέρα» αποκαλούνταν αποκαλούνταν απροκάλυπτα «μπάσταρδα» ή δυσκολεύονταν να επιβιώσουν.

Ο νοσταλγός του παρελθόντος είναι πάντα άνθρωπος χωρίς κριτική σκέψη, ποστάρει αναρτήσεις χωρίς νόημα και πιστεύει σε πράγματα χωρίς ουσία γιατί παραμένει πάντα προσκολλημένος στους τύπους και την επιφάνεια. Ο νοσταλγός του παρελθόντος είναι άνθρωπος χωρίς μέλλον γιατί στοιχειώνεται από τα φαντάσματα άλλων εποχών καταδικάζοντας τον σε έναν κόσμο που βιώνει ως εχθρικό ακριβώς λόγω του entitlement που αυτά τα φαντάσματα του καλλιεργούν και λόγω των ψεύτικων υποσχέσεων που του έδωσαν. Μπορούμε σχεδόν με βεβαιότητα να πούμε όμως πως ο νοσταλγός του παρελθόντος θα παρέμενε νοσταλγός του παρελθόντος σε όποια εποχή και να ζούσε.

H Αγιά Σοφιά και η Ιωάννα Τούνη

ορθοδοξία

Eμείς το βλέπουμε ανάποδα: εδώ καταστρέφεται η ζωή πραγματικών, ζωντανών γυναικών κι εσείς κάθεστε και ασχολείστε με μνημεία και εθνικιστικές φαντασιώσεις για να νιώσετε καλά με τη μίζερη ζωούλα σας? Κυριολεκτικά ΚΑΝΕΝΟΣ η ζωή, ούτε Τούρκου ούτε Έλληνα, δεν πρόκειται να αλλάξει ό,τι και να γίνει στην Αγιά Σοφιά, πέρα από το να του προσδώσει μια ψευδαίσθηση ανωτερότητας ως αντιπερισπασμό από τα πραγματικά προβλήματα και των δύο λαών. Η Αγία Σοφιά δεν είναι παρά ένα σύμβολο περασμένων μεγαλείων, και αν ο Δυτικός πολιτισμός της δίνει οποιαδήποτε σημασία αυτό συμβαίνει επειδή αιώνες αποικιοκρατίας και δυτικού ιμπεριαλισμού έκαναν τους λευκούς ευρωπαίους προσκολλημένους σε τέτοια μνημεία. Δεν είναι ότι θα την γκρεμίσουν και θα φτιάξουν Mall από πάνω χαλαρώστε, αν θαυμάζετε τόσο την αρχιτεκτονική της μπορείτε να συνεχίσετε να τη θαυμάζετε και ως τζαμί -εγώ πάντως έχω πάει πάνω από 10 φορές στην Ιστάνμπουλ και δεν έχω μπει μέσα ούτε μία, μια χαρά τη βλέπω και απ’εξω. Ελπίζω να της κάνουν και ένα βαψιματάκι.

Αν η παιδεία, η ορθοδοξία και ο πολιτισμός σας σας είναι το slut shaming, ο μισογυνισμός και ο υποβιβασμός των γυναικών και το σεξεργατριών σε πολίτες δεύτερης κατηγορίας χωρίς δικαιώματα ΤΑ ΚΑΤΟΥΡΑΜΕ. Φάτε το εθνικιστικό σανό σας και σκάστε, που νομίζετε ότι θα μας αποσπάσετε από τα πραγματικά προβλήματα που απειλούν και επηρεάζουν τις ζωές μας κάθε μέρα. ΑΣ ΞΕΜΑΡΜΑΡΩΝΕ κι αυτός στο φινάλε!

Είναι Κακό να Αγαπάμε την Πατρίδα μας;

«Είναι δηλαδή κακό να αγαπάμε την πατρίδα μας;», μας ρωτάνε ενοχλημένοι μερικοί, από αυτούς που ισχυρίζονται ότι είναι πατριώτες, όχι εθνικιστές, λες και έχει τεράστια σημασία αυτή η διάκριση, θιγμένοι όταν τους λέμε φασίστες επειδή βλέπουμε το προφίλ τους τίγκα στην γαλανολευκη και τα je suis Evros.

Δεν είναι κακό να αγαπάς τον τόπο που γεννήθηκες, που μεγάλωσες, όπου ζουν η οικογένειά σου, οι περισσότεροι φίλοι σου και όπου έχεις τις περισσότερες αναμνήσεις. Θα πρέπει όμως να καταλάβουμε ότι η Ελλάδα δεν είναι απλά ένας τόπος όπως η γειτονιά μας, το χωριό που περάσαμε τα περισσότερα καλοκαίρια της παιδικής μας ηλικίας με τον παππού μας ή το αγαπημένο μας νησί που κάναμε διακοπάρες με την κοπέλα μας ή τις κολλητές μας. Η Ελλάδα, και κάθε χώρα, είναι μια πολιτική οντότητα. Και ως τέτοια ασκεί εξουσία. Κι ενώ την εξουσία αυτή στην πλειοψηφία των περιπτώσεων μπορει εσύ να την έχεις βιώσει θετικά ως πολίτης του κράτους και άρα προνομιακό μελος της κοινότητας που εκπροσωπεί, για όσους δεν ανήκουν σε αυτή, δεν είναι το ίδιο θετική.

Μπορείς να αγαπάς την Ελλάδα γιατί ως Έλληνας ή Ελληνίδα δεν έχεις κάτι εναντίον της αλλά πολλοί μετανάστες όπως και πολλές μεινότητες με ελληνική υπηκοότητα δεν έχουν την ίδια θετική εμπειρία. Εσύ μπορείς να αγαπάς την χώρα που σου έδωσε δωρεάν εκπαίδευση ή διαβατήριο για να ταξιδεύεις στην Ευρώπη χωρίς βίζα, είναι όμως η ίδια χώρα που συμπεριφέρεται σε Ρομά, σε Έλληνες Μουσουλμάνους και σε Έλληνες Εβραίους αλλά και φυλακισμένους ή εξαρτημένους σαν πολίτες Β’ κατηγορίας. Είναι η ίδια χώρα που συμπεριφέρεται σε μετανάστες και πρόσφυγες σαν σκουπίδια στοιβάζοντάς τους σε κέντρα κράτησης και αντιμετωπίζοντας τους σαν κολλητικό ιό. Η Ελλάδα, όπως και ΚΑΘΕ έθνος, κατασκευάζεται μέσα από αποκλεισμούς και εξαιρέσεις και είναι τουλάχιστον εγωιστικό να ταυτίζεσαι μαζί της απλά επειδή βρέθηκες τυχαία από τη σωστή πλευρά της διάκρισης.

Η ιδέα του έθνους επιπλέον συγκαλύπτει τις πολλαπλές ταξικές και έμφυλες διακρίσεις στο εσωτερικό του προσποιούμενοι ότι έχουμε κοινά συμφέροντα.Έτσι μπορεί να μας καλεί να κάνουμε θυσίες στο όνομα ενός υποτιθέμενου «εθνικού συμφέροντος», χρησιμοποιώντας το για να καταπιέσει ομάδες όπως οι γυναίκες όταν τις αποτρέπει απο την έκτρωση ή οι εργαζόμενοι όταν καλουνται να αποδεχτούν την απώλεια τον εργασιακών τους δικαιωμάτων για το καλό της εθνικής οικονομίας αποκρύπτοντας έτσι ότι δεν έχουμε κοινά συμφέροντα με τα εθνικά μας αφεντικά.

Το να αγαπάς την Ελλάδα ως Έλληνας ή Ελληνίδα είναι σαν να έχεις έναν συγγενή βιαστή και δολοφονο και να λες ότι ειναι πολύ Καλό Παιδί γιατι συμπεριφέρεται καλα σε ΕΣΕΝΑ, και δε σε ενδιαφέρει τι κάνει στους άλλους ή απλά νιώθεις την υποχρέωση να τον στηρίξεις πρόλο που είναι κακοποιητικός και προς εσένα γιατί «το αίμα νερό δεν γίνεται κι άλλα τέτοια γραφικά.