Οι Γυναίκες ως Γεύμα

Οι incels έχουν φτάσει την αντικειμενοποίηση των γυναικών σε τέτοιο ακραίο επίπεδο που τους αρνούνται το δικαίωμα να πουν οχι στο σεξ παρομοιάζοντάς τις…με φαΐ! Βλέπετε, στην ιστοριούλα αυτή υπονοείται ότι το σεξ είναι κάτι σαν γεύμα που μπορείς να προσφέρεις στον πεινασμένο ως κέρασμα ανεξάρτητα από τις δικές σου ορέξεις. Στην πραγματικότητα βέβαια το σεξ είναι μία πράξη αμοιβαιότητας, κάτι που κάνεις με έναν άλλο άνθρωπο όταν «πεινάς» κι εσύ. Φυσικά όταν βλέπεις τις γυναίκες σαν ένα άψυχο αντικείμενο προς κατανάλωση και όχι σαν άνθρωπο με δικές του επιθυμίες είναι αναμενόμενο να μην καταλαβαίνεις αυτή τη λεπτή διαφορά.


Στην μισογυνική αυτή παραβολή ο μόνος που έχει επιθυμίες είναι ο άστεγος ενώ αυτός που τον προσκαλεί βρίσκεται απλά εκεί για να ικανοποιήσει ή οχι τις δικές του επιθυμίες. Οι άντρες είναι αυτοί που πάντα ζητιανεύουν για σεξ ενω οι γυναίκες με ένα μαγικό τρόπο είναι πάντα καλοταισμένες. Από το αφήγημα απουσιάζει εντελώς ο τρόπος που εκφράζεται και ικανοποιείται η γυνακεία επιθυμία. Οι γυναίκες δεν έχουν δικές τους επιθυμίες για σεξ, υπάρχουν απλά ως αυτές που δέχονται ή αρνούνται να ικανοποιήσουν τις αντρικές επιθυμίες και μάλιστα όταν τις αρνούνται είναι από αναλγησία ή από κάποια σαδιστικό βίτσιο.


Εννοείται πως και ο παραλληλισμός των αντρών με άστεγους δεν είναι τυχαίος. Έχει ως στόχο να κάνει επίκληση στο συναίσθημα παρουσιάζοντάς τους ως το αδύναμο μέρος με το οποίο μπορούμε να ταυτιστούμε. Ταυτόχρονα ο παραλληλισμός της πείνας -μιας βιολογικής ανάγκης την οποία αν δεν ικανοποιήσεις κυριολεκτικά θα πεθάνεις- με την ορμή για σεξ είναι άλλη μια κλασική πατριαρχική σοφιστεία, συστατική της κουλτούρας του βιασμού. Ενώ βέβαια στην περίπτωση των αστέγων οι κάτοχοι του πλούτου πράγματι τους στερούν το δικαίωμα στην στέγαση καταλαμβάνοντας παραπάνω από όση τους αναλογεί και εκμεταλλευόμενοι τους φτωχούς, στην περίπτωση του σεξ δεν μιλάμε για κάποιο άνισο καταμερισμό κάποιων πόρων αλλά το ίδιο το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης του σώματος των γυναικών. Για τους incels όμως το γυνακείο σώμα αποτελεί κι αυτό έναν πόρο που θα έπρεπε να κατανέμετε ισότιμα στους άντρες χωρίς οι γυναίκες να έχουν λογο σε αυτό. Η μισογυνική αυτή αφήγηση προσπαθει έτσι να μας εκβιάσει να επικροτήσουμε τον λιμασμένο άντρα που θα εξεγερθεί και θα βιάσει με το ίδιο τρόπο που θα επικροτούσαμε τον άστεγο που θα εξεγειρόταν και θα έπαιρνε αυτό που δικαιούται.


Φυσικά, το να πιστεύεις ότι είναι απάνθρωπο να σου αρνείται το σεξ μια γυναίκα που φλέρταρε (ή μάλλον, νομίζεις ότι φλέρταρε) μαζί σου είναι σαν να πιστεύεις ότι είναι απάνθρωπο να αρνείται να σε παντρευτεί κάποιος που σου είπε να πάτε 3ήμερο στο Ναύπλιο. Αλήθεια, τι θα έλεγαν τα μισογυνικά σκουπίδια που σταθερά παρουσιάζουν τις γυναίκες ως «πεινασμένες» για γάμο αν εκείνες κλαψούριζαν αποκαλώντας τους άντρες απάνθρωπους επειδή δεν τις οδήγησαν στα σκαλιά της εκκλησίας αφότου τις προσκάλεσαν σε μία ταβέρνα. Ξέρουμε ήδη την απάντηση. Στην πατριαρχία μόνοι οι άντρες έχουν δικαίωμα να εξοργίζονται για την ματαίωση που βιώνουν οι προβολάρες που κάνουν ενώ οι γυναίκες εξευτελίζονται διαρκώςπου είναι τόσο αφελείς και ηλίθιες που πίστεψαν ότι αποτελούν οτιδήποτε άλλο πέρα από αντικείμενα του σεξ. Και αυτή είναι η ουσιά του male entitlement.

Φεμινισμός και Canceling

«Στο πλαίσιο της κουλτούρας του call-out, είναι εύκολο να ξεχάσουμε ότι το άτομο που εγκαλούμε είναι ανθρώπινο ον και ότι διαφορετικά ανθρώπινα όντα σε διαφορετικές κοινωνικές τοποθεσίες θα είναι δεκτικά σε διαφορετικές στρατηγικές για μάθηση και ανάπτυξη. Για παράδειγμα, τα περισσότερα call-outs που έχω δει καθιστούν αμέσως οποιονδήποτε έχει διαπράξει κάποιο λάθος ως ξένο προς την κοινότητα. Μια ενέργεια γίνεται λόγος για να κρίνουμε ολόκληρο το είναι κάποιου, σαν να μην υπάρχει διαφορά μεταξύ ενός μέλους ή ενός φίλου της κοινότητας και ενός τυχαίου άγνωστου που περπατά στο δρόμο (ο οποίος είναι φυσικά και φίλος κάποιου). Η κουλτούρα του call-out μπορεί να καταλήξει να αντικατοπτρίζει όσα μας διδάσκει το βιομηχανικό συγκρότημα των φυλακών για το έγκλημα και την τιμωρία: να διώχνουμε και να απορρίπτουμε άτομα αντί να ασχολούμαστε μαζί τους ως άνθρωπους με περίπλοκες ιστορίες και παρελθόν.»

https://briarpatchmagazine.com/articles/view/a-note-on-call-out-culture

Υπάρχουν δυο αντίθετες απόψεις όσον αφορά τους αποκλεισμούς (το κανσελάρισμα αν θέλετε) γενικότερα και από τα κινήματα ειδικότερα. Η μία είναι πως αν αρχίσουμε να αποκλείουμε άτομα εξαιτίας προβληματικών συμπεριφορών, στο τέλος το εκάστοτε κίνημα θα διαλυθεί γιατί ολ@ θα είναι σε θέση να βγάζουν κάποιον εκτός κινήματος χωρίς να είναι ξεκάθαρο ποια είναι τα κριτήρια και ποιοι είναι οι κριτές Η άλλη είναι ότι αυτό που διαλύει το εκάστοτε κίνημα είναι ακριβώς η ανοχή στις συμπεριφορές αυτές που στην πράξη αποκλείουν τα άτομα που τις υφίστανται και που εν τέλει μειώνουν την εμπιστοσύνη στο κίνημα και πως οι αποκλεισμοί είναι αυτοί που μπορούν να το σώσουν. Αν και το ενδεχόμενο της πρώτης άποψης με τρομάζει κι εμένα περισσότερο από οσο θα μπορούσε ίσως να υποψιαστεί κανείς, κλίνω προς τη δεύτερη. Οι αποκλεισμοί μπορούν να λειτουργήσουν σαν κλάδεμα που τελικά θα οδηγήσει σε ένα πιο δυνατό και υγιές κίνημα.

Αυτό βέβαια δε θα πρέπει να μας κάνει να νομίσουμε πως όσο συχνότερα, όσο αυστηρότερα, όσο περισσότερους και για όσο περισσότερο αποκλείουμε τόσο το καλύτερο για κάθε κίνημα. Εννοείται ότι κάθε αποκλεισμός θα πρέπει να λαμβάνει υπόψιν πολλαπλούς παράγοντες όπως την σοβαρότητα του παραπτώματος, την επανάληψη του, την μετάνοια ή την βελτίωση που μπορεί να σημειώθηκε στη συμπεριφορά το θύτη. Στην κατηγορία των (από φεμινιστική σκοπιά) προβληματικών συμπεριφορών άλλωστε ανήκει ένα τεράστιο φάσμα, από βιασμούς και γυναικοκτονίες μέχρι σεξιστικές προσβολές και άκομψα πεσίματα. Φαντάζομαι όλα θα συμφωνούμε ότι δεν είναι της ίδιας βαρύτητας.

Θα πρέπει ακόμα να βρούμε μια ισορροπία ανάμεσα σε μια προσέγγιση που αντιμετωπίζει τους φορείς τέτοιων συμπεριφορών ως ακραία, περιθωριακά ή ακόμα και εγκληματικά στοιχεία τα οποία όταν ξεφορτωθούμε θα μείνουμε μόνο οι άσπιλοι και καθαροί και σε μια προσέγγιση που ισχυρίζεται πως αφού όλα είμαστε φορείς τέτοιων συμπεριφορών σε ένα μικρό ή μεγάλο βαθμό, τέτοιοι αποκλεισμοί δεν έχουν νόημα. Ο αποκλεισμός δε θα πρέπει να οδηγεί σε εφησυχασμό για τις δικές μας προβληματικές αντιλήψεις και πράξεις ούτε θα πρέπει να οδηγεί σε πεδίο αποκτησης ηθικού πλεονεκτήματος των αντρών (και όχι μόνο) που ενθαρρύνουν τους αποκλεισμούς από ενα υποτιθέμενα σημείο ανωτερότητας.


Θα πρέπει να βάλουμε ως προτεραιότητα την προστασία των ευάλωτων και την φροντίδα των θυμάτων ή των αποδεκτριών προβληματικών συμπεριφορών αλλά να έχουμε και στο μυαλό μας ότι η επιθυμητή αναμόρφωση αυτού που τις επέδειξε διευκολύνεται όσο βρίσκεται εντός της κοινότητας παρά αν εξοστρακιστεί εντελώς. Θα πρέπει επίσης να βάλουμε καλά στο νου μας ότι προφανώς επιθυμητός στόχος όταν οι προβληματικές συμπεριφορές τίθενται στο επίκεντρο της συζήτησης είναι η αυτοκριτική, η συγγνώμη και η μεταμέλεια, οι μεταστροφές ομως δεν σημειώνονται από τη μία στιγμή στην άλλη και η συνειδητοποίηση συχνά έρχεται σταδιακά και ετεροχρονισμένα. Αρκεί να κοιτάξουμε στο δικό μας παρελθόν και το πιθανότερο είναι να δούμε ότι η σκληρή κριτική σπάνια οδήγησε αυτόματα στην επιφοίτηση, η αλλαγή ήταν επίπονη και αργή διαδικασία πουυ δεν υπήρξε πάντα γραμμική αλλά περιείχε και πισωγυρίσματα.


Θα πρέπει επίσης να βρούμε μια ισορροπία ανάμεσα στο να αποδίδουμε ευθύνες στο φιλικό περιβάλλον που δρα ως enabler όσων επιδεικνύουν προβληματικές συμπεριφορές και στο να αντιμετωπίζουμε τους τελευταίους σαν ένα μίασμα που μολύνει όποιον έρθει σε επαφή μαζί τους. Όταν κατηγορούμε τον ευρύτερο κύκλο κάποιου υπονοούμε ίσως ότι θα ήταν ευκολότερο η κριτική να έρχεται από κάποιον φίλο γιατί δε θα εκληφθεί το ίδιο εχθρικά και θα είναι πιθανώς και περισσότερο αποτελεσματική. Υπονοεί όμως συχνά και πως θα προτιμούσαμε το προβληματικό άτομο να στερηθεί από κάθε κοινωνικό δεσμό ως τιμωρία, κάτι που αμφιβάλλω αν οδηγεί σε οποιαδήποτε βελτίωση.


Θα πρέπει να είμαστε προσεκτικές επίσης και με το πώς επεκτείνουμε την κριτική μας στον χρόνο. Από τη μία, ένα υποκείμενο που επιδεικνύει σταθερά προβληματικές συμπεριφορές δείχνει ένα μοτίβο και έναν χαρακτήρα. Από την άλλη όλα ήμασταν κάπως μαλακισμένα 15 χρόνια πριν και θα ήταν άδικο μια πράξη του σήμερα να κρίνεται με κοντεξτ τον 15χρονο ή 20χρονο εαυτό μας, ιδίως αν έχει σημειωθεί κάποια βελτίωση από τότε.


Τέλος θα πρέπει να απέχουμε από συμπεριφορές που καταλήγουν ταυτόχρονα τιμωρητικές και αυτοτιμωρητικές, όπως πχ να αποφεύγουμε να μοιραστούμε ακόμα και τον ίδιο οξυγονο με προβληματικά υποκείμενα λες και είναι ιός που μεταδίδεται με τον αέρα.


Το point μου δεν είναι ένα πιο εξεζητημένο «μην το παρακάνουμε» που συχνά ακούμε και από αντιφεμινιστές αλλά απλά πως ο αποκλεισμός δεν είναι κάποιο μεταφυσικό όπλο αλλά απλά άλλο ένα εργαλείο στα χέρια του κάθε κινήματος, εργαλείο που θα πρέπει να έχει κι αυτό πολλές διαβαθμίσεις και να χρησιμοποιείται με ευθύνη και ενσυναίσθηση. Ο αποκλεισμός με φεμινιστικά κριτήρια βέβαια απέχει πολύ από το να γίνει κάποιου είδους μάστιγα που πλήττει οποιδήποτε κίνημα, καθώς συνήθως οι σχετικές συζητήσεις αντιμετωπίζονται απαξιωτικά ως υπερβολικές, αυτό δε σημαίνει όμως ότι δε χρειάζεται να θέσουμε τα σωστά θεμέλια.

Γιατί μας Τριγκάρουν οι pick-me

Καμιά φορά αναρωτιέμαι αν αυτό που μας τριγκάρει περισσότερο από ολα με τις pick-me (τις γυναικες που επιτίθενται πατριαρχικά στις άλλες γυναίκες για να αναδειχτούν οι ίδιες ως οι σωστές θηλυκότητες) είναι ότι βλέπουμε σε αυτές τον εαυτό μας. Δεν εννοώ βέβαια ότι όλες κατά βάθος είμαστε ή υπήρξαμε pick-me’s (αν και μπορεί να ισχύει για αρκετές από εμας) αλλά οτι βλέπουμε σε αυτές το κομμάτι εκείνο της δικής μας πατριαρχικής κοινωνικοποιησης που μας δίδαξε να προτεραιοποιούμε την αναζήτηση της αντρικής αποδοχής και της πατριαρχικής επιβεβαίωσης σε σχέση με την αλληλεγγύη και την ενσυναίσθηση σε άλλες γυναίκες αλλα και σε σχέση ακόμα και με τον ίδιο μας τον εαυτό, τις δικές μας ανάγκες, επιθυμίες και τη δική μας αξιοπρέπεια.


Και ίσως επειδή βλέπουμε εκείνο το κομμάτι, που εμείς αναγκαστήκαμε να πολεμήσουμε και να θαψουμε, να μας θυμώνει τόσο πολύ που εκείνες συνεχίζουν ακάθεκτες το πατριαρχικό τραγουδάκι τους ακόμα προσπαθωντας να επιπλεύσουν στο πατριαρχικό βόθρο την ίδια ώρα που καρπώνονται τα οφέλη των αγώνων μας. Ίσως η αποστροφή που νιώθουμε να κρύβει ταυτόχρονα και μια ντροπή για όλες τις φορές που η πατριαρχια (και κάθε σύστημα εξουσίας) μας υποχρέωσε να απαρνηθουμε τις εαυτές μας και την αξιοπρέπειά μας, ίσως να βλέπουμε σε αυτές κάποιες σκοτεινές πτυχές μας που καταφέραμε να ξεφορτωθούμε ή να απορρίψουμε με μεγάλο κόστος. Ίσως η Contra Points να έχει δίκιο και το cringe να είναι τόσο πιο βαθύ όσο πιο πολλά στοιχεία της ταυτότητάς μας μοιραζόμαστε με αυτ@ που μας cringάρει. Ίσως με παρομοιο τρόπο να εξηγείται και το μένος που τρέφουν πολλές pick-me για τις γυναίκες που βιώνουν ή ανέχονται κακοποίηση -να βλέπουν σε αυτές τις δικές τους ταπεινώσεις και εξευτελισμούς που αναγκάστηκαν να υπομείνουν και να σπεύδουν να τα ξορκίσουν ως κάτι που συμβαίνει μόνο στις Άλλες επειδη το αξίζουν.


Ίσως βέβαια να το κάνω υπερβολικά πολύπλοκο και η αηδία προς τις pick-me να είναι ίδια με την αηδία προς κάθε δωσίλογο. Ή να μας απελπίζει κάθε καταπισμένος που ερωτεύεται την ίδια του την καταπίεση γιατί μας τρομάζει η ιδέα οτι η μαζική αφύπνιση ισως δεν έρθει ποτε.