Με πόσους άντρες πρέπει να πάει μια γυναικα

Συμπεράσματα διεξαχθείσας έρευνας:
*Αν έχετε κοιμηθεί με 6 και θέλετε να αποκατασταθείτε, φροντίστε να κοιμηθείτε το γρηγορότερο με άλλους 8-9 ώστε να βρίσκεστε τουλάχιστον εντός μιας αποδεκτής, ψηφήσιμης κατηγορίας
*Παρθενες και λοιπές παρθενοπιπίτσες του «εχω παέι με 3» είστε πλέον πασέ, θα ασχοληθούν μαζί σας όταν οι πρώτοι 3 σας πάρουν την παρθενιά και σας μάθουν τα κόλπα
*Αν έχετε κοιμηθεί με 15 σταματήστε εκεί που βρίσκεστε και μην κάνετε βήμα εμπρός, έχετε εξαντλήσει κάθε δυνατό όριο και επιείκεια. Παντρευτείτε τον τελευταιο που σας έλαχε ή έστω ανακυκλώστε κάποιον πρώην σας
*Οι γυναίκες σεξουαλικοι παρτερνέρ δεν μετράνε και δεν υπάρχει ταβάνι ως προς το νούμερο, χρησιμοποιείστε αυτο το παραθυράκι σοφά.
*Aν είσαι λεσβιά ΠΡΕΠΕΙ να κοιμηθείς με τουλάχιστον 4 άντρες,σ I don’t make the rules
*Έχουμε 2021 και ακόμα ασχολούμαστε με τον αριθμό των σεξουαλικών συντρόφων μιας γυναίκας γιατί αυτό αποτελεί πια το τελευταιό μέσο ελέγχου της σεξουαλικότητάς τους τώρα που καθε άλλος πρακτικός πατριαρχικός περιορισμός έχει αρθεί

Οι Γυναίκες δεν είναι Rolex

Πριν αρκετά χρόνια μοιράστηκα ενα τύπου meme ποστ (θα το βάλω στα σχόλια) που περιέγραφε μία κατάσταση οπου κάποιος προσπαθει να αναφέρει σε έναν αστυνομικό ότι τον λήστεψαν στο δρόμο ενώ ο τελευταίος του απαντάει με ατάκες που συνήθως απευθύνονται σε θύματα βιασμού,δλδ με ένα μείγμα αμφισβήτησης, πατροναρίσματος και gaslighting


To post αυτό είναι πάρα πολύ δημοφιλές και παίρνει πάντα εκατοντάδες shares αλλά τα τελευταία χρόνια έχω πάψει να χρησιμοποιώ τέτοιου είδους επιχειρήματα, που παραλληλίζουν το βιασμό με την κλοπή γιατί μπορούν εύκολο -όπως φαίνεται και στο σκρηνσσοτ-να γυρίσουν boomerang και να χρησιμοποιηθούν εναντίον μας για τους εξής λόγους:
1)πρώτον οι παραλληλισμοί αυτοί εξισώνουν τις γυναίκες με ένα άψυχο αντικείμενο (rolex, ξεκλείδωτο αυτοκίνητο, σπίτι, πορτοφολι κτλ) και το σώμα της με ιδιοκτησία που πρέπει να «φυλάει». 2)Δεύτερο γιατί αγνοεί πως η κλοπή γεννάται μέσα από καταστάσεις ανισότητας και εξαθλίωσης ενώ οι βιασμός από μια θέση προνομίου και οτι ενώ η κλοπή αφορά την επιβίωση ο βιασμός αφορά απλά την επιβολή εξουσίας προς το αδύναμο μέρος. Με λίγα λόγια, κάθε φορά που παρομοιάζουμε τις γυναίκες με ένα είδος πολυτελείας όπως ένα πανάκριβο ρολόι θα πρέπει να έχουμε στην άκρη του μυαλό μας οτι ναι, αν κάπιος φορά rolex και παει και το τρίβεις στη μούρη φτωχων ανθρώπων που γίνονται αντικείμενο της ίδιας καταπιεσης και εκμετάλλευσης μέσω της οποίας πιθανότατα αυτος το απέκτησε (‘κακόφημη γειτονιά»= φτωχή γειτονία άλλωστε) δε θα τον λυπηθούμε και πολύ αν του το κλέψουν.
Οι γυναίκες όμως δεν είναι «προκλητικές» επειδη απλά έχουν ένα ελκυστικό σώμα στο οποιο δε δίνουν πρόσβαση σε όποιοιον το ζητάει. Οι γυναίκες και το σώμα τους δεν είναι ένα αγαθό που προκύπτει μέσα από σχέσεις ανισότητας. Οι γυνάικες είναι άνθρωποι και δεν θα έπρεπε να κατανέμονται ισότιμα σε όλους τους άντρες λες και είναι είδη πρώτης ανάγκης ή λες και με το αρνούνται το σεξ μαζί τους τους στερούν καποιο δικαίωμα.

Δε θα ήθελα φυσικά να δικαιολογήσω τις κλοπές και τις ληστείες ιδίως οταν έχουν μη προνομιουχα θύματα, αλλά στο συγκεκριμένο παράδειγμα το rolex έχει μια πολύ συγκεκριμένη θέση, ως σύμβολο διάκρισης εχόντων-μη εχόντων με τρόπο που παραπέμπτει σε γυναίκες που «μοστράρουν» τα καλλη τους σε «πεινασμένους» για σεξ και όλη αυτή η μεταφορά ειναι παραπλανητική.

Το σχολιαζομενο ποστ είναι μέρος μιας σειράς αναρτήσεων στη συγκεκριμένη σελίδα που προσπαθεί να υποστηρίξει πως οι γυναίκες ειναι κατά βαθος υπεύθυνες για το δικο τους βιασμο και θα μπορούσαν να τον αποφύγουν. Ο βιασμός εδώ φυσικοοπιείται και εκλαμβάνεται ως κάτι δεδομένο και αναπρόδραστο και όχι ως κάτι που γεννάται μέσα από τις πατριαρχικές σχέσεις εξουσίας και ακριβώς μέσα από τη λογική ότι οι γυναικες είναι αντικείμενα τα οποία οι άντρες δικαιούνται να έχουν είτε με το καλό ειτε με το κακό. Ταυτοχρονα, η ιδέα πως οι γυναίκες έχουν δικαιώματα στη Δύση προσκρουει πάνω στην ιδέα ότι δε θα έπρεπε να τα χρησιμοποιουμε, τα έχουμε δλδ ίσα ίσα ως διακοσμητικά και για να μας λένε οτι έχουμε τυπική ισότητα.

Η «εκκωφαντική σιωπή» των γυναικείων οργανώσεων για το έγκλημα στα Γλυκά Νερά

Οι κατηγορίες ότι οι φεμινίστριες σιωπούν μπροστά στο έγκλημα στα Γλυκά Νερά δεν είναι μόνο κλασική περίπτωση του πώς τέτοια εγκλήματα εργαλειοποιούνται για να κεντρίσουν τα ρατσιστικά αντανακλαστικά της κοινωνίας αλλά και σημάδι του πώς οι άνθρωποι που εκτοξεύουν τέτοιες κατηγορίες δεν έχουν καταλάβει (ή κάνουν ότι δεν έχουν καταλάβει) ούτε τι είναι ο φεμινισμός ούτε τι είναι η έμφυλη βία.

Αυτό μας επιστρέφει πίσω στη διαμάχη για τον όρο «γυναικοκτονία»: αυτή δεν αφορά απλά την δολοφονία μιας γυναίκας από έναν άντρα αλλά αντιθέτως το κίνητρο μιας τέτοιας δολοφονίας που απορρέει από ένα ευρύτερο πατριαρχικό πλαίσιο ελέγχου και ιδιοκτησίας των γυναικών, των σωμάτων και της σεξουαλικότητάς τους από τους άντρες συγγενείς και συντρόφους τους. Το κλασικό παράδειγμα που φέρνουμε συνήθως είναι πως αν μια γυναίκα χάσει τη ζωή της κατά τη διάρκεια μιας ληστείας ΔΕΝ είναι γυναικοκτονία αλλά ένα τυχαίο έγκλημα χωρίς έμφυλο πρόσημο -πέρα δηλαδη από το γεγονός οτι το μεγαλύτερο ποσοστό βίαιων εγκλημάτων διαπραττεται από άντρες.

Τώρα, για το συγκεκρμένο έγκλημα δεν μπορούμε να ξέρουμε ακριβώς τις συνθήκες και τις λεπτομέρειες αλλα φαίνεται μια τέτοια περίπτωση. Άρα τι ακριβώς θα πρέπει να καταδικάσουν οι φεμινίστριες? Η καταδίκη συνήθως είναι απαραίτητη όταν υπάρχουν αντίθετες φωνές. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν ακούστηκε ούτε οτι το θύμα πήγαινε γυρεύοντας, ούτε οτι έπρεπε να προσέχει, ούτε ξεσκονίστηκε το παρελθόν του για να βρεθεί το αποκαλυπτικό φόρεμα που φορούσε πριν 3 χρόνια στην βραδινή της έξοδο ή οι «κακές παρέες» που έκανε με σκοπό να αφήσουν υπονούμενα οτι άξιζε έναν τραγικό θάνατο όπως έχουμε δει με τα θύματα βιασμών και γυναικοκτονιών -αν και βέβαια δεν χάσαν χρόνο τα ΜΜΕ να αισθητικοποιήσουν τη δολοφονία μιας συμβατικά όμορφης γυναίκας. Υπονοεί ο συντάκτης ότι μήπως όχι μονο δεν καταδικάζουμε το έγκλημα αλλά το επικροτούμε κιόλας, αναπαράγοντας την ακροδεξιά φαντασίωση πως οι φεμινίστριες τάχα σπεύδουν να συγχωρέσουν τον μετανάστη δολοφόνο και βιαστή λόγω κάποιου φετίχ με τους Ανατολίτες και λοιπούς αλλοδαπούς?

Για ποια επιλεκτική ευαισθησία μιλάμε? Αντιθέτως είναι η δική τους ευαισθησία που είναι επιλεκτική,που εξεγείρονται μόνο όταν οι θύτες είναι μετανάστες (ή τέλοσπάντων υπονοείται ότι ειναι) και δίνουν έμφαση σε αυτό ξεχνώντας οτι παραμένουν άντρες και πως είναι οι άντρες που διαπράττουν το συντριπτικό ποσοστό των βίαιων εγκλημάτων για λόγους που ασφαλώς δεν είναι άσχετοι με την πατριαρχία. Οι γυναίκες θα συνεχίζουν να κινδυνεύουν από σεξουαλικές επιθεσεις ακομα και χωρίς την παρουσία μεταναστών. Και οι ληστείες και οι κλοπές θα συνεχίσουν να συμβαίνουν όσο περισσότερο αυξάνεται η φτώχεια και η περιθωριοποιηση πληθυσμιακών ομάδων.

Η φεμινιστική παρέμβαση είναι απαραίτητη όταν η κοινωνία επιδίδεται σε victim-blaming ή προσπαθεί να συσκοτίσει τις έμφυλες καταβολές ενός εγκλήματος παρουσιάζοντάς το πχ ως «εγκλημα πάθους». Οι φεμινίστριες είναι εκεί όταν δολοφονούνται η βιάζονται μετανάστριες για τις οποίες κανένας δεν μιλάει γιατί η δική τους ζωή δεν θεωρείται εξίσου σημαντική ή οταν οι θύτες είναι «δικά μας’, «καλά παιδιά» που πλαισιώνονται ως απλά άμυαλα, παρορμητικά ή με ψυχολογικά προβλήματα αγόρια.

Ως άνθρωποι θρηνούμε την τραγική δολοφονία μιας νεαρής γυναίκας. Ως φεμινίστριες απλώς δεν έχουμε κάτι να προσθεσουμε σε μια κοινωνία που σύσσωμη στέκεται σοκαρισμένη μπροστά στο συγκεκριμένο έγκλημα.

Πώς οι Προοδευτικοί μας Κάνουν Gaslighting για τους Επιδειξίες

Tα τελευταία χρόνια, κάθε φορά που γίνεται δημόσια καταγγελία κάποιου περιστατικού επιδειξία και άλλων συναφών παραβιαστικών συμπεριφορών, σκάει στους προοδευτικούς κυρίως κύκλους -αυτούς που ξέρουν να κρύβουν καλά τον μισογυνισμό τους πίσω από ένα αριστερό ή κουήρ προφίλ- ένα επιχείρημα που πάει κάπως έτσι: «Μα πώς κάνετε έτσι επειδή είδατε ένα πουλί, δεν καταλαβαίνω την έκρηξή σας! Ένα πουλί από μονο του δεν είναι αιτία τρομου, γιατί ΤΡΙΓΚΑΡΕΣΤΕ? Μήπως είστε πουριτανές? Μήπως είστε σεξοφοβικές? Μήπως είστε μίσανδρες? Μήπως τελικά θέλετε να ποινικοποιήσετε την απλή επιθυμία για σεξ και το αγνό γυμνό ανθρώπινο σώμα?». Οι ίδιοι κύκλοι μάλιστα έχουν το θράσος να κατηγορήσουν εμάς ότι φέρουμε κατάλοιπα πατριαρχίας επειδή τάχα είναι η πατριαρχία που κατασκευάζει την γυναίκα ως ένα ευάλωτο υποκείμενο που λιποθυμά στη θέα ενός ανδρικού πέους.

Η προσέγγιση αυτή βέβαια αγνοεί μια βασική διάκριση: δεν είδαμε ένα πουλί, μας το έδειξαν. ΜΕ ΤΟ ΖΟΡΙ. Δεν μπήκαμε καταλάθος σε μία ανδρική τουαλέτα ούτε πέσαμε τυχαία σε έναν τύπο που ουρούσε δημόσια αλλά παράμερα και σοκαριστήκαμε στη θέα του μορίου του. Δεν νιώσαμε άβολα σε μια παραλία γυμνιστών που συναινέσαμε να μπούμε και όπου οι τσίτσιδοι λουόμενοι κοιτούσαν τη δουλειά τους. Δεν ανοίξαμε καν μια πόρτα και βρήκαμε κάποιον να αυνανίζεται οπότε καταρρεύσαμε υπό τη θέα κάποιας στύσης. Αντιθέτως αντιδράσαμε στο πως ένας επιδειξίας μας εγκαλεί, στο πώς προσπαθεί με το ζόρι να μας εμπλέξει σε όλο αυτό ακριβώς επειδή είναι μέρος της απόλαυσης που αντλεί. Στο πώς προσπαθεί να μας εξαναγκάσει να γίνουμε το απρόθυμο κοινό στη προσωπική του τσόντα. Είναι γνωστό πως οι επιδειξίες δεν ένιωσαν έτσι αυθόρμητα την ανάγκη να βγάλουν το πέος τους να πάρει αέρα εκεί που κάθονταν μόνοι τους σε ένα λιβάδι κι εμείς από κακή τύχη πέσαμε πάνω τους. Αντιθέτως κάθονται υπομονετικά σε ένα πάρκο και περιμένουν κάποια περαστική για να της φωνάξουν ψιτ ψιτ ή μπαίνουν στα ΜΜΜ ΑΚΡΙΒΩΣ επειδή έχουν ανάγκη κοινό που ποτέ δεν συναίνεσε σε αυτό -ενώ δε θα ήταν ιδιαίτερα δύσκολο να βρουν κοινό συναινετικό.

Οι ίδιοι που δεν βλέπουν κάτι κακό στο να μας δείξει κάποιος το πουλί του δεν καταλαβαίνουν τάχα γιατί τρομάζουμε από αυτό αφού δεν είναι το ίδιο με μια απόπειρα βιασμού. Ένας άνθρωπος βέβαια που αντλεί απόλαυση ακριβώς από το σοκ και τη δυσαρέσκεια αγνώστων γυναικών (ή και αντρών), δηλαδή μέσα από την παραβίαση των ορίων τους, είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι γενικά δεν σέβεται τα όρια μας. Ποιος μας εγγυάται ότι θα σταματήσει εκεί? Γιατί να μην νιώσουμε ως απειλή έναν άντρα που αντικειμενοποιεί τις γυναίκες και τις χρησιμοποιεί ως εργαλεία για να ικανοποιήσει της σεξουαλικές του φαντασιώσεις ή ορέξεις όχι απλά ανάγοντας την συναίνεση σε προαιρετική αλλά μάλλον αντλώντας απόλαυση από την απουσία της. Σίγουρα αυτό δεν μπορεί να είναι καλό σημάδι αφού η λογική του συμπίπτει με αυτήν της κουλτούρας του βιασμού.

Η μεθοδευμένη αυτή προσπάθεια gaslighting ώστε να μας πείσουν ότι αντιδρούμε υπερβολικά προς τους επιδειξίες ή και τους cat callers γίνεται σε ένα πλαίσιο πλήρους απουσίας ενσυναίσθησης προς τις γυναίκες αγνοώντας εσκεμμένα την σκοτεινή πραγματικότητα που αυτές βιώνουν καθημερινά προσπαθώντας να τις βγάλει τρελές και υστερικές επειδή φοβούνται αυτό που παθαίνουν κάποιες κάθε μέρα. Η πατριαρχία έτσι μπορεί ανενόχλητη να συνεχίζει να ενσταλάζει τον φόβο στις γυναίκες με μυριάδες απειλητικές, αντικειμενοποιητικές και παραβιαστικές συμπεριφορές που τους υπενθυμίζουν την επισφαλή θέση τους, έναν φόβο απαραίτητο για να τις κρατάει διαρκώς υπό έλεγχο και υποταγή στις πατριαρικές επιταγές, ενώ ταυτόχρονα τις κατηγορεί ως υπερβολικά συναισθηματικές και παράλογες ακριβώς λόγω του φόβου αυτού.

Γιατί το τσουβάλιασμα των μεταναστών δεν είναι το ίδιο με το «τσουβάλιασμα» των αντρών

Όταν ένας άντρας πιάνει τον κώλο μιας γυναίκας το κάνει επειδή ζει σε ένα σύστημα που του έδωσε την πολυτέλεια να ασκεί εξουσία και σίγουρα δεν είναι γι αυτόν θέμα επιβίωσης. Όταν κλέβει ένα σπίτι ένας μετανάστης ή οποιασδήποτε φτωχός και περιθωριοποιημένος το κάνει για να επιβιώσει σε ένα σύστημα που του στέρησε άλλες δυνατότητες. Όταν λοιπόν μας κατηγορούν ότι «τσουβαλιάζουμε» τους άντρες συγκρίνοντάς τους με το «τσουβάλιασμα» των μεταναστών καλό είναι να θυμόμαστε ότι η πρώτη γενίκευση έχει περισσότερα κοινά με το «τσουβάλιασμα» των μπάτσων ή των αφεντικών, γίνεται δηλαδή με μια διάθεση κριτικής στην ΣΥΣΤΗΜΙΚΉ εξουσία και όχι, αντιθέτως, με στόχο τη διατήρησή της. Και ακριβώς επειδή μιλάμε για συστημικά φαινόμενα δεν έχει ιδιαίτερη σημασία το «μα δεν είναι όλοι έτσι».

Κάθε σύγκριση ανάμεσα στους άντρες και τους μετανάστες δεν είναι παρά μια σοφιστεία που εντέχνως αγνοεί το εξής: ότι οι άντρες είναι μια κυρίαρχη ομάδα (έναντι των γυναικών) που έχει ως σύνολο τη δυνατότητα να ασκήσει την εξουσία της πάνω στις τελευταίες και όταν εγκληματούν το κάνουν από θέση προνομίου. Αντιθέτως οι μετανάστες είναι μια υποτελής ομάδα έναντι των ντόπιων, πάνω στην οποία ασκείται η εξουσία (της φτώχειας, της στέρησης πολιτικών δικαιωμάτων κτλ) και όταν εγκληματούν το κάνουν από τη θέση του καταπιεσμένου.

Η διαθεματικότητα είναι χρήσιμη στην περίπτωση που οι ταυτότητες των εμπλεκόμενων υποκειμένων δεν είναι τόσο γραμμικές. Τι κάνουμε δηλαδή όταν ένας άντρας μετανάστης παρενοχλήσει μία ντόπια γυναίκα ή μια ντόπια γυναίκα ασκήσει ρατσιστική βία σε έναν άντρα μετανάστη? Εκεί προφανώς τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά και σημασία έχει πάντα το context. Δεν σημαίνει ότι ένας μετανάστης ή μια γυναίκα δεν ασκεί ποτέ εξουσία, έχει σημασία από ποια θέση υποκειμένου και εναντίον ποι@ την ασκεί. Όταν για παράδειγμα ένας άντρας μετανάστης παρενοχλεί μια γυναίκα, είναι γελοίο να τσουβαλιάσουμε τους μετανάστες για τον απλό λόγο ότι ασκεί μια εξουσία που του έχει δοθεί από την πατριαρχία και όχι από το στατους του ως πολίτης δεύτερης κατηγορίας.

Για ός@ς μας κατηγορούν πως όταν η σεξουαλική βία ασκείται από μετανάστες δεν εξοργιζόμαστε εξίσου η απάντηση είναι απλή: Ακριβώς λόγω της έλλειψης προνομίων τους εντός της ελληνικής κοινωνίας, οι μετανάστες βιαστές καταδικάζονται σύσσωμοι σε αντίθεση με τους Έλληνες βιαστές που βρίσκουν υποστηρικτές και ξεπλέονται στα πλυντήρια της κοινής γνώμης ενώ ταυτόχρονα έχουν καλύτερα μέσα και διασυνδέσεις στη διάθεσή τους για να την σκαπουλάρουν οπότε συνήθως ως φεμινίστριες δεν έχουμε κάτι να προσθέσουμε σε όλο αυτό πέρα από το συμφωνήσουμε με την καταδίκη -και φυσικά να επιστήσουμε την προσοχή στο ότι δεν φταίει το θρήσκευμα ή η «ξένη κουλτούρα» για κάτι που κάνουν και οι Έλληνες

H «Ειρωνεία» του Cat-calling είναι η ουσία της πατριαρχίας

Πέρασε από το newsfeed μου ένα tweet που έγραφε: «η μεγαλύτερη ειρωνεία του catcalling είναι οτι οι γυναίκες θα φορούσαν λιγότερα αν οι άντρες δεν το έκαναν». Μου φάνηκε αστείο στην αρχή ώσπου αναλογίστηκα ότι κάνει ένα θεμελιώδες λάθος: υπονοεί ότι αυτό που θέλουν οι άντρες είναι κώλοι και βυζιά. Ότι δηλαδή, όπως μας λεέι η πατριαρχία, οι άντρες θέλουν ΣΕΞ!


Μόνο που αν οι άντρες στη πατριαρχια ήθελαν να βλέπουν περισσότερο μπούτι δε θα μας έκαναν slut shaming in the first place Aν ήθελαν μόνο σεξ τότε η πατριαρχία δε θα το είχε καταστήσει τόσο δύσκολο για τις γυναίκες να το κάνουν. Αν το σεξ ήταν το ζητούμενο τότε η πατριαρχία δε θα είχε περιορίσει για χιλιάδες χρόνια την γυναικεία σεξουαλικότητα με νόμους, εγκλεισμό στο σπίτι, συνεχή αστυνόμευση, στιγματισμό αναγοντάς την σε ένα τάχα δυσεύρετο αγαθό και δημιουργώντας ένα τεχνητό έλλειμμα για το οποιο μαζεύονται ομαδικά και κλαίγονται οι incels κατηγορώντας τις ορμόνες.


Στην πραγματικότητα ο πατριαρχικός άντρας δε θέλει απλά να βλέπει κώλους και βυζιά, θέλει να νιώθει ότι έχει έλεγχο πάνω στο σώμα και την σεξουαλικότητα των γυναικών. Και αυτή ακριβώς την λειτουργεία επιτελεί το catcalling, υπενθυμίζοντας στις γυναίκες ότι το σώμα τους υπάρχει προς τέρψη άλλων. Αυτό δεν είναι κάποιου είδους «ειρωνεία» είναι όλη η ουσία της πατριαρχίας. Ας σταματήσουμε να αναπαράγουμε την απλοική ιδέα οτι οι μισογύνηδες είναι κάτι αφελείς τύποι που δεν ξέρουν το καλό τους.

102 Δικαιολογίες για 101 Στάσεις

Οι γυναίκες παρουσιάζονται συχνά, τάχα χιουμοριστικά, ως αυτες που δίνουν συνεχώς δικαιολογίες για να αποφύγουν το σεξ. Οι γυναίκες που επικαλούνται πονοκέφαλο είναι ένα πολύ συχνό punchline που τις αναπαριστά ως πονηρές και ψεύτρες και όπου στόχος γίνεται να παρακαμφθούν αυτές της οι αντιστάσεις -ένα άλλο αστείο που κυκλοφορεί πχ είναι αυτό όπου ο άντρας προσφέρει ασπιρινη στην γυναικα και όταν αυτή δηλώνει πως δεν έχει πονοκέφαλο αυτός προτείνει σεξ.

Αυτό που δεν εξετάζεται ποτέ ειναι το γιατι οι γυναίκες αναγκάζονται να δώσουν ή να επινοήσουν δικαιολογίες για να αποφύγουν το σεξ και δεν αρκεί ένα «οχι» ή ένα «δεν έχω διάθεση τώρα». Οι γυναίκες αναγκάζονται να δικαιολογούν συνεχώς την απόρριψή τους ή την έλλειψη επιθυμίας τους για σεξ μια δεδομένη στιγμή ακριβώς επειδή το σεξ εχει πλαισιωθεί ως κάτι που χρωστάνε στους άντρες και με την άρνησή τους το στερούν. Και αυτή την άρνησή τους θα πρέπει να την δικαιολογύν και να την σερβίρουν με εύπεπτο τρόπο.

Η πατριαρχική κουλτούρα αυτό το μεταφράζει ώς μια γενικότερη έλλειψη επιθυμίας των γυναικών για σεξ χωρίς ποτέ να εξετάζει τον τρόπο που η διαδικασία αυτή δικαιολόγησης και η τοποθέτηση των γυναικών ως παθητικό αντικείμενο που πρέπει είτε να αποκρούσει είτε να δεχτεί την σεξουαλική προσέγγιση των αντρών έχει άμεση επίπτωση και στη δική της επιθυμία και στο τρόπο που βλέπει το σεξ. Αυτό που επίσης ποτέ δεν εξετάζεται ειναι ο τρόπος που πολλοί άντρες αντί να σεβαστούν τα λεκτικά ή άλλα σημάδια άρνησης συνεχίζουν να πιέζουν και να επιμένουν μέχρι αυτή να προσφέρει μια ολοκληρωμένη και κοφτή δικαιολογία καθώς και ο τρόπος που αυτοί συχνά θα αντιδράσουν παθητικο-επιθετικά σε αυτήν την δικαιολογία κάνοντάς τη να νιώσει άσχημα, εντυπώνοντας μέσα της ότι η άρνηση της είναι κάτι που ακολουθείται από συνέπειες.

Κάθε γυναίκα που έχει αναγκαστεί κάποια στιγμή στη ζωή της να αποκρούσει την σεξουαλική προσέγγιση ενός άντρα, ακόμα και του συντρόφου της, δίνοντας μια δικαιολογία που θα προστατέψει τον εγωισμό του, έχει προς στιγμή βιώσει το σώμα της και την επιθυμία της ως κάτι που δεν της ανήκει, ως κάτι που χρωστάει σε κάποιον άλλον. Έχει δώσει προτεραιότητα στα συναισθήματα κάποιου άλλου αντί για τα δικά της και έχει αποφύγει να αναγνωρίσει το αναπόφευκτο γεγονός ότι δύο άτομα δεν γίνεται να ταυτίζονται 24/7 στις επιθυμίες τους αλλά για κάποιο (πατριαρχικό λόγο) είναι μόνο οι γυνάικες που θα πρέπει να απολογούνται γι αυτό. Κι αυτός δυστυχώς είναι ο τρόπος που πολλές γυναίκες στην πατριαρχία μαθαίνουν να βλέπουν το σεξ και είναι λίγο περίεργο που σπάνια μιλάμε για το πώς αυτό (και όχι η «Φύση» ή οι «ορμόνες») επηρεάζουν την λίμπιντό της και την τάση της να παίρνει πρωτοβουλίες που αφορούν τη σεξουαλικότητά της.

Η Γυναικεία Μοναξιά ως Πρόβλημα στην Πατριαρχία

«Γιατί υπάρχουν τόσες γυναικες μόνες τους;»
Το κείμενο αυτό επιχειρεί να απαντήσει σε ένα πλαστο ερώτημα που δημιουργεί το ιδιο. Η προβληματοποίηση της γυναικείας μοναξιάς είναι ένα βασικό μέσο πατριαρχικής προπαγάνδας η οποία προσπαθεί να πατρονάρει τις γυναικες και να τις πλαιώσει ως το πρόβλημα στην κρίση των σχέσεων που τάχα παρατηρείται. Στην πραγματικότητα, δεδομένου οτι οι άντρες είναι ίσοι σε αριθμό με τις γυναίκες (μην κάνουμε πάλι αυτή τη συζήτηση και με αναγκάσετε να ποστάρω παλι τα ίδια στατιστικά) για κάθε γυναίκα single αντιστοιχεί και ένας άντρας; Γιατί είναι λοιπόν μόνο οι μόνες γυναίκες που παρουσιάζονται ως το προβλημα?

Το άρθρο επιχειρεί να δώσει μια ταυτολογική εξήγηση: «Και στο ανδρικό στρατόπεδο συμβαίνει αυτό, αλλά δεν το φέρνουν τόσο βαρέως». Καταρχάς οι γυναικες μπορούν να το φέρουν τόσο βαρέως ακριβώς γιατι η κοινωνική τους επιτυχία και αξία περνάει μέσα από την ανδρική αποδοχή. Μια γυναικα μόνη της στιγματίζεται και θεωρείται αποτυχυμένη, άρα δεν είναι τόσο η μοναξιά το πρόβλημα όσο η ακύρωση που αισθάνεται από το αφήγημα της επιτυχίας. Κατά δεύτερον, εντελώς συμπτωματικά ως απάντηση στον φεμινισμό αναδύθηκε το κίνημα των incels, ανδρών δηλαδή που αυτοπροσδιορίζονται ακριβώς από την αποτυχία τους να βρουν γυναικα. Δεν μου φαίνεται ότι το παιρνουν και τόσο ελαφριά.

Σε κάθε περίπτωση το άρθρο προσπαθεί κουτοπόνηρα να κατηγορήσει τις γυναικες για την μοναξιά που υποτίθεται βιώνουν οι ίδιες επιχειρώντας να τη συνδέσει με την επαγγελματική τους σταδιοδρομία και την ανεξαρτησία που κατέκτησαν. Αν οι γυναίκες όμως άρχισαν να μένουν μόνες τους τη στιγμή που έγιναν πιο αυτόνομες μήπως αυτό είναι περισσότερο επιλογή? Δεν εννοώ οτι οι γυναικες ΕΠΙΛΕΓΟΥΝ να μην έχουν μια επιτυχυμένη και όμορφη σχέση, εννοώ οτι πλέον έχουν την επιλογή να μην είναι σε σχέσεις που δεν τις ικανοποιούν. Και φυσικά τέτοια κείμενα πάντα αποκρύπτουν ότι οι παλιές καλές εποχές που νοσταγλούν και που όλοι ήταν ζευγαρωμένοι αποτελούνταν ως επί το πλείστον από σχέσεις ανάγκης, σχέσεις βεβιασμένες,από σχέσεις κακοποιητικές, από σχέσεις που δεν ήταν υγιείς και φυσικά εκ των πραγμάτων οχι ισότιμες και που συχνά έκαναν την ανάγκη φιλοτιμία. Τώρα οι γυναίκες έχουν απλά την πολυτέλεια να τις απορρίπτουν. Εκτός αν η ψυχολόγος του άρθρου προσπαθεί να μας πει οτι δεν είναι δυνατόν να νιώθεις μοναξιά εντός μιας μη ικανοποιητικής σχέσης.

Το κείμενο προσπαθεί να μας πείσει με ένα παράδειγμα «Η κολλητή μου για παράδειγμα δουλεύει μέχρι το βράδυ και γυρίζει κατάκοπη. Δεν έχει κουράγιο για τίποτα. Απλά κοιμάται. Κι ο φίλος της παραπονιέται. Γιατί δεν φροντίζει για τη σχέση τους. Εκείνη πιστεύει ότι καταβάλλει υπεράνθρωπη προσπάθεια. Κι όμως, αν το δεις αντικειμενικά δεν προσπαθεί. Έχει αφιερωθεί στη δουλειά της» Η σχέση με λίγα λόγια υποφέρει επειδή η γυναικα έχει αφιερωθεί στην δουλειά της -και γι αυτό φταίει η ίδια, όχι πχ ο καπιταλισμός που ίσως την αναγκάζει να αφιερώσει τόση ενέργεια. Περιεργως ποτέ δεν ακούσαμε ότι οι σχέσεις υποφέρουν επειδή οι άντρες αφιερώνονται στην καριέρα τους. Η γυναικα έπρεπε πάντα να περιμένει υπομονετικά να γυρίσει σπίτι ο άντρας για να τον περιβάλλει με φροντίδα και να ευγνωμωνεί την τύχη της που βρήκε άντρα εργατικό και φιλόδοξο. Είναι μόνο η γυναικεία φιλοδοξία και ο γυναικείος δυναμισμός που φέρει εμπόδιο στις σχέσεις. Και ολο αυτό φυσικά παρουσιάζεται έντεχνα ως κάτι για το δικό μας καλό -βρε για να μην νιώθετε μοναξιά σας λέμε να αφήσετε τις καριέρες και να φροντίσετε τον αντρούλη σας, δεν είμαστε τίποτα συντηρητικές.

Το δίλημμα που θέτει το άρθρο είναι επίσης πλαστό. Δεν χρειάζεται να φταίνε ούτε οι άντρες ούτε οι γυναίκες που δεν είναι όλοι οι άνθρωποι ζευγαρωμένοι σαν κάλτσες. Έχουμε εισέλεθει σε μια εποχή που οι κοινωνικές πιέσεις και οι μηχανισμοί υποχρεωτικού ζευγαρώματος έχουν ατονήσει και οι άνθρωποι βρίσκονται μπροστά στο υπαρξιακό άγχος μιας (πιο) ελεύθερης επιλογής -κι αυτό δεν είναι απαραιτητα κακό. Αν όμως η κρίση των σχέσεων συνδέεται με τον γυναικείο δυναμισμό και την γυανικεία καριέρα, δηλαδή πράγματα που ποτέ δεν υποτίθεται ότι αποτελούσαν εμπόδιο στις σχέσεις όταν προερχοταν από άντρες, αυτό ειναι κάτι που σίγουρα θα πρεπει να οδηγήσει κάποιους άντρες στο να κάνουν την αυτοκριτική τους. Μήπως τελικά τους φοβίζει τόσο η γυναικεία αυτονομία που είναι αυτοί που οδηγούνται στην μοναξιά. Μήπως δηλαδή θέλουν είτε σχέση μόνο με τους όρους τους οπως τους είχε συνηθίσει η πατριαρχία είτε καθόλου, αλλά παρολα αυτά συνεχίζουν να διαμαρτύρονται οτι οι γυναικες δεν αναταποκρίνονται στην προσέγγισή τους;

Μπορούμε πάντα βέβαία αντί να συνδέουμε αυτοματα την μοναξιά με τη απουσία ρομαντικής σχέσης να χτίσουμε έναν κόσμο όπου δε θα είνα μόνο αυτή στο επίκεντρο εις βάρος άλλων φιλικών σχέσεων. Αλλά αυτό θα δύσκολο να γίνει όσο η κοινωνικη επιτυχία και ολοκλήρωση τόσο αντρών όσο και (κυρίως) γυναικών ορίζεται βάσει ενός συγκεκριμένου σεναρίου γάμου και «αποκατάστασης

Φεμινισμός και Μισθωτή Σκλαβιά

Φεμινισμός είναι η ιδέα πως ενώ στον καπιταλισμό τα αφεντικά εκμεταλλεύονται την ΜΙΣΘΩΤΗ εργασία των κατώτερων τάξεων, στην πατριαρχία οι άντρες εκμεταλλεύονται την ΑΜΙΣΘΗ εργασία των γυναικών οι οποίες παρέχοντας οικιακή εργασία χωρίς πληρωμή εξαρτώνται οικονομικά από αυτούς εντός μιας εγχρήματης οικονομίας -εφόσον χρήματα βγάζει μόνο αυτός που εργάζεται. Και ενώ η μισθωτή σκλαβιά παραμένει κι αυτή εκμετάλλευση, η άμισθη εργασία των γυναικων με αντάλλαγμα που βρίσκεται στην διακριτική ευχέρεια του άντρα χωρίς καμία εγγύηση ή εξασφάλιση και που μπορει να περιλαμβάνει απλά τη βασική επιβίωση, είναι πιο κοντά στην παραδοσιακή έννοια της δουλείας.

Η πλαισίωση της οικιακής εργασίας ως «φροντίδας» που προσφέρεται ανιδιοτελώς και από αγάπη και όχι ως εργασίας αποκρύπτει το γεγονός πως αυτή απαιτεί κόπο, χρόνο, τεχνογωσία ενώ παράλληλα απελευθερωνει πόρους για τον άντρα που μπορει να επιδοθεί απερίσπαστος στην καριέρα του αποκτώντας οικονομικό και κοινωνικό κεφάλαιο και άλλες μορφές εξουσίας από τις οποίες οι γυναίκες αποκλείονται, κάτι που αυξάνει τη θέση εξάρτησής τους.

To αίτημα των φεμινιστριών για επαγγελματικές ευκαιρίες δεν οφείλεται σε κάποιο νεοφιλελεύθερο όραμα περί ατομικής επιτυχίας αλλά στην αναγνώριση πως σε μια καπιταλιστική οικονομία η αμοιβή τους είναι απαραίτητη για την αυτονομία τους. Για το πρόβλημα αυτό έχουν προταθεί διαφορετικές λύσεις (πχ συντάξεις σε νοικοκυρές ως αναγνώριση της οικιακής εργασίας τους) το οποίο δεν αναιρεί την αντικαπιταλιστική μας κριτική.

Η προσπάθεια φυσικά να παρουσιαστούν οι φεμινίστριες ως γυναίκες εγωίστριες που αρνούνται να διαθέσουν δωρεάν τον χρόνο τους και την ενέργειά τους για να φροντίσουν τον άντρα τους και το παιδί τους δεν αποταλεί παρά έναν συναισθηματικό εκβιασμό, ιδίως σε ένα πατριαρχικό πλαίσιο που η γυναίκα έχει κατασκευαστεί ως το κατεξοχήν φροντιστικό υποκείμενο που έχει τάχα εκ φύσεως την κλίση να υπηρετεί τους άλλους.

Χοντροφοβία και Υγεία


Ο τρόπος που αναπαρίσταται κοινωνικά το πάχος περικλείει μια έντονη, ίσως κυρίαρχη, νότα νοσηρότητας, παθογένειας και δυστυχίας. Το πάχος είναι ασθένεια, είναι ένα ιατρικό πρόβλημα, μας λένε οι χοντροφοβικοί, και το χοντρό άτομο δε γίνεται να είναι ποτέ πραγματικά ευτυχισμένο ή να έχει αποδεχτεί τα κιλά του, γιατί αν το είχε κάνει πραγματικά, δεν θα προσπαθούσε να τα χάσει.

Το βάρος από μόνο του βεβαια δεν προσθέτει ούτε αφαιρεί κάτι από την ευτυχία μας, καθώς το θετικό η αρνητικό πρόσημό του καθορίζεται από το πώς μας αντιμετωπίζει ο κοινωνικός μας περίγυρος λόγω αυτού. Όταν η απώλεια βάρους δοξάζεται σαν την κατάκτηση ενός πρωταθλήματος, όταν τα χοντρά σώματα αποκτούν ορατότητα μόνο ως αντικείμενα κοροϊδίας, χλεύης και αποστροφής, η ευτυχία που συχνά είναι συνυφασμένη με αυτή την αλλαγή έχει λιγότερο να κάνει με το ίδιο το βάρος και περισσότερο με τη συνειδητοποίηση ότι το σώμα μας δεν είναι πια κινούμενος στόχος για την κριτική και την αποστροφή των γύρω μας, ότι ίσως πλέον έχει γίνει αποδεκτό με έναν τρόπο που επιτρέπει και σε εμάς να το αγαπήσουμε

Το επιχείρημα της υγείας ομως, το οποίο πατάει γερά πάνω στις πλάτες του κυρίαρχου επιστημονικού λόγου, είναι το τελευταίο προπύγιο των χοντροφοβικών, όταν αποτύχουν οι επικλήσεις στην αισθητική και στην ηθική (που θέλoυν το πάχος να είναι αποτέλεσμα κάποιου κακού, τεμπέλικου και μη παραγωγικού τρόπου ζωής, ο οποίος προκύπτει από κακές ατομικές επιλογές). Και αυτό συμβαίνει διότι κάτι που παρουσιάζεται ως επιστημονικο δεδομένο (ακόμη κι αν δε συγκλίνουν όλα τα ευρήματα επιστημονικών ερευνών προς μια κατεύθυνση όπως στην περίπτωση της σύνδεσης του πάχους με κάποιες ασθενειες),νοείται ως αδιαμφισβήτητο και υπεράνω κριτικής. Facts don’t care about your feelings, σωστά;


Η υγεία καθίσταται έτσι μια πρόφαση που επιφανειακά αποκρύπτει τη χοντροφοβία, καθώς προβλήματα υγείας έχουν όλοι οι άνθρωποι ανεξαρτήτως πάχους, πολλές φορές ακόμη και εκείνοι που παίζουν το παιχνίδι σύμφωνα με τους ενδεδειγμένους κανόνες διατροφής και άσκησης, όμως τα δικά τους προβλήματα υγείας τα βλέπουμε ως κάτι που προκύπτει οργανικά, από τη φύση, και όχι σαν μια εσφαλμένη ατομική επιλογή, την οποία πρέπει να ψέξουμε. Αντιθέτως, το «ανθυγιεινό» lifestyle ή οι διατροφικές διαταραχές δεν δαιμονοποιούνται εξίσου στα λεπτά σώματα, διότι αυτά έχουν το τεκμήριο της αθωότητας: είναι υγειή μέχρι αποδείξεως του εναντίου.

Όταν λοιπόν ο κακός τρόπος ζωής μάς απασχολεί μόνο σε σχέση με τα χοντρά σώματα, τότε δεν είναι η υγεία το πρόβλημα, αλλά τα ίδια τα σώματα. Έτσι το πάχος παθολογικοποιείται και στιγματίζεται, με την πίεση, το πατρονάρισμα και τα micro-agressions που υφίστανται τα χοντρά άτομα από τον κοντινό τους περίγυρο να δικαιολογούνται στο βωμό της ανησυχίας αφού το πάχος ανάγεται σε ζήτημα ζωής και θανάτου. Όμως, ακόμη κι αν αυτή η ανησυχία ήταν εκατό τοις εκατό βάσιμη, πράγμα για το οποίο διατηρούνται αρκετές επιφυλάξεις, η σωματική υγεία και το ευ ζην μας δεν είναι κάτι που πρέπει σώνει και καλά να αποτελεί την απόλυτη προτεραιότητά μας και σίγουρα όχι κάτι που χρωστάμε στην ανθρωπότητα συλλήβδην, ακόμη και στους ανθρώπους που μας αγαπούν.


Τις περισσότερες φορές, δεν είναι τα κιλά που “βασανίζουν”, αλλά ο συστηματικός ψυχολογικός πόλεμος που δικαιολογείται και καμουφλάρεται ως ενδιαφέρον. Στην τελική, υγεία είναι και η ψυχική, αλλά αυτή οι χοντροφοβικοί δεν έχουν πρόβλημα να την επιβαρύνουν.


~Valide Sultan