Γιατί η Πατριαρχία μας Λέει πως οι Άντρες Θέλουν Μόνο Σεξ

Ένα από τα θεμελιωδέστερα πατριαρχικά αξιώματα είναι πως οι άντρες θέλουν μόνο σεξ. Όχι μόνο αυτό αλλά και τρέφουν μια έμφυτη, σχεδόν βιολογική απέχθεια προς τις σχέσεις. Χιλιάδες αστεία, εκατοντάδες ταινίες -από ρομαντικές κομεντί μέχρι ταινίες δράσης- και πολλές από τις συμβουλές που δίνουν οι μαμάδες σε έφηβες κόρες βασίζονται στο αδιαμφισβήτητο αυτό πατριαρχικό κλισέ. Οι άντρες είναι αχόρταγα σεξουαλικά ζώα, ακούραστες σεξουαλικές μηχανές, που θέλουν να πηδήξουν ό,τι περνάει από μπροστά τους αλλά έχουν αλλεργία στις αγκαλίτσες, τις κοινές εξόδους και στο να γνωρίσουν τις φίλες σου. Το μόνο που θέλουν οι άντρες μετά το σεξ είναι ένα τσιγάρο και εσένα έξω από το κρεβάτι τους.

Να ξεκαθαρίσουμε ότι την εικόνα αυτή την πλασάρει η ίδια η πατριαρχία, δηλαδή οι ίδιοι οι μισογύνηδες που υποτιμούν τις γυναίκες ως σεξουαλικά αντικείμενα. Δεν είναι οι φεμινίστριες που την  επινόησαν, αυτή βρίσκεται στην καρδιά της κυρίαρχης αρρενωπότητας, είναι συστατικό στοιχείο του ανδρικού προτύπου. Και είναι ακριβώς οι άντρες που δεν έχουν αμφισβητήσει την πατριαρχία και που απεχθάνονται τον φεμινισμό που την αναπαράγουν με ένα είδος περηφάνειας και συχνά μοχθηρίας προς τις γυναίκες.

Σε φεμινιστικές συζητήσεις πολλές φορές προκύπτει το θέμα του πώς η πατριαρχία βλάπτει και τους άντρες και συχνά η αναπαράσταση του υπερσεξουαλικού άντρα αναφέρεται ως παράδειγμα. Άλλες φορές δε αναφέρεται ως παράδειγμα «αντίστροφου σεξισμού» και «μισανδρίας», έννοιες που προσπαθούν σκληρά να υποστηρίξουν την ιδέα ότι ο φεμινισμός δεν είναι απαραίτητος και οι φεμινίστριες άδικα κλαίγονται γιατί για κάθε άδικο μισογυνικό στερεότυπο υπάρχει αντίστοιχα και ένα αντρικό. Μόνο που εδώ βρίσκεται η παγίδα που πολλοί αρνούνται να δουν: το μοντέλο του υπερσεξουαλικού άντρα που δεν σκέφτεται παρά το σεξ δεν βλάπτει τους άντρες όσο βλάπτει τις γυναίκες.

Το ότι οι άντρες έχουν εμμονή με την σεξουαλική αλλά όχι την συναισθηματική επαφή αρχικά προωθεί την ιδέα ότι το σεξ είναι κάτι που κυρίως οι άντρες θέλουν. Είναι δηλαδή σημαντική για την κατασκευή της έμφυλης διαφοράς. Οι άντρες θέλουν σεξ με έναν τρόπο που εμείς οι γυναίκες, ως συναισθηματικά, πνευματικά και εγκεφαλικά πλάσματα, ποτέ δε θα καταλάβουμε για τον απλό λόγο ότι εμείς δεν έχουμε τις ίδιες ορμές, μας λέει η πατριαρχία. Στην πραγματικότητα οι άντρες θέλουν σεξ όσο και οι γυναίκες, απλά ζουν σε έναν κόσμο που θεωρείται όχι μόνο θεμιτό να εκφράζουν τις ορέξεις τους αλλά αυτό γίνεται συστατικό στοιχείο της ταυτότητάς τους.  Όσο πιο πολύ μιλάνε για τις κάβλες τους τόσο πιο μάγκες είναι. Ζουν επίσης σε έναν κόσμο που στιγματίζει και αποκρύπτει την γυναικεία σεξουαλικότητα ενώ ταυτόχρονα προσφέρει απλόχερα εικόνες και αφηγήματα που υπηρετούν την ανδρική ματιά και στοχεύει στον ερεθισμό της (ετεροφυλόφιλης) ανδρικής επιθυμίας.

Το παραπάνω έχει σχέση και με τον τρόπο που το σεξ κατασκευάζεται στην πατριαρχια. Η αντρική σεξουαλικότητα κατασκευάζεται ως εκ φύσεως κυριαρχική και επιθετική σε αντίθεση με την γυναικεία σεξουαλικότητα που είτε δεν υφίσταται είτε παρουσιάζεται ως παθητική και υποταγμένη. Με τον τρόπο αυτό το σεξ για τον άντρα ταυτίζεται με την επιβολή του και άρα ένας άντρας που θέλει και κάνει συνεχώς σεξ με πολλές γυναίκες είναι στην ουσία ένας άντρας που τιθασεύει και υποτάσσει περισσότερες γυναίκες. Με λίγα λόγια η επανάληψη του αστείου ότι οι άντρες δεν μπορούν να σταματήσουν να σκέφτονται το σεξ ή να ελέγξουν τις ορμές τους είναι ένα αστείο που δεν έχει τους ίδιους ως στόχους αλλά απλά προάγει την ιδέα του κυριαρχικού αρσενικού. Είναι επίσης προφανές πως η εξύμνηση της εκρηκτικής αντρικής σεξουαλικότητας έχει να κάνει και με την κουλτούρα του βιασμού, καθώς μιλώντας συνεχώς γι αυτή εντυπώνεται βαθύτερα η ιδέα πως είναι δύσκολο να πειθαρχηθεί και πως οι άντρες είναι εκ φύσεως επιρρεπείς στο βιασμό ακριβώς εξαιτίας των έντονων ορμών τους και του ζωώδους τρόπου που βλέπουν το σεξ.

Μια συνέπεια όμως που δεν συζητιέται τόσο συχνά είναι το πώς η αναπαράσταση του άντρα ως εμμονικού με το σεξ αλλά με απέχθεια προς τη δέσμευση καλλιεργεί χαμηλές προσδοκίες στις γυναίκες αλλά και ένα είδος entitlement στους άντρες. Αφενός, ανατρέφοντας τα κορίτσια με την ιδέα πως τα αγόρια θέλουν «μόνο ένα πράγμα» από αυτές, μαθαίνουν να αισθάνονται ευγνωμοσύνη ή μια αίσθηση υποχρέωσης όταν αυτοί επιθυμούν κάτι παραπάνω. Αφετέρου, προκύπτει η κατηγορία των λεγόμενων Καλών Παιδιών, δηλαδή όσων νιώθουν ότι οι γυναίκες τους χρωστάνε -προσοχή, σεξ, φροντίδα, χρόνο και ανταπόδοση- όταν αυτοί δεν τις προσεγγίζουν με αποκλειστικό στόχο το σεξ. Εξυπακούεται πως η δυναμική που δημιουργείται έτσι ανάμεσα στα φύλα σημαίνει πως οι γυναίκες είναι περισσότερο πιθανό να εγκλωβιστούν σε τοξικές για τις ίδιες σχέσεις γιατί, δεν μπορεί, για να έμεινε κάποιος και μετά το σεξ σημαίνει ότι θα έχει ειλικρινή, βαθιά συναισθήματα. Το αξίωμα ότι «οι άντρες θέλουν μόνο σεξ» μετατρέπεται έτσι σε μια παγίδα που κάνει τον παραδοσιακό, πατριαρχικό γάμο να φαίνεται ελκυστικός στις γυναίκες. Το να μη θέλει ένας άντρας μόνο να σε πηδήξει αλλά να μοιραστεί την καθημερινότητά του μαζί σου μετατρέπεται στο υπέρτατο κομπλιμέντο, στην ανώτατη πατριαρχική επιβράβευση, που δύσκολα κάποια μπορεί να αγνοήσει.

Η παραπάνω δυναμική περιπλέκεται ακόμα περισσότερο από το γεγονός ότι η πατριαρχία κατασκευάζει τη γυναίκα ως το κατεξοχήν φροντιστικό υποκείμενο, προορισμένη να εκτελεί χρέη ψυχολόγου και cheerleader για τους γύρω της, επιτελώντας τόνους απλήρωτης συναισθηματικής εργασίας. Κάθε φορά λοιπόν που ένας άντρας δεν σηκώνεται να φύγει μετά την εκσπερμάτιση, αλλά αποζητά την ενθάρρυνση, συμπαράσταση και ένα πρόθυμο αυτί με το οποίο μπορεί να μοιραστεί τα προβλήματα και τις ανησυχίες τους χωρίς απαραίτητα να ανταποδίδει, είναι πολύ εύκολο να τα βρει σε μια γυναίκα. Η αίσθηση καθήκοντος και ευθύνης που καλλιεργείται σε αυτές προς οποιονδήποτε άντρα θέλει να μοιραστεί μαζί τους οτιδήποτε άλλο πέρα από σωματικά υγρά είναι πολύ εύκολο να δημιουργήσει ασύμμετρες σχέσεις επειδή γίνεται δύσκολο οι γυναίκες να αντιληφθούν ότι η μονόπλευρη συναισθηματική φροντίδα είναι κι αυτή ένα είδος εκμετάλλευσης -η λέξη «εκμετάλλευση» πάντα παρέπεμπε στο σεξ.

Είναι λοιπόν δύσκολο να υποστηρίξουμε πως είναι οι άντρες αυτοί που κυρίως βγαίνουν χαμένοι από το στερεότυπο του γαμιά. Αυτό αντιθέτως μετατρέπεται σε κομμάτι της ανδρικής κυριαρχίας και στον αποτελεσματικότερο τρόπο με τον οποίο συστηματικά καλλιεργούνται χαμηλές προσδοκίες από τις γυναίκες στις σχέσεις τους με τους άντρες. Δεν είναι αντίστροφος σεξισμός, είναι ο κλασικός, παραδοσιακός μισογυνισμός που μάχονταν ανέκαθεν οι φεμινίστριες.

Η Υποταγή της Γυναίκας ως Ρομαντισμός

Προσέξτε πώς στην εποχή του #MeToo η αρρενωπότητα κατορθώνει να επαναπροσδιορίζεται ως μη βίαιη παραμένοντας όμως τοξική. Ο ανδρισμός εξακολουθεί να επιβεβαιώνεται μέσω της υποταγής μιας γυναίκας, η ιεραρχική σχέση συνεχίζει να υπάρχει, ρομαντικοποιείται όμως και παρουσιάζεται ως οικειοθελής. Η γυναίκα έτσι μπορει να «παραδίνεται», λέξη που ενεργοποιεί πολύ ρομαντικούς και παθιασμένους συνειρμούς μέχρι να σκεφτείς ότι κανείς ποτέ δεν είπε οτι η θηλυκότητα επιβεβαιώνεται όταν ο άντρας σου παραδίνεται. Η θηλυκότητα αντιθέτως επιβεβαιώνεται ακριβώς μέσω της παράδοσης σε έναν άντρα γιατί ορίζεται πάντα ως προς το ανώτερο αρσενικό.

Η αναπαράσταση αυτή της αγαπης και του έρωτα ως υποταγής και παραδοσης της γυναίκας στον άντρα χωρίς βία κάνει την πατριαρχική ιεραρχία πιο ευπεπτη και φυσική -το αντίθετο χτυπάει άσχημα όπως φανερώνουν και φράσεις τύπου «τον έβαλε στο βρακί της», «πέφτει παντόφλα» κτλ. Οι γυναίκες μαθαίνουν να βλέπουν τις σχέσεις και τις εαυτές τους μέσα από αυτή την αντρική οπτική και αφομοιώνουν το πρότυπο της υποταγής τους ως συναινετικό -δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι η συγκεκριμένη σελίδα τσιτάτων φαίνεται να είναι γραμμένη από τη γυναικεία οπτική ενώ ταυτόχρονα πλασάρεται ως empowering για τις γυναίκες.

Γιατί το Νομοσχέδιο της ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗΣ Συνεπιμέλειας αποτελεί πατριαρχική παρακμή

Έχω την εντύπωση ότι η αντίδραση του γυναικείου κινήματος απέναντι στο σχέδιο νόμου για την ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ συνεπιμέλεια είναι κάπως μουδιασμένη. Την ώρα που αφίσες με τη χειριστικότατη προπαγάνδα των Ενεργών Μπαμπάδων έχουν τοποθετηθεί σε εκατοντάδες panels δίπλα από στάσεις αστικών λεωφορείων σε όλη την Αττική, την ώρα που χωρίς αντίλογο το γνωστό λόμπυ πιπιλίζει τ’ αυτιά της κοινής γνώμης σε τηλεοράσεις και ραδιόφωνα, οι φωνές που εκπροσωπούν τις γυναίκες, αν και υπαρκτότατες, ακούγονται κάπως διασκορπισμένες, λες και σαν κίνημα δεν έχουμε αντιληφθεί το διακύβευμα του επίμαχου ζητήματος, λες και θεωρούμε ότι δεν μας αφορά, λες και παρακολουθούμε απαθώς τα σχετικά με το σχέδιο νόμου δρώμενα σαν ένα ατύχημα που αναμένουμε να συμβεί από στιγμή σε στιγμή. Πρόκειται βέβαια για ένα μούδιασμα, μια αμηχανία εν μέρει κατανοητά, διότι ο τρόπος που πλασάρεται το νομοσχέδιο ίσως έχει κάνει πολλές από εμάς να πιστεύουμε ότι θα επιφέρει την πολυπόθητη ισότιμη συμμετοχή των αντρών στις οικογενειακές υποχρεώσεις και ΝΕ ΤΙ, ΑΥΤΟ ΔΕ ΘΕΛΟΥΜΕ ΤΟΣΟ ΚΑΙΡΟ;

Το λόμπυ των μπαμπάδων έχει εκμεταλλευτεί κάθε μέθοδο πειθούς για να μας αποδείξει ότι δήθεν αδικείται από το νόμο: επίκληση στο συναίσθημα, ψευδοεπιστήμη, επίμονες πιέσεις σε πολιτικά πρόσωπα, βομβαρδισμό φθηνών τσιτάτων σε πανό, αφίσες, αυτοκόλλητα, διαδικτυακές διαφημίσεις, ενώ έχει τη στήριξη ισχυρών «συμμάχων», από διαφημιστικές εταιρείες μέχρι καθεστωτικά ΜΜΕ, που προωθούν τον έντονα πατριαρχικό του λόγο συχνά αφιλοκερδώς. Όμως η συναινετική συνεπιμέλεια ΗΔΗ προβλέπεται από το νόμο, ευτυχώς όμως ως τώρα ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ.

Για να ξεδιαλύνουμε ορισμένες ασάφειες λοιπόν, όχι, το εν λόγω νομοσχέδιο που τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση χθες δεν προσφέρει «επιλογές», διότι καθιστά τη συνεπιμέλεια κατόπιν διαζυγίου ΕΞ ΑΡΧΗΣ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ, ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ, ΕΠΙΒΑΛΛΟΜΕΝΗ, ΠΩΣ ΤΟ ΛΕΝΕ ΤΕΛΟΣΠΑΝΤΩΝ. Η ελευθερία και άνεση επιλογής εντός μιας τέτοιας συνθήκης είναι παρόμοια με το να κλειδώσουμε δύο άτομα σε ένα κελί και μετά να τους δείξουμε μια πόρτα που αχνοφαίνεται κάπου στο βάθος λέγοντάς τους «δεν καταλαβαίνω την έκρηξή σας, να, ορίστε, εκεί είναι η πόρτα, περπατήστε μέχρι εκεί και φύγετε αν αυτό θέλετε», ενώ παράλληλα ισχυριζόμαστε ότι τα κλειδώσαμε εκεί για το καλό τους, το οποίο εμείς με τις τηλεπαθητικές μας ιδιότητες γνωρίζουμε εκ των προτέρων. Η απόσταση ανάμεσα σε μια μητέρα και αυτή την πόρτα όμως είναι ανάλογη με τα εμπόδια που μπαίνουν μπροστά της αρχικά από τον ίδιο τον προτεινόμενο νόμο, από τον πατέρα και κατ’ επέκταση από την πατριαρχία.

Αν μια γυναίκα ή το παιδί της είναι θύματα ενδοοικογενειακής ή σεξουαλικής βίας από τον πατέρα, πράγμα δυστυχώς αρκετά συχνό στην Ελλάδα, προβλέπεται ότι ο πατέρας θα χάσει τη γονική μέριμνα ή την επιμέλεια του παιδιού κατόπιν ΑΜΕΤΑΚΛΗΤΗΣ καταδίκης. Δηλαδή, για περίπου 5 – 8 χρόνια, ένας κακοποιητής θα έχει πρόσβαση στο άτομο που κακοποίησε ανενόχλητος, με τη μητέρα ουσιαστικά να εγκλωβίζεται σε μία τοξική και δυνητικά επικίνδυνη συνύπαρξη μαζί του, με την ελπίδα ότι η αστική δικαιοσύνη θα τη δικαιώσει. Εισαγγελική παρέμβαση προβλέπεται «σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις» μονάχα ως προς την προστασία του παιδιού, και όχι του γονέα που έχει κακοποιηθεί, αφήνοντας δεκάδες γυναίκες παντελώς εκτεθειμένες, πράγμα που σίγουρα δε συμφέρει ούτε το παιδί.

Ο διάλογος σχετικά με την ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ συνεπιμέλεια συχνά δομείται γύρω από τη συκοφάντηση των μητερών ως εκδικητικές μέγαιρες που στο βωμό μιας πενιχρής διατροφής, η οποία ούτε κατά διάνοια δεν μπορεί να καλύψει τις υποτιπώδεις ανάγκες ενός παιδιού, είναι υποτίθεται ικανές να εκβιάσουν τους πατεράδες εις βάρος του παιδιού τους. Προβάλλεται ως επιστημονικό δεδομένο ένα σύνδρομο που δεν υπάρχει, και συχνά δικαιολογεί την απουσία ενός γονιού από τη ζωή του παιδιού του, γιατί αυτή η εξήγηση είναι καλύτερη από το γεγονός ότι ο απών γονιός απλά αδιαφορεί. Καταπνίγονται έτσι η έμφυλη διάσταση του οικογενειακού δικαίου, αλλά και η καθημερινότητα των γυναικών που προσπαθούν να τα βγάλουν πέρα αντιμετωπίζοντας την απροθυμία των πρώην συζύγων να είναι στη ζωή του παιδιού τους ή να καταβάλουν διατροφή, σε έναν κόσμο έντονων μισθολογικών διαφορών και ανεργίας εις βάρος των γυναικών, και παράλληλα σε έναν κόσμο που ως επί τω πλείστον οι γυναίκες επωμίζονται το βάρος ολόκληρης της οικογενειακής φροντίδας.

Παρόλο που το συμφέρον του παιδιού έχει μπει στη σέντρα της μπαμπορητορικής, μια τέτοια νομοθεσία δεν θα είναι τίποτε περισσότερο από ένας βραχνάς, ένας glorified μοχλός πίεσης και εκβιασμού των γυναικών από τους πρώην συζύγους τους, αυτή τη φορά powered by κυβέρνηση. Τρανή απόδειξη αυτού είναι ότι μέχρι τώρα, στο σημείο μηδέν λίγο πριν την ψήφιση του σχεδίου νόμου, οι αρμόδιες αρχές δεν έχουν πραγματοποιήσει οποιονδήποτε διάλογο με τις γυναικείες οργανώσεις που έχουν κινητοποιηθεί επί του ζητήματος, οι φωνές που έχουν ακουστεί ως τώρα αντιδρούν στις προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις με τις δικές τους δυνάμεις, χωρίς τις «πλάτες» του συστήματος που ευθαρσώς τις αντιμάχεται.

Μη σας μπερδέυει λοιπόν το επιτηδευμένα «προοδευτικό» λεξιλόγιο όλης αυτής της προπαγάνδας, ο νόμος δεν καταπατά τα δικαιώματα κανενός μπαμπα, ενώ για όποια προβλήματα πιστεύει ότι έχει, η ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ συνεπιμέλεια σίγουρα ΔΕΝ αποτελεί λύση ή δρόμο προς την ισότητα.

~Valide Sultan

Γιατί γυναίκες που εχουν κάνει εκτρωση είναι Εναντίον του δικαιώματος άλλων γυναικών

Το να λές ότι είσαι κατά της έκτρωσης γιατί είσαι υπέρμαχος της πρόληψης είναι σαν να λές οτι είσαι κατά της διασωλήνωσης των ασθενών με covid γιατί είσαι υπέρμαχος της πρόληψης, της χρήσης μάσκας και αντισηπτικού. Καταρχάς, το αν θα νοσήσεις δεν εξαρτάται πάντα μόνο από σένα, όσο και αν προσέχεις. Κατά δεύτερον, φανταστείτε μια φασιστική κοινωνία που θα άφηνε τους ανθρώπους τιμωρητικά να υποστούν τις συνέπειες των λαθών τους στην υγεία τους επειδη απλά δεν πρόσεχαν αρκετά. Η λογική αυτή ειναι βαθιά μισάνθρωπη, καθώς με το πρόσχημα της πρόληψης αφαιρεί από τα άτομα την δυνατότητα να κάνουν σφάλματα και να μάθουν (ή και όχι) από αυτα.


Το πόσο βαθιά υποκριτική είναι αυτή η στάση φαίνεται και από το γεγονός οτι η συντάκτρια δεν βρίσκει καμία αντίφαση ανάμσεα στα όσα υποστηρίζει και στο γεγονός οτι η ίδια έχει υποστεί την επέμβαση. Αυτό που ουσιαστικά μας λέει είναι οτι η ίδια είχε μια ευκαιρία που δεν αναγνωρίζει στις υπόλοιπες, είχε την ευκαιρία να μην πληρώσει ένα λάθος που χρεώνει στον εαυτό της και ελεύθερη από τις συνέπειες έχει τώρα την άνεση να κριτικάρει τις άλλες γυναίκες. Με λίγα λόγια, η ίδια είχε την πολυτέλεια μιας δεύτερης ευκαιρίας να ορίσει το σώμα της και να επιλέξει τις συνθηκες κάτω από τις οποίες θα εγκυμονήσει και θα γίνει μητέρα, είχε την πολυτέλεια μετά απο αυτή την επέμβαση -που η ίδια βίωσε τραυματικά- να μάθει για παράδειγμα να εφαρμόζει καλύτερη αντισύλληψη. Όσες όμως είναι στο στάδιο που βρισκόταν η ίδια ΠΡΙΝ από αυτή τη διαδικασία το θεωρεί αποδεκτό να έχουν λιγότερες ευκαιρίες από την ίδια -όπως δηλαδή ψήφισε ο συγκεκριμένος πολιτικός τον οποίο και υποστηρίζει.


Μπορούμε έτσι να αντιλληφθούμε την εναντίωση κάποιων γυναικών στο δικαίωμα στην έκτρωση όχι σαν ένα σεβασμό προς «τη ζωή», την οικογένεια ή τις παραδοσιακές αξίας αλλά μια καθαρά εγωιστική επιλογή να αφαιρέσουν από άλλες γυναικες δικαιώματα που οι ίδιες είχαν αλλά νιώθουν, από προνομιακή πια θέση, οτι δεν χρειάζονται πια. Το ιδιο βέβαια μπορεί να ειπωθεί και γενικότερα για την εναντίωση γυναικών στον φεμινισμό, ο οποίος φυσικά και τις βοήθησε να να ανέλθουν σε μια θέση όπου έχουν πλέον την ψευδαίσθηση ότι δεν τον χρειάζονται πια.

Φαντάζομαι ότι με την ίδια λογική το δικαίωμα να πάρουμε το λεωφορεία είναι γελοίο γιατί έτσι απλά δηλώνουμε σκλάβες στην αποτυχία μας να έχουμε οι ίδιες ένα δικό μας αυτοκίνητο, κάτι που συνάδει πάρα πολύ με την νεοφιλελεύθερη λογική

Ένα Λουλούδι στην Κυρία που Αντέχει την Πατριαρχία

Eδώ είναι ένα παράδειγμα καλοπροαίρετου σεξισμού που συνδυάζεται άψογα με passive-aggressiveness.


Η ευχή για τη μέρα που έτσι κι αλλιώς δεν ήταν ποτέ γιορτή έχει σκοπό να υπενθυμίσει στις γυναίκες τον φυσικό τους ρόλο που είναι να γεννάνε τα παιδιά των αντρών και να τους κανακεύουν με την συναισθηματική εργασία που καταβάλουν τάχα επειδη αυτές είναι εκ φύσεως ευαίσθητες ενώ οι άντρες «χοντρόπετσοι». Οι γυναίκες έτσι εκπαιδεύονται να μην περιμένουν καμία εκδήλωση συναισθημάτων από τους άντρες, να μην έχου κανένα σημάδι για την δική τους αγαπη παρά μόνο κανένα λουλούδι μια στο τόσο, ξέρετε, όπως δεν έχουμε κανένα σημάδι για την ύπαρξη του Θεού αλλά πρέπει να συνεχίσουμε να πιστεύουμε σε αυτόν.


Καλλιεργούνται έτσι οι χαμηλές προσδοκίες και το «με αγαπάει με το δικό του τρόπο, απλά δεν το δείχνει» που μπορεί να ειπωθεί ακόμα και για κακοποιητικές σχέσεις ενώ ταυτόχρονα οι γυναικες οφείλουν να δείχνουν διαρκώς τρυφερότητα και στοργή καλύπτοντας τις ανασφάλειες και τις συναισθηματικές ανάγκες των γύρω τους. Φυσικά όλο αυτό ενισχύεται και από τις ενοχές που καλλιεργούνται ότι τάχα «τους πρήζουμε» και τους «χαλάμε τη ζωή» και άρα αυτοί μας ανέχονται απλά για τα ανταλλάγματα που προσφέρει η υποτιθέμενη γυναικεία μας φύση.


Το οτι το ποστ αυτό έχει χιλιάδες likes είναι δυστυχώς η απόδειξη ότι το διαχρονικό αυτό πατρονάρισμα είναι ο ευκολότερος τρόπος οι ίδιες οι γυναίκες να εσωτερικευσουν τον ρόλο που τους επιβάλλει η πατριαρχία.

Το Παράπονο του Ισαποστάκια

Σε σημερινό κείμενο στη Lifo ο συντάκτης τάχθηκε υπερ της πιο καταπιεσμένης, περιθωριοποιημένης και άδικα βαλλόμενης ομάδας των τελευταίων ημερών: τους ισαποστάκηδες.

Για να απαντήσουμε στο αγωνιώδες ερώτημά του: κανείς δεν στέρησε από κάποιον το δικαίωμα να μένει αμέτοχος, απλά τους άσκησε κριτική για την αδιαφορία και την αποστασιοποιησή τους. Το οτι θελουν να μείνουν εκτός πολιτικών πραγμάτων δεν σημαίνει οτι κέρδισαν το δικαίωμα να είναι εκτός κριτικής.

Οσον αφορά πάλι το αφήγημα περί «δύο αντίθετων απόψεων» το έχουμε ήδη πει: δεν υπάρχουν δύο «αντίθετες απόψεις», δεν υπάρχουν καν απλά δύο κόμματα. Υπάρχει η υπάρχουσα κατάσταση, το status quo, και αυτοί που θέλουν να τα αλλάξουν. Υπάρχει η αδικία, η καταπίεση, η φτώχια, η εκμετάλλευση και η βίαιη καταστολή που παρατηρείται και αυτοί που θέλουν να τις σταματήσουν. Είναι προφανές πως όταν δεν παίρνεις θέση υπερ της αλλαγής, το status quo θα εξακολουθήσει να υφίσταται αν μη τι άλλο λόγω αδράνειας.

Γι αυτό και κάθε παράπονο περί «διχασμού» ή «εμφυλίου» που ακούγεται αυτές τις μέρες είναι αποπροσανατολιστικό: δεν υπαρχουν δύο πλευρές που διχάζουν, αυτό που διχάζει είναι η πραγματικότητα όπου η μία πλευρά έχει την απόλυτη εξουσία και η άλλη βρίσκεται στο απόλυτο έλεος της, καταδικασμένη σε καταστολή και βίαιη τιμωρία αν την αμφισβητήσει και δεν πειθαρχήσει πλήρως στις επιταγές της. Η βία δεν φέρνει βία σε έναν αέναο κύκλο χωρίς αρχή μέση και τέλος, είναι η βία του συστήματος που απλά γεννά αντίδραση. Αν πιάνεις αυτή τη σειρά από τη μέση κάνοντας το δικό σου μοντάζ, απλά παραποιείς την ιστορική πραγματικότητα.


H αντίληψη αυτή του κόσμου σε καμία περίπτωση δεν είναι «μανιχαιστική», γιατί δεν τίθεται με όρους καλού-κακού, δεν είναι τόσο μια ηθική αξιολόγηση. Τίθεται με όρους καταπιεστή και καταπιεζόμενου, ισχυρού και ανίσχυρου, εξουσιαστή και εξουσιαζόμενου. Τίθεται συγκεκριμένα με όρους ΔΟΜΙΚΗΣ καταπίεσης, δηλαδη΄καταπίεσης που βρίσκεται στον πυρήνα της οργάνωσης της κοινωνίας και του κράτους, δεν αλλάζει αυτό με κάποια επεισόδια κάποια Τρίτη βράδυ.


Btw, το «είτε είσαι μαζί μας είτε είσαι εναντίον μας» που είχε πει ο Bush όταν κήρυξε το «πόλεμο κατά τις τρομοκρατίας» δεν ήταν χυδαίο επειδή εγκάλεσε κάποιους υποτιθέμενους ισαποστάκηδες, αλλά γιατί ήταν ένας εκβιασμός που ειπώθηκε από την πλευρά της ισχυρότερης πολεμικής μηχανής παγκοσμίως απειλώντας έμμεσα όποι@ δεν συνταχθεί μαζί της. Επιπλέον, στον πόλεμο αυτό τα δύο μέρη όπως ξέρουμε πλέον καλά δεν ήταν πραγματικά οι ΉΠΑ και οι τρομοκράτες, ο πόλεμος αυτός ήταν πάλι πόλεμος μεταξύ ασύμμετρων δυνάμεων και είχε χιλιάδες αθώα θύματα.

Οι ισαποστάκηδες συνήθως ξεκινούν ως άτομα που έχουν απλά απορροφήσει την κυρίαρχη ιδεολογία, που αναμασούν τσιτάτα και κλισέ κενά περιεχομένου γιατί όλα μας έχουμε εκπαιδευτεί σε αυτά και βαριούνται να ψαχτούν παραπάνω. Συχνά όμως εξελίσσονται σε άτομα που πεισματικά αρνούνται να ενημερωθουν, που αντιστέκονται σε κάθε προσπάθεια πολιτικής ανάλυσης, που φυλάνε την άγνοια τους ως κόρη οφθαλμού. Άλλοτε είναι βολεμένοι και αυτό είναι απόδειξης της προνομιάρας τους, άλλοτε προτιμούν να ζουν σε άρνηση νιώθοντας αδύναμοι να σηκώσουν το βάρος της αδικίας και της καταπίεσης γιατί νίωθουν υποσυνείδητα ότι θα τους συνθλίψει.
Όπως και να έχει όμως, με τα λόγια του Νοτιο-Αφρικάνου Desmond Tutu: Aν είσαι ουδέτερος σε συνθήκες αδικίας, έχεις επιλέξει την πλευρά του καταπιεστή.

Οι Γυναίκες ως Δώρο

Δεν είναι κακό να βιώνεις την παρουσία κάποιου προσώπου στη ζωή σου ως «δώρο» εξ ουρανού. Κακό είναι να αντικειμενοποιείς ένα ολόκληρο φύλο ως «δώρο» γιατί αυτό σημαίνει οτι ετεροκαθορίζεται εξ ολοκλήρου ώς προς το άλλο φύλο, το αντρικό, προς το οποίο αποτελεί και το δώρο. Δεν είναι τυχαίο που δεν λέγεται ΠΟΤΕ «οι άντρες είναι ένα υπέροχο δώρο». Αυτό θα υπονοούσε οτι οι γυναικες ειναι το πρωταρχικό φύλο και αυτοί υπάρχουν μόνο ως συμπλήρωμα στις ζωές τους. Παράλληλα, η μεταφορά του «ξετυλίγματος» μπορεί μεν να εννοεί οποιδήποτε ψυχική προσέγγιση, παραπέμπει έντονα όμως και στο γδύσιμο, προσθέτοντας την σεξουαλική αντικειμενοποίηση στην γενικότερη.
Ο λεγόμενος «καλοπροαίρετος» σεξισμός παραμένει επικινδυνος γιατί αντικειμενοποιεί τις γυναίκες ύπουλα ενώ προσποιείται ότι τις εξυψώνει και έτσι δημιουργεί την εντύπωση πως δεν μπορεί να υπάρχει μισογυνισμός και πατριαρχία γιατι να, για τις γυναίκες μονο θετικά πράγματα λέγονται. Ταυτόχρονα, ανάγοντας τις γυναίκες σε «δώρα», σε εξυψωμένες αιθέριες υπάρξεις που δρουν καταπραυντικά στις ζωές των αντρών, καλλιεργούν την έντονη εχθρότητα προς τις γυναικες που δεν αναποκρίνονται σε αυτό το ρόλο. Αν έχεις γαλουχηθεί με την ίδέα πως οι γυναικες ομορφαίνουν τη ζωή σου και ξαφνικά συνειδητοποιήσεις πως δεν το κάνουν, το αίσθημα ματαίωσης και το ακυρωμένο entitlement μπορεί ευκολότερα να οδηγήσει στη βία ενάντια στην γυναικα που στο φινάλε δεν είναι «πραγματική» γυναικα και κατ’επέκταση δεν είναι καν άνθρωπος.

Εικόνες αστυνομικής βίας και πώς έγινε ένας κακός άνθρωπος

O μέσος νοικοκυραίος που βλέπει εικόνες αστυνομικής βίας σε πορείες και υποθέτει ότι οι διαδηλωτές κάτι θα έκαναν και θα την προκάλεσαν δεν διαφέρει σε τίποτα από τον μέσο νοικοκυραίο που βλέπει εικόνες έμφυλης βίας και υποθέτει ότι κάτι θα έκανε η γυναίκα και θα την προκάλεσε -πιθανότατα θα κεράτωσε ή θα τον έπρηξε με την γκρίνια της τον κακομοίρη. Χωρίς κανένα στοιχείο ή απόδειξη φαντάζονται το υποτιθέμενο χαμένο κομμάτι του παζλ γιατί αυτόματα μπαίνουν σε λειτουργεία αντανακλαστικά που έχουν για χρόνια καλλιεργηθεί από τα ΜΜΕ και την κυρίαρχη ιδεολογία και γίνεται χρήση προκατ εικόνων και αφηγημάτων που εκβιάζουν ένα νόημα και μια σειρά γεγονότων που δεν αντιστοιχεί στην πραγματικότητα.


Το αποτέλεσμα είναι η βία που δέχεσαι αντί να σε μετατρέπει σε θύμα να γίνεται απόδειξη ότι είσαι ΕΣΥ ο θύτης αφού διαφορετικά κανείς δε θα αναγκαζόταν κανείς να χρησιμοποιήσει βία εναντίον σου. Η θεωρία του δίκαιου κόσμο έτσι επιβεβαιώνεται εξαιτίας της αδυναμίας και της άρνησης κάποιων να παραδεχθούν ότι ο κόσμος ΔΕΝ είναι δίκαιος και ο ισχυρός δρα σε καθεστώς πλήρους ατιμωρησίας ενάντια στον ανίσχυρο. Η όλη λογική έχει και μια θρησκευτική νότα, ξέρετε όπως το «αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα», γιατί και πάλι ο κοσμος αδυνατούσε να παραδεχτεί ότι η ζωή είναι άδικη και προτιμουσε να το αποδώσει σε κάποιες προυπάρχουσες αμαρτίες. Και όλη αυτή η λύσσα ενάντια στον καταπισμένο μου θυμίζει και το παρακάτω ποίημα με τίτλο « Πώς έγινε ένας κακός άνθρωπος

Θα σας πω πώς έγινε
Έτσι είναι η σειρά


Ένας μικρός καλός άνθρωπος αντάμωσε στο
δρόμο του έναν χτυπημένο
Τόσο δα μακριά από κείνον ήτανε πεσμένος και λυπήθηκε
Τόσο πολύ λυπήθηκε
που ύστερα φοβήθηκε

Πριν κοντά του vα πλησιάσει για να σκύψει να
τον πιάσει, σκέφτηκε καλύτερα
Τι τα θες τι τα γυρεύεις
Κάποιος άλλος θα βρεθεί από τόσους εδώ γύρω,
να ψυχοπονέσει τον καημένο
Και καλύτερα να πούμε
Ούτε πως τον έχω δει


Και επειδή φοβήθηκε
Έτσι συλλογίστηκε

Τάχα δεν θα είναι φταίχτης, ποιον χτυπούν χωρίς να φταίξει;
Και καλά του κάνουνε αφού ήθελε vα παίξει με τους άρχοντες
Αρχισε λοιπόν και κείνος
Από πάνω να χτυπά
Ε. Βακαλό