«Ο Πελάτης έχει πάντα δίκιο» και το emotional labor στο σέρβις

To «ο πελάτης έχει πάντα δίκιο» έχει αναθρέψει γενιές entitled καταναλωτών αλλά και υποτελών εργαζομένον που εσωτερικεύοντας τη λαική αυτή σοφία αντλούν την αξία τους από την ικανότητά τους να είναι πειθήνιοι, προσηνείς και εν τέλει δουλοπρεπείς μπροστά σε όλες τις εξωφρενικές απαιτήσεις των πελατών και των μανατζαραίων τους. Το «ο πελάτης έχει πάντα δίκιο» δεν είναι παρά η επιβολή των αξιών της Αγοράς που μετατρέπει τις σχέσεις των ανθρώπων σε συναλλαγές και επιβάλλει το δίκαιο του κεφαλαίου.

Καλό είναι όμως ως φεμινίστριες να θυμόμαστε επιπλέον πως η αξίωση οι εργαζόμενοι στον τομέα τον υπηρεσιών να επιτελούν ένα ρόλο με τρόπο που θα μας κάνει να νιώθουμε καλά με τον εαυτό μας (πχ να χαμογελάνε πλατιά, να ακούνε τις προσωπικές μας ιστορίες με ενδιαφέρον, να μας μιλάνε στον πληθυντικό, να τηρούν όλους τους κανόνες της αστικής ευγένειας, να παραμένουν όρθιοι ως σημάδι ετοιμοτητας) ήταν και ο αρχικός ορισμός του όρου της συναισθηματικής εργασίας που χρησιμοποιήθηκε και από τις φεμινίστριες. Συγκεκριμένα η Hochschild όρισε την συναισθηματική εργασία ως «τη διαχείριση του συναισθήματος ώστε να δημιουργηθεί μία δημόσια παρουσίαση του προσώπου και του σώματος», εφιστώντας την προσοχή στον τρόπο που οι άνθρωποι διαχειρίζονται τα ίδια τους τα συναισθήματα με σκοπό να δημιουργήσουν μια συγκεκριμένη συναισθηματική κατάσταση σε έναν άλλο πρόσωπο.

Χρησιμοποιώντας το παράδειγμα τη αεροσυνοδού (κι ας θυμηθούμε εδώ το motto μεγάλης αεροπορικής εταιρίας «Πετάμε με Χαμόγελο»), η Hochschild στο βιβλίο της «The Managed Heart» δείχνει πως η συναισθηματική εργασία έχει συνήθως έμφυλο πρόσημο αντανακλώντας την υπορρητη αντίληψη ότι οι γυναίκες είναι καλύτερες στην παροχή αυτού του είδους εργασία της οποίας η πιο συχνή μορφή περιλαμβάνει την καλλιέργεια στους αλλους αισθημάτων ευεξίας και επιβεβαίωσης. Κάνοντας παραλληλισμους με την έννοια της αλλοτρίωσης όπως περιγράφηκε από τον Μαρξ και αυτή της γνωστικής ασυμφωνίας, η Hochschild υποδηλώνει ότι η επιτέλεση της συναισθηματικής εργασίας απειλεί να προκαλέσει αυτό που αποκαλεί «συναισθηματική ασυμφωνία». Εργαζόμενοι που αναμένεται να επιδείξουν συναισθήματα ανεξάρτητα από το αν αυτά ταιριάζουν με αυτά που νιωθουν μπορει να αναπτύξουν μια αίσθηση δυσφορίας και αποξένωσης από τον εαυτό τους.

Δεν σημαίνει βέβαια τίποτα από τα παραπάνω ότι θα πρέπει να ανεχόμαστε αγενείς και επιθετικές συμπεριφορές, αλλά ας αντιληφθούμε καταρχάς ότι η σχέση πελάτη προς εργαζόμενο είναι σχέση εξουσίας, ότι έχει ταξικό πρόσημαι και ας δείχνουμε λίγη κατανόηση προς όλους αυτούς τους κακοπληρωμένους υπαλληλους και εργάτες που μπορεί να έχουν μια κακή μερα, να είναι αφηρημένο, να μην είναι όσο φιλικοί και προσηλωμένοι απαιτουμε. Πανω απ’όλα όμως ας βάλουμε τον ναρκισσισμό που μας καλλιεργεί η αγορά στην άκρη και ας αποδεχτούμε ότι δε θα έπρεπε να είναι δουλειά τους να μας κάνουν να νιώθουμε σημαντικοί επειδή ξοδέψαμε μερικά ευρώ.

Μωρό μου τι κι αν σ’έχω πληγώσει, ήσουνα κοντά μου όταν δεν ήτανε κοντά μου κανείς

Ο στίχος του Wang «Μωρό μου τι κι αν σ’έχω πληγώσει, ήσουνα κοντά μου όταν δεν ήτανε κοντά μου κανείς» διαιωνίζει την προσδοκία που καλλιεργεί η πατριαρχία στις γυναίκες πως θα ξεχωρίσουν για έναν άντρα και θα επιβραβευτούν με την αγάπη του μέσα από τις θυσίες τους και το πόσο έχουν υποφέρει γι αυτόν. Οι γυναίκες έτσι μαθαίνουν να αναμένουν ότι αν επιμείνουν και παραμείνουν δίπλα του παρόλο που κάποιος τις πληγώνει, θα αποκτήσουν αξία γι αυτόν και θα αναγνωριστούν για την πίστη τους (σε αντίθεση με αυτές που την έκαναν στα δύσκολα) κι αυτός είναι ένας από τους λόγους που συχνά δεν φεύγουν με τα πρώτα σημάδια κακοποιητικής συμπεριφοράς ή συναισθηματικής αδιαφορίας.

Κι αυτα τα δήθεν ρομαντικά του είδους με ενοχλούν περισσότερο απο τους στίχους για τις κωλάρες.

Όταν ο φιλελέ φεμινισμός μας καλεί να ταυτιστούμε με τα Celebrities

Aκολουθώ την ξενόγλωσση φεμινιστική σελίδα My Favorite F Word Is Feminism με πάνω από μισό εκατομμύριο followers της οποίας οι αναρτήσεις αποτελούνται σχεδόν αποκλειστικά από ειδήσεις σχετικά με διασημότητες. Celebrity gossips δλδ που επειδή όμως αφορούν γυναίκες ή κουήρ άτομα καλούμαστε να τα δούμε μέσα από το πρίσμα του φεμινισμού. Δεν διαφωνώ βέβαια ότι κάποια από αυτά αφορούν ζητήματα που αντιμετωπίζουν και οι απλές, καθημερινές γυναίκες -χοντροφοβία, αστυνόμευση σώματος, σεξιστικά σχόλια. Κάποια άλλα όμως φαίνεται να μας καλούν απλά να τα θεωρήσουμε φεμινιστικά κάνοντας απλά επίκληση στην κοινή μας γυναικεία ταυτότητα. Είναι σαν ο mainstream φεμινισμός να μας καλεί να δούμε τα πάντα από τη θέση προνομιούχων γυναικών που ενώ αντιμετωπίζουν κι αυτές σεξισμό, σίγουρα δεν τον αντιμετωπίζουν από τη δική μας ταξική θέση. Είναι σαν ο mainstream φεμινισμός να μας καλεί να ταυτιστούμε με πλούσιες αστές ξεχνώντας ότι τα προβλήματά μας δεν είναι και δικά τους.

Όταν για παράδειγμα μια φεμινιστική σελίδα ανεβάζει είδηση για το νέο κύκλο εξωσωματικών στον οποίο προχώρησε η τάδε διάσημη εμείς καλούμαστε να ταυτιστούμε στη βάση της κοινής μας πχ ανησυχίας περί μητρότητας αγνοώντας ταυτόχρονα πως η εξωσωματική είναι μια πανάκριβη διαδικασία που απευθύνεται μόνο σε λίγες. Στο άρθρο με τίτλο «Neoliberal Feminism and the future of Human Capital” η συγγραφέας εξετάζει το πώς ο νεοφιλεύθερος φεμινισμός ενθαρρύνει τις γυναίκες να επενδύσουν στην καριέρα τους όχι απορρίπτοντας την μητρότητα αλλά απλά αναβάλλοντάς τη για αργότερα. Η γυναίκα έτσι αποκτά μερικές δεκαετίες σεξουαλικής και επαγγελματικής ελευθερίας, η μητρότητα όμως θα την στοιχειώσει και πάλι στα 35-40 καθώς η πατριαρχία εξακολουθεί να την θεωρεί υποχρέωσή της.

Η άνοδος της εξωσωματικής γονιμοποίησης λοιπόν για τη συγγραφέα είναι απλά δείγμα της τάσης αυτής οι μεσοαστές να καλούνται να γίνουν γυναίκες καριέρας και όταν η μητρότητα τους χτυπήσει την πόρτα να έχουν την πολυτέλεια να προσλάβουν άλλες, προλετάριες γυναίκες, για να κάνουν τη δουλειά που παλιότερα η πατριαρχία ανέμενε να κανουν οι ίδιες άμισθα. Κι αυτός είναι ο λόγος που στο πλαίσιο του καπιταλισμού είναι αδύνατο να επιτευχθεί ισότητα για όλες τις γυναίκες. Γιατί ενώ κάποιες θα αποδεσμευτούν από τα δεσμά της οικιακής και αναπαραγωγικής εργασίας, οι φτωχότερες γυναίκες στις οποίες θα τα αναθέτουν θα συνεχίζουν να την επιτελούν άμισθα για τη δική τους οικογένεια και το δικό τους σπίτι.

Όσο ο καπιταλισμός όμως μας επιβάλλει να ταυτιζόμαστε με τις πλούσιες αστές του Hollywood αγνοώντας τις διαφορές μας με αυτές, τόσο το όνειρο της «ισότητας» θα φαντάζει εφικτό για όλες μας. Ο φεμινισμός μας θα είναι απλά ενδυνάμωση για λίγες στην καλύτερη, ενδυνάμωση δια αντιπροσώπου καθώς πανηγυρίζουμε τις νίκες των αστών γυναικών στην χειρότερη.