Είναι Μάτσο τα Μπάχαλα?

Ο ένοπλος αγώνας είναι μία από τις μεθόδους που οι αναρχικοί μπορούν να χρησιμοποιήσουν, ακόμα και σαν συγκεκριμένη μειοψηφική οργάνωση, παιρνοντας τη θέση της αυτο-οργανωμένης δράσης των εκμεταλλευομενων όταν αυτή δεν υπάρχει ή αναδεικνύεται ελλειπής. Ο σκοπός αυτής της αντικατάστασης είναι φανερός: να χρησιμεύσει σαν ερέθισμα, σαν πυροκροτητής, να καταδειχθεί ότι ο αγώνας είναι δυνατός ακόμα και σε μειοψηφικές συνθήκες, να δειχτεί οτι από το μικρό στο μεγάλο το πέρασμα μπορεί να επέλθει απρόσμενα, όταν κάποιος ούτε καν το περιμένει. Η σιωπή και η αναμονή ή η κριτική και το έργο της αποτροπής με μια στάση κυνική και σκεπτικιστική δεν είναι σίγουρα αυτό που οι αναρχικοί θα πρέπει να έχουν ως σκοπό τους. Η κριτική μπορει να είναι καλή. Το να καταδειχθούν τα όρια μιας μεθόδου ει΄ναι καλό. Αλλά αυτό δεν αρνείται την ώθηση στον ενθουσιασμό, το ερέθισμα στην σύγκρουση ακόμα και άνιση. Η ευθύτητα και ξεροκεφαλιά του Δον Κιχώτη είναι προτιμότερρες από την κριτική και τη ζυγαριά του μαγαζάτορα.

Alfredo Bonnano, Θεωρία και Πρακτική της Εξέγερσης

Ένας από τους πολλούς τρόπους που εργαλειοποιείται ο φεμινισμός και η φεμινιστική γλώσσα ώστε να βολέψει το σύστημα, είναι όταν χρησιμοποιειται για να πλαισιώσει τις πράξεις αντι-βίας, όπως τις επιθέσεις ενάντια σε φασίστες και αστυνομία ή το σπάσιμο μιας τράπεζας, ώς «ματσίλα» και «τοξική αρρενωπότητα». Πολύ βολεύει τον μέσο νεοφιλελέ ισαποστάκια αυτή η ρητορική γιατί έτσι, μαζί με τις τάχα φιλειρηνικές αποψούλες του που συντηρούν το συστημα δείχνει ότι ενδιαφέρεται και για τις γυναίκες και τον φεμινισμό -είναι προοδευτικός άνθρωπος όχι κανένας συντηρητικούλης. Ταυτόχρονα από-ιδεολογικοποιει αυτό το καθαρά πολιτικό είδος βίας, αφαιρώντας του κάθε πολιτικό και ταξικό πρόσημο, παρουσιάζοντας το σαν κάτι ανεγκέφαλους μπάχαλους που τάχα δεν έχουν καλύτερη δουλειά να κάνουν πέρα από το να πετάνε πέτρες για να ξεκαυλώσουν.


Στην πραγματικότητα βέβαια η ματσίλα δεν έχει καμία σχέση με τη βία ενάντια στο σύστημα γιατί έχουν μια πολύ βασική διαφορά: η πρώτη στρέφεται ενάντια στον καταπιεσμένο και τον αδύναμο, η δεύτερη ενάντια στον ισχυρό και τον καταπιεστή. Το να αποκαλείς ματσίλα την βία ενάντια στο κράτος και το κεφάλαιο είναι σαν να ονομάζεις κακοποίηση τη βία ενάντια στον βιαστή και bullying την φεμινιστική κριτική. Τους νεοφιλελέδες και τους απολιτίκ όμως, τους οπαδούς της καμίας αλλαγής που θεωρούν το κράτος και τον καπιταλισμό φίλους μας, δεν τους ενδιαφέρουν αυτές οι λεπτομέρειες, ακριβώς γιατί έχουν επιλέξει να μη βλέπουν τη βία του συστήματος και θεωρούν βία μόνο ό,τι διαταράσσει το απογευματινό τους shopping και την νοικοκυραίικη ζωούλα τους. Τα παραπάνω σε καμία περιπτωση δεν σημαίνουν ότι οι δράστες της αντι-βίας ή του ένοπλου αγώνα εξαιρούνται από κάθε κατηγορία για ματσίλα και εξουσιαστικές συμπεριφορές, καθώς παραμένουν άντρες μεγαλωμένοι στην πατριαρχία, όσο κι αν έχουν αμφισβητήσει κομμάτια της κυριαρχης ιδεολογίας. Αυτό όμως θα προκύψει -αν προκύψει- από άλλες τους συμπεριφορές και όχι το σπάσιμο μιας τράπεζας ή την παλουκιά σε έναν ΜΑΤά.


Και αν δεν έχει σχέση με τη βία και την τοξική αρρενωπότητα, γιατί τότε την βία αυτή την ασκούν ως επί το πλείστον άντρες, θα αναρωτηθούν κάποι@. Γιατί δεν βλέπουμε εξίσου συχνά και γυναίκες σε περιφρουρήσεις ή μπάχαλα? Γιατί καλοί μου άνθρωποι ζούμε προφανώς σε έναν πατριαρχικό κόσμο όπου οι άντρες ανατρέφονται έτσι ώστε να εξοικειώνονται με τη βία από πολύ νωρίς με αποτέλεσμα να φαντάζει ως μια πρακτική οικεία και ταυτόχρονα μια εύλογη επιλογή γι αυτούς ενώ για τις γυναίκες όχι. Όταν το ιδιο το κράτος επιλέγει ως προστάτες του τους ένστολους άντρες στην αστυνομία και τον στρατό, είναι προφανές ότι κατά κάποιο τρόπο προκαθορίζει πως και η απάντηση θα έρχεται μόνο από άντρες. Αυτό από μόνο του δεν κάνει ΚΑΘΕ άσκηση βίας σεξιστική. Αντιθέτως, ο σεξισμός συνίσταται στην συγκρότηση της γυναικείας υποκειμενικότητας ως κατεξοχήν ειρηνικής, φιλήσυχης, παθητικής και πειθήνιας την ίδια ώρα που η αντρική συγκροτείται ως η κατεξοχήν βίαιη, επιθετική και συγκρουσιακή. Είναι ακριβώς αυτή η ασυμμετρία, ο συνδυασμός, το χάσμα μεταξύ των δύο, που συγκροτεί την πατριαρχία, με το ένα φύλο να μπορεί να γίνει βίαιο ενώ το άλλο να μην έχει τρόπους να αμυνθεί και να υπερασπιστεί τον εαυτό του ακόμα και όταν οι συνθήκες το απαιτούν. Είναι αυτή η διαφοροποίηση στην έμφυλη κοινωνικοποίηση που καθιστά γυναίκες και θηλυκότητες τόσο ευαλωτες. Η φεμινιστική θέση για την αντι-βία τότε θα ήταν μάλλον να ενθαρρυνθούν και οι γυναίκες να συμμετέχουν σε αυτή και σε κάθε μορφή αυτοάμυνας-και τολμώ να πω ότι αυτό έχει ήδη αρχίσει να γίνεται.


Η βία από μόνη της δεν είναι ούτε καλή, ούτε κακή. Αυτό εξαρτάται από το ποιος, εναντίον ποιου και με τι σκοπό την ασκεί. Είναι άλλη η συστημική βια και η βία της επιβολής στον αδύναμο και ανίσχυρο και άλλη η βία της αντίστασης, του αγώνα, της επανάστασης που είναι χρήσιμες και απελευθερωτικές. Αυτό είναι κάτι που στην πράξη αποδέχεται και ο πιο τελειωμένος φιλελές όταν εξυμνεί πχ την Επανάσταση του ’21 -εκεί καταλαβαίνει ότι η βία ήταν απαραίτητη γιατί εντελώς συμπτωματικά εκεί βλέπει την καταπίεση του (οθωμανικού) κράτους. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι η βία είναι πάντα και σε όλες τις περιπτώσεις το πιο αποτελεσματικό μέσο, αυτό όμως είναι μια άλλη συζήτηση. Σε όσους πάντως λένε ότι η βία και τα μπάχαλα «αποξενώνουν» τον κόσμο, θα πρότεινα να σταματήσουν να κάνουν προβολές. Υπάρχουν αυτοί που απωθούνται από το είδος αυτό της βίας γιατί ταυτίζονται με το satus quo, με την εξουσία και τον ισχυρό, γιατί βολεύονται στο σύστημα και και το χειρότερο πράγμα που μπορούν να σκεφτούν στη μίζερη, κομφορμιστική, μικροαστική ζωούλα τους είναι να τους σπάει καμία βιτρίνα. Υπάρχουν κι εκείνοι που έλκονται από αυτά και κατ’επέκταση την ιδεολογία πίσω τους γιατί βλέπουν το ελπιδοφόρο μήνυμα της αντίστασης στο θαρρος και την γενναιότητα όσων ρισκάρουν τα πάντα γιατί δε θα ήταν καλά με τον εαυτό τους αν απλά αποδέχονταν της επιβολή της εξουσίας. Εγώ, όπως είναι οφθαλμοφανές, παραμένω ουδέτερη.

PEAK LIBERAL FEMINISM

Ξέρεις ότι φτάσαμε peak liberal feminism oταν αντιμετωπίζουμε τις σχέσεις και τον εαυτό μας με όρους αγοράς.

Ναι, να εμπνέουμε στα κορίτσια και τις γυναίκες την αυτοπεπόιθηση, ναι να τους μάθουμε να βάζουν τους όρους τους και τα κριτήρια τους στις σχέσεις τους, αλλά όχι, να μην τους μάθουμε να αντλούν την αξία τους και την αυτοεκτίμησή τους από τα ακαδημαικά τους προσόντα, το καλλιτεχνικό τους ταλέντο, τις ‘ηγετικές ικανότητές’ τους και όλους τους τρόπους που μας αξιολογεί η αγορά. Οι σχέσεις δεν είναι ανταλλαγή προσόντων και συγκρίσεις βιογραφικών και κανένα δεν είναι καλύτερο άτομο επειδή μιλάει 3 γλώσσες, ξέρει πιάνο, έχει καλούς βαθμούς ή μια fancy δουλειά. Ναι, οι γυναίκες πρέπει να ξέρουν οτι αξίζουν κι αυτές, αλλά όχι μόνο όταν εκπληρώνουν καπιταλιστικά κριτήρια παραγωγικότητας και απασχολησιμότητας και τσεκάρουν κουτάκια για χόμπυ (για τα οποία έχει θέση άλλωστε και το βιογραφικό μας). Ναι, οι σπουδές και η δουλειά θα δώσουν στις γυναίκες την οικονομική ανεξαρτησία που τους στέρησε παραδοσιακά η πατριαρχία αλλά ας μην τους δώσουν και κομπλεξ ανωτερότητας.

Κάπου λίγο έλεος με το φιλελέ φεμινισμό που ανυψώνει τις γυναίκες αφεντικά και με το empowerment μέσω καπιταλιστικών ιεραρχιών -και που στην ουσία λέει ότι οι γυναίκες που δεν έχουν τα προνόμια να συμμετέχουν σε εξωσχολικές δραστηριότητες και να πάνε φροντιστήρια δεν αξίζουν και πολλά στην κλίμακα του φεμινισμού οποτε θα πρέπει να συμβιβαστούν με όποιον τις ζητάει σε ραντεβού.

Μτφ εικονας:

Η κόρη μου μου είπε ότι ένα αγόρι της ζήτησε να βγουν στο σχολείο

Εγώ: τι του είπες?

8χρονη: του είπα ότι μιλάω 3 γλώσσες και ήμουν η πρωταγωνίστρια στο θεατρικό της κατασκήνωσής μας. Τι έχει αυτός να προσφέρει?

Εγώ: 😳 See less

Ο Μύθος της Αξιοκρατίας

Εγκαταλείψτε την ιδέα ότι υπάρχει αξιοκρατία στον καπιταλισμό. Ή ίδια η έννοια είναι παραπλανητική. H ιδέα του «άξιου» όπως και του «άριστου» είναι προσδιορισμένες από την ίδια την κυρίαρχη τάξη. Δεν είναι δηλαδή μόνο οι γνωριμίες των «άριστων» μεταξύ τους, τα ρουσφέτια, τα βύσματα -ή το “networking” όπως λέγονται όταν θέλουν να ακουστεί κι αυτό ως ένα προσόν. Είναι και πως δεν έχουν όλοι τις ίδιες ευκαιρίες να χτίσουν αυτό το βιογραφικό, να αποκτήσουν τα ακαδημαϊκά και επαγγελματικά προσόντα των «αριστων»

Η «αξία» της αξιοκρατίας είναι κι αυτή ένα προνόμιο, δεν είναι παρά μια σειρά σημείων που σηματοδοτεί την ταξική θέση ενός ατόμου. Ένα προνόμιο στο οποίο έχουν πρόσβαση αυτ@ που μπορούν να πληρώσουν πανάκριβα πανεπιστήμια και φροντιστήρια ξένων γλωσσών. Αλήθεια έχετε ιδέα για όλη αυτή τη χαοτική γραφειοκρατία που απαιτείται για να καταθέσεις ακόμα και μια αιτησούλα για τα καλοκαιρινά μαθήματα σε ένα από αυτά τα πασίγνωστα ξένα πανεπιστήμια και πώς οι πλούσιοι πληρώνουν κάποιον να την κάνει γι αυτούς -για να μην αναφέρουμε καν τις ακαδημαικές εργασίες που αγοράζουν.

Η αριστεία αποτελεί προνόμιο αυτών που ακόμα και για να φοιτήσουν σε δημόσια πανεπιστήμια μπορούν να μείνουν εκτός αγοράς εργασίας λίγο παραπάνω με την στήριξη των γονιών τους ώστε να αφιερωθούν στις σπουδές τους χωρίς να επείγει να πληρώσουν το νοίκι ή τους λογαριασμούς. Είναι μια πολυτέλεια όσων εμπλούτισαν το βιογραφικό τους με μη αμειβόμενες θέσεις εργασίας («internships») που απλά σηματοδοτούν στους εργοδότες το ταξικό τους προνόμιο να μπορούν για μήνες να συντηρούν τον εαυτό τους χωρίς μισθό. Η «αξία» των άριστων είναι ένα προνόμιο ακόμα και όσων μεγάλωσαν σε μια οικογένεια η μητρική γλώσσα της οποίας ήταν και η γλώσσα διδασκαλίας στο σχολείο και η τάξη της οποίας τους έδωσε ένα προβάδισμα στο σχολείο -με το λεξιλόγιο, και τους «καλούς τρόπους» μιας αστικής οικογένειας, την βιβλιοθήκη που δέσποζε στο σαλόνι τους, την καλλιτεχνική «καλλιέργεια» που τη διέκρινε με επισκέψεις σε μουσεία, θέατρα, συναυλίες (γι αυτά έχει μιλήσει ιδιαίτερα ο Μπουρντιέ στη Διάκριση»)

Οι διορισμοί γιων πολιτικών σε θέσεις πρεστίζ για τις οποίες έτσι κι αλλιώς δεν απαιτείται εδώ που τα λέμε και κανένα προσόν γιατί στην πράξη δεν κάνουν απολύτως τίποτα πέρα από το να είναι διακοσημτικοί και να διατηρούν τα προνόμια της άρχουσας τάξης δεν ειναι παρα η κορυφή του παγόβουνου. Αυτό που θα πρέπει πρώτα να καταρρίψουμε είναι ο μύθος των «ίσων ευκαιριών» που μας έχει ταΐσει ο καπιταλισμός, και η ιδέα ότι με τη σκληρή δουλειά μπορείς να γίνει κι εσύ ένας μορφωμένος μικροαστός ή μέλος της εργατικής αριστοκρατίας την ίδια ώρα που οι καπιταλιστές θα μπορούσαν να διατηρούν το κεφάλαιό τους ακόμα και χωρίς απολυτήριο Λυκείου. Ο μύθος της «αριστείας» υπάρχει απλά για να συντηρεί την ιδεολογία σύμφωνα με την οποία αξίζουν όλα αυτά τα προνόμια γιατί είναι καλύτεροι, και την ψευδαίσθηση ότι κι εσύ θα μπορούσες να φτάσεις εκεί αν απλά είχες διαβάσει λίγο περισσότερο στις πανελλήνιες.