Ο Μισογυνισμός Έχει Πολλά Πρόσωπα

Ο μισογυνισμός έχει πολλά πρόσωπα. Εδώ μοιραζόμαστε σχόλια, αναρτήσεις, άρθρα  με σεξιστικό περιεχόμενο με σκοπό να αναδείξουμε και να μάθουμε να αναγνωρίζουμε τις διαφορετικές μορφές που παίρνει  ο σεξισμός αλλά και να αποδειξουμε ότι ο ακραίος μισογυνισμός δεν περιορίζεται σε μεμονωμένα περιστατικά αλλά είναι διάχυτος παντού.

Aκολουθήστε την instagram σελίδα αποκλειστικά για memes:

https://www.instagram.com/naieisaimisogynis/

Ακολουθήστε μας στο facebook στις σελίδες:

στο: https://www.facebook.com/nai.eisai.misogynis.2/

στην εφεδρική: https://www.facebook.com/naieisaimisogynis/

στην δεύτερη εφεδρική: https://www.facebook.com/yesyoureamisogynist/

Στην σελίδα με φεμινιστική αρθογραφια και άλλα: https://www.facebook.com/Feminism4Beginners/

στη σελίδα https://www.facebook.com/feminist.memes.reloaded/

(η οποία δημιουργήθηκε προς αντικατάσταση της σελίδας https://www.facebook.com/Feminist.Meme/ στην οποία χάσαμε πρόσβαση)

στη νέα μας σελίδα: https://www.facebook.com/feminist.rants/ όπου μπορείτε να υποβάλετε κι εσείς τα δικά σας σχόλια ανώνυμα στο παρακάτω link

https://docs.google.com/forms/d/1tK31SYEcV8b4rxppudQsiHdORYTTWy45q1isjDues8Q/edit

στο twitter: https://twitter.com/yesurmisogynist

και βρείτε την αρθρογραφία μας στο περιοδικό Antivirus 

https://avmag.gr/author/nai-eisai-misoginis/

Netflix ‘n’ Εκδίωξη του Άλλου

H καλύτερη εκδήλωση αυτού που ο Byung Chul Han ονομάζει «Εκδίωξη του Άλλου» είναι το πώς όλα μας ανεξαιρέτως λατρεύουμε να καθόμαστε σπίτι να κάνουμε binge watching τρώγοντας παγωτό ή πίτσα. Όχι μόνο το λατρεύουμε αλλά το προτιμάμε και από τις περισσότερες άλλες επιλογές. Ποιος δεν έχει ακυρώσει σχέδια ή δεν έχει νιώσει ανακούφιση με την ακύρωση τους επειδή μπορεί να κάτσει άνετα και χωρίς τύψεις μπροστά σε μικρή ή καπως μεγαλύτερη οθόνη να δει 7 επεισόδια στη σειρά χωρίς καμία διακοπή? Όχι μονο αυτό αποτελεί μια κορυφαία πηγή απόλαυσης αλλά το γεγονός ότι αποτελεί εκδηλώνεται συχνά και με την μορφή humble bragging καθώς συνοδεύεται με μια μικρή δόση περηφάνιας. Αυτό φυσικά δεν είναι άσχετο με το γεγονός ότι το να είσαι αυτάρκης και ανεξάρτητος, να μην έχεις ανάγκη κανέναν, να μην αφήνειας κανέναν να επηρεάζει τη διάθεσή σου, προβάλλεται επιθετικά ως υπέρτατο ιδανικό από την ακραία ατομικιστική νεοφιλελεύθερη κοινωνία. Ε να λοιπόν, είμαστε τόσο αυτάρκεις που θα μπορούσαμε να μείνουμε σπίτι μας μόνοι μας ένα μήνα αρκεί να είχαμε  ιντερνετ και delivery. Βασικά, το κάναμε κιολας στην καραντίνα. Μπορεί να μην προσφέρει κάποια ιδιαίτερη συγκίνηση ή νέα εμπειρία αλλά είναι comfortable και αποκλείται να μας προκαλέσει οποιαδήποτε απογοήτευση ή ταραχή -εκτός ίσως από το μικρό υπαρξιακό κενό που νιώθουμε κάθε φορά που τελειώνει μια σειρά και μέχρι να βρούμε την επόμενη.

Η κατάσταση αυτή περνάει απαρατήρητη και θεωρείται είτε ως σχεδόν φυσικό επακόλουθο του πόσο καλύτερες έχουν γίνει οι σειρές είτε ως προσωπική κατάκτηση του καθενός που έχει βρει την εσωτερική γαλήνη ώστε να μπορεί να είναι μόνος του. Γίνεται κάπως ανησυχητικό βέβαια όταν συνειδητοποιήσει κανείς πόσο ταιριάζει με τις φιλελεύθερες αξίες και πόσο επικίνδυνη είναι πολιτικά η απομόνωση που συνεπάγεται. Αυτό που ο Byung Chul Han εννοεί με τον όρο «εκδιωγμό του Άλλου» είναι ο εξοβελισμός οτιδήποτε μας φέρνει αντιμέτωπους με την πραγματική διαφορά, την ετερότητα, το ξένο, το απρόβλεπτο και αυτό που δεν ταιριάζει με τις δικές μας προτιμήσεις ή ταυτότητες. Απόρροια αυτού είναι η τρομακτική δυσφορία που νιώθουμε κατά τη συνάντησή μας με κάποιον ή κάτι που δεν μπορούμε να ελέγξουμε, η περιφρόνηση που αισθανόμαστε προς οτιδήποτε δεν επιβεβαιώνει την ταυτότητά μας.

Μα, θα πει κάποιος εύλογα, δεν είναι καλό αυτό? Δεν είναι καλό που δεν ανεχόμαστε πλέον τους φασίστες ή τους κακοποιητικούς ανθρώπους στη ζωή μας? Που προτιμάμε να κάτσουμε σπίτι μας να δουμε σειρές αντί να κάνουμε ατελειώτο small talk στο οικογενειακό τραπέζι για το πόσα μαθήματα χρωστάμε ή το γιατί δεν έχουμε παντρευτεί ακόμα? Είναι δύσκολο να το αρνηθεί κανείς αυτό. Από την άλλη είναι δύσκολο να διαψευστεί η παραπάνω πρόταση όταν ως κακοποίηση μπορεί να χαρακτηριστεί οποιαδήποτε άβολη στιγμή μας με τους άλλους. Τα πάντα μπορούν να χαρακτηριστούν ως κακοποιητικά με την κατάλληλη ταμπέλα, πχ «trauma dumping”, “gas lighting”. Και οι πάντες μπορούν να χαρακτηριστούν ως «τοξικοί», για παράδειγμα είτε ως «avoidant” είτε ως «anxiously attached» δλδ ως άνθρωποι που θέλουν είτε παραπάνω είτε λιγότερη σύνδεση από όση επιθυμούμε εμείς.

Κατά μια έννοια η συζήτηση περί «ορίων» που πήρε τα πάνω της και με την διάδοση της ψυχοθεραπείας έχει να κάνει και με το πώς οι πάντες νιώθουμε διαρκώς ότι όλοι οι υπόλοιποι παραβιάζουν τα όριά μας. Καθώς ο φιλελευθερισμός ανάγει τους ανθρώπους σε περιχαρακωμένες μονάδες με αδιάτρητα σύνορα, ο Άλλος εκλαμβάνεται διαρκώς σαν κίνδυνος, σαν κάποιος που συνεχώς πολιορκεί και καταπατά αυτά τα όρια. Αυτός είναι και ο λόγος που μέρος του διαλόγου περί «παραβιαστικής συμπεριφοράς» έχει μετατοπιστεί από το έμφυλο θέμα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης στα υποκειμενικά όρια του καθενός που νιώθει δυσφορία με τα δικά του προσωπικα κριτήρια. Τις προάλλες μια σελίδα με το όνομα «The political Feminist» έκανε ένα ολόκληρο rant για την ευαισθησία της στις έντονες μυρωδιές και το πώς θα πρέπει να το λαμβάνουμε αυτό υπόψη μας όταν ψεκαζόμαστε με άρωμα. Ούτε πολύ φεμινιστικό, ούτε ιδιαίτερα πολιτικό.

Σε αυτό το κλίμα γίνεται ολο και πιο εύκολο να ξεκόψουμε ανθρώπους για κάποια ‘προβληματική’ τους συμπεριφορά. Ναι αλλά δεν είναι καλό αυτό θα επιμείνει κάποιος? Δεν είναι καλό να μην ανέχεσαι τους ρατσιστές και τους μισογύνηδες? Ναι, κάποιοι χρειάστηκαν απίστευτη εσωτερική δύναμη να ξεκόψουν κάποιο χειριστικο σύντροφο ή έναν αδιανόητα controlling γονέα. Δεν είμαι πολύ σίγουρη όμως, ως κάποια που το έχει κάνει πολλάκις, ότι το να ξεκόψουμε έναν θείο που τον ενοχλεί το pride ή θεωρεί τη έκτρωση δολοφονία ή ένα date επειδή αρνήθηκε ότι ως Έλληνας έχει λευκό προνόμο ενέχει το ίδιο κόστος ή έχει οποιδήποτε αντίκτυπο. Εκ των υστέρων φαίνεται περισσότερο ως μία επιβεβαίωση της ταυτότητάς μου -είμαι τοσο φεμινίστρια που μπορώ να τσακωθώ με ολους και να την πω σε κάποιον που έτσι κι αλλιώς δεν τον έχω κάποια ανάγκη γιατι δεν είναι το αφεντικό μου. Είναι μια μάλλον κενή στιγμή αυτοεπιβεβαίωσης και προσωπικού empowerment παρά μια αυθεντικά πολιτική πράξη.

Η εκδίωξη του Άλλου όμως δεν έχει να κάνει μόνο με την προσωπική ζωή ούτε μονο με τον εξοστρακισμό προσώπων. Ακόμα και σε έναν πολιτικό χώρο είναι δύσκολο να συνυπάρξεις με άτομα με τα οποία οι απόψεις σας δεν ταυτίζονται 100%, είτε επειδή δεν μπορείς να ανεχτείς ότι διαφωνείτε σε ένα από τα 100 θέματα, εκ των οποίων στα 99 συμφωνείτε, είτε επειδή η συνύπαρξη μαζί τους μπορεί να μιάνει την δική σου πολιτική ταυτότητα.

Ταυτόχρονα είναι όλο και πιο δύσκολο να έρχεσαι σε επαφή με την σύγκρουση ή την απορριψη καθώς οι περισσότερες επαφές σου διαμεσολαβούνται πλέον από το διαδίκτυο και τον αλγόριθμο που. Μα, θα αντικρούσει πάλι κάποιος, δεν κάνει το διαδίκτυο ευκολότερη την επαφή και την σύνδεση, δεν συνεχίζει η σύγκρουση και η απόρριψη να υφίστανται απλώς απλώς με διαφορετικές μορφές? Είναι όμως έτσι? Ο Zygmunt Bauman γράφει στο κείμενό του “Consuming Life:


«Αν το δει κανείς από την πλευρά εκείνου που μένει απ’ έξω, το «δίκτυο» μοιάζει ανησυχητικά περισσότερο με έναν αμμόλοφο από κινούμενη άμμο που τον παρασέρνει ο άνεμος, παρά με ένα εργοτάξιο όπου χτίζονται αξιόπιστοι κοινωνικοί δεσμοί. Όταν τα ηλεκτρονικά δίκτυα επικοινωνίας εισέρχονται στον βιότοπο του ατομικού καταναλωτή, είναι εξαρχής εξοπλισμένα με έναν μηχανισμό ασφαλείας: τη δυνατότητα άμεσης, χωρίς κόπο και (ελπίζουμε) ανώδυνης αποσύνδεσης — της διακοπής της επικοινωνίας με τρόπο που αφήνει ορισμένα τμήματα του δικτύου χωρίς φροντίδα και τα στερεί από τη σημασία τους, μαζί με τη δύναμή τους να γίνονται ενοχλητικά. Αυτός ο μηχανισμός ασφαλείας, και όχι η ευκολία της επικοινωνίας, πόσο μάλλον της μόνιμης συνύπαρξης, είναι που καθιστά το ηλεκτρονικό υποκατάστατο της πρόσωπο με πρόσωπο κοινωνικότητας τόσο ελκυστικό για άνδρες και γυναίκες εκπαιδευμένους να λειτουργούν σε έναν κόσμο διαμεσολαβημένο από την αγορά. Σε έναν τέτοιο κόσμο, η ουσία της ατομικής ελευθερίας βρίσκεται πολύ περισσότερο στην πράξη της απαλλαγής από ό,τι είναι ανεπιθύμητο, παρά στην απόκτηση αυτού που επιθυμεί κανείς. Ο μηχανισμός ασφαλείας που επιτρέπει την άμεση αποσύνδεση κατά βούληση ταιριάζει απόλυτα με τις βασικές επιταγές της καταναλωτικής κουλτούρας· όμως οι κοινωνικοί δεσμοί —και οι δεξιότητες που απαιτούνται για να δημιουργούνται και να συντηρούνται— αποτελούν τα πρώτα και σημαντικότερα παράπλευρα θύματά της.”

Με λίγα λόγια είναι πιο εύκολο να επιχειρίσεις επαφή και να διαχειριστείς την απόρριψη όταν ο Άλλος είναι ένα μακρινό άβαταρ. Είναι πιο εύκολο να διαχειριστείς την ακραία άποψη που σου πετάει ως rage bait ο αλγόριθμος όταν μπορείς να επιλέξεις αν θα κάνεις engage ή θα την μπλοκάρεις. Ακομα και οι θλιβεροί haters μου που διαβάζουν ευλαβικά τα κατεβατά στο blog μου και σχολιάζουν εμμονικά σε αυτό το κάνουν από την άνεση του σπιτιού τους επιλέγοντας την στιγμή που έχουν όρεξη να εκτονωθούν κι εγώ φυσικά επιλέγω να τους αφήνω επειδή τους βλέπω μόνο ως επέκταση του εαυτού μου -ως ανθρώπους που ετεροκαθρρίζονται από μένα και που βελτιώνουν κάπως τα στατιστικά μου. Είμαι δε σίγουροι ότι κάποιες θα πατήσουν το κουμπί του unfollow εξαιτίας αυτού του κειμένου ισχυριζόμενες ότι καλώ τις γυναίκες να ανεχτούν βιαστές ή κάτι τέτοιο. Και ποια από εμάς δεν έχει πατήσει το unfollow ή το μπλοκ σε απάντηση κάποιας σελίδας με την οποία συμφωνεί στην πρώτη διαφωνία που εκλάβαμε ως προσωπική προδοσία.  

Ο ιστορικός Hobsbawm παρατηρεί το πώς η υποχώρηση των κινημάτων συνδέθηκε και με την εισαγωγή της τηλεόρασης ως μιας οικογενειακής δραστηριότητας στο σπίτι σε σχέση με την συλλογική παρακολούθηση ταινιών στο σινεμά ή την μετάδοσης αθλητικών γεγονότων σε δημόσιο χώρο. Η εκδίωξη του Άλλου ξεκινά από το πώς δεν χρειάζεται πλέον να δούμε μια ταινία απλά επειδή παίζει στην τηλεόραση και να ανεχτούμε τις διαφημίσεις πληρώνοντας ένα αντίτιμο και επεκτείνεται στο πώς περιμένουμε τα πάντα στη ζωή μας να είναι customized, ελεγχόμενα και απόλυτα συμβατά με τα γούστα μας. Την ίδια ώρα βέβαια που ο έλεγχος της ζωής μας στον καπιταλισμό ξεφεύγει όλο και περισσότερο από τα χέρια μας κι εμείς αδυνατούμε να δράσουμε πολιτικά για να το σταματήσουμε. Ίσως αυτά τα δύο να μην είναι τόσο άσχετα μεταξύ τους.

Η Οικονομική Κρίση ως επιστημολογικό πρόβλημα:

Σχολιασμός πάνω στο άρθρο “Economic Crisis and the Peculiarities of Economic Science”

Μια μίνι εργασία που έγραψα για το προπτυχιακό μου πάνω στην εξέλιξη (ή μάλλον των εκφυλισμό) των οικονομικών-εύκολο 10αράκι

Περίληψη

Στο κείμενο αυτό θα αναλυθεί το άρθρο των Fine and Milonakis με τίτλο ‘Useless but True’: Economic Crisis and the Peculiarities of Economic Science που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Historic Materialism το 2011. Το άρθρο αναλύεται υπό το πρίσμα της φιλοσοφίας των οικονομικών και της ιστορίας της οικονομικής σκέψης. Η έμφαση δίνεται στον μετασχηματισμό της πολιτικής οικονομίας στη σημερινή ορθόδοξη οικονομική επιστήμη που είχε ως αποτέλεσμα τον διαχωρισμό της τόσο από την κοινωνιολογική όσο και την ιστορική ανάλυση με συνέπεια να αδυνατεί να εξηγήσει την κρίση που εμφανίστηκε το 2008. Τα συμπεράσματα του άρθρου άπτονται τόσο μεθοδολογικών όσο και πολιτικών ζητημάτων αναδεικνύοντας ταυτόχρονα το πώς η μεθοδολογία των οικονομικών συνδέεται με την καπιταλιστική οργάνωση της οικονομίας.

Εισαγωγή

Οι συγγραφείς του άρθρου Fine και Milonakis είναι ευρέως γνωστοί στον κύκλο των ετερόδοξων οικονομολόγων για τα δύο βιβλία τους με τίτλο «From Political Economy to Economics: Method, the Social and the Historical in the Evolution of Economic Theory » και  «From Economics Imperialism to Freakonomics: The Shifting Boundaries Between Economics and Other Social Sciences ». Τα δύο αυτά βιβλία «αποτελούν μια εντυπωσιακή ιστορία της οικονομικής σκέψης»  των οποίων σκοπός είναι «να αναδείξουν τις γνώσεις που χάθηκαν κατά τη μετάβαση από την πολιτική οικονομία στην οικονομική και, ως εκ τούτου, να ενθαρρύνουν μια νέα γενιά πολιτικών οικονομολόγων […] να οικοδομήσουν μια πολιτική οικονομία για το μέλλον» (Fleetwood, 2012, σελ. 21)

Το άρθρο των Fine και Milonakis «Useless but true» εμπνεύστηκε το πρώτο μέρος του τίτλου του, όπως μας εξηγούν οι συγγραφείς, από ένα σατιρικό άρθρο του Krugman ( 2010) με τίτλο «Theory of Interstellar Trade». O Krugman αναλύει το διαγαλαξιακό εμπόριο σε συνθήκες κίνησης υπό την ταχύτητα του φωτός όπου το πρόβλημα είναι πως « o χρόνος που απαιτείται για τη μεταφορά θα φαίνεται λιγότερο σε έναν παρατηρητή που ταξιδεύει με τα εμπορεύματα παρά σε έναν ακίνητο παρατηρητή» και καταλήγει πως: «Μια λύση αντλείται από την οικονομική θεωρία και αποδεικνύονται δύο άχρηστα αλλά αληθή θεωρήματα». Η αναφορά των Fine and Milonakis στο άρθρο του Krugman, όπως θα δούμε στη συνέχεια, έχει σκοπό να αναδείξει το πώς η μαθηματικοποίηση και τυποποίηση της οικονομικής επιστήμης είχε ως αποτέλεσμα να εξετάζει μοντέλα αποκομμένα από τη πραγματική ζωή την ίδια ώρα που  αγνοεί υπαρκτά προβλήματα  όπως οι κρίσεις.  Οι λέξεις «άχρηστο αλλά αληθινό» συμπυκνώνουν για τους συγγραφείς το θεμελιώδες πρόβλημα των σύγχρονων οικονομικών που «πρόκειται για θεωρητικές ασκήσεις, που παίρνουν κυρίως μαθηματική μορφή, η οποία μπορεί να είναι έγκυρη μαθηματικά, […]αλλά άχρηστη από οποιαδήποτε άλλη έννοια και κενή οποιασδήποτε πρακτικής σημασίας» ( Fine B, Milonakis  D., 2011,  σελ. 13)

Η οικονομική κρίση ως ζήτημα οικονομικό και πολιτικό

Το εν λόγω άρθρο παίρνει ως σημείο εκκίνησης την οικονομική κρίση που σημειώθηκε λίγα χρόνια πριν, το 2008, και την αδυναμία της οικονομικής επιστήμης τόσο να την προβλέψει όσο και να την εξηγήσει. Η κρίση αυτή αποτελεί ένα παράδοξο γιατί όπως το θέτουν και οι συγγραφείς στο άρθρο παρουσιάστηκε ακριβώς τη στιγμή που «οι υλικές συνθήκες για τη συσσώρευση κεφαλαίου φαίνεται να ήταν εξαιρετικά ευνοϊκές και μάλιστα να γίνονται ολοένα και πιο ευνοϊκές πιο πρόσφατα» (σελ. 5). 

Για τους συγγραφείς το παράδοξο αυτό θέτει τρία ερωτήματα: «γιατί επιβράδυνση, γιατί κρίση και ποιος είναι ο ρόλος της ταξικής πάλης». Ο τρόπος που προσεγγίζουν τα τρία αυτά ερωτήματα είναι, όπως δηλώνουν οι ίδιοι, αυτός που προτάσσει η δική τους ερμηνεία της μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας δηλαδή η διερεύνηση των συνθηκών  «υπό τις οποίες η συσσώρευση και η αναδιάρθρωση του κεφαλαίου λαμβάνει χώρα συνολικά, παγκοσμίως, στην παραγωγή και κυκλοφορία (υπερ)αξίας, και στην κοινωνική, πολιτική καθώς και ιδεολογική αρένα». Η μέθοδος αυτή τους οδηγεί να αναδείξουν ως σημαντικότερο παράγοντα της κρίσης  την διαδικασία της χρηματιστικοποίησης. (σελ. 5).  Ό ρόλος της τελευταίας στην οικονομική κρίση συνοψίζεται από τους συγγραφείς ως εξής:

«Έχει μειώσει τα συνολικά επίπεδα συσσώρευσης μέσω της υποταγής του πραγματικού κεφαλαίου στο πλασματικό, δημιουργώντας ένα χάσμα μεταξύ των δύο· έχει μειώσει την αποτελεσματικότητα της αναδιάρθρωσης του πραγματικού κεφαλαίου και έχει αποβεί επιζήμιο για τις κοινωνικές, πολιτικές και ιδεολογικές συνθήκες υπό τις οποίες έχει προχωρήσει η συσσώρευση» (στο ίδιο)»

Παρόλο που οι συγγραφείς αναγνωρίζουν την ύπαρξη και άλλων παραγόντων, τονίζουν πως η επίδραση της χρηματιστικοποίησης εκτείνεται και στον βιομηχανικό κλάδο καθώς  «το ίδιο το βιομηχανικό κεφάλαιο έχει εμπλακεί στην κερδοσκοπική χρηματιστικοποίηση» ενώ «και το κράτος έχει διαδραματίσει ενεργό ρόλο στην προώθηση της χρηματιστικοποίησης» με αποτέλεσμα την «μεταβολή της μορφή και φύσης της ίδιας της πολιτικής, καθώς η χρηματιστικοποίηση μετατοπίζει τη θέση της λήψης αποφάσεων στις ιδιοτροπίες των χρηματοπιστωτικών αγορών και των χρηματιστών» (σελ. 6).

Για τους συγγραφείς τα παραπάνω εξηγούν και τα παράδοξα στα οποία οδηγήθηκαν οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές που υιοθετήθηκαν από τα περισσότερα κράτη με πρώτο και κύριο «το γεγονός ότι τεράστια χρηματικά ποσά έχουν βρεθεί σε σύντομο χρονικό διάστημα για τη διάσωση τραπεζών, αλλά τα χρήματα για τη διάσωση φτωχότερου δισεκατομμυρίου ανθρώπων του κόσμου δεν μπορούν ποτέ να κινητοποιηθούν» (σελ. 7). Οι συγγραφείς έτσι καταφέρνουν ήδη να εισάγουν την πολιτική οικονομία στην ανάλυσή τους.

Αξίζει να σημειωθεί  πως οι Fine και Milonakis δεν είναι οι μόνοι που βλέπουν την πρόσφατη οικονομική κρίση ως αποτυχία του κλάδου των οικονομικών να την προβλέψουν, να την εξηγήσουν, να την θεραπεύσουν . Στο άρθρο «The Financial Crisis and the Systemic Failure of Academic Economics» οι συγγραφείς σημειώνουν πώς «Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση αποκάλυψε την ανάγκη να επανεξετάσουμε ριζικά τον τρόπο ρύθμισης των χρηματοπιστωτικών συστημάτων. Έχει επίσης καταστήσει σαφή μια συστημική αποτυχία του επαγγέλματος των οικονομικών». (Colander, D., Goldberg, M., Haas, A., Juselius, K., Kirman, A., Lux, T., & Sloth Fleetwood, σελ. 2). Ομοίως, ο W. Buiter στο άρθρο του «The Unfortunate Uselessness of Most ‘State of the Art’ Academic Monetary Economics» δηλώνει κατηγορηματικά πως «Η τυπική μακροοικονομική θεωρία δεν βοήθησε στην πρόβλεψη της κρίσης, ούτε βοήθησε στην κατανόησή της ή στη δημιουργία λύσεων»

Η κρίση ως πρόβλημα επιστημολογικό

Έχοντας θέσει το πρόβλημα της οικονομικής κρίσης ως πρόβλημα όχι μόνο οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό αλλά και θεωρητικό, οι συγγραφείς προχωρούν στην επόμενη ενότητα παρουσιάζοντάς το ως πρόβλημα επιστημολογικό. Εκκινώντας από την κουνιανή θεωρία (Kuhn, 1962) , σύμφωνα με την οποία οι «ανωμαλίες» σε ένα θεωρητικό παράδειγμα οδηγούν σε «κρίση» της επιστήμης και εν τέλει σε επιστημονική επανάσταση, οι Fine και Milonakis εξερευνούν τους λόγους που κάτι τέτοιο δε συνέβη στην περίπτωση των οικονομικών.  Η μέθοδος που χρησιμοποιούν είναι η ιστορική αναδρομή στην θεωρία και μεθοδολογία των οικονομικών κυρίως από την περίοδο λίγο πριν την Μεγάλη Ύφεση και μετά.

Οι συγγραφείς παρατηρούν πως «ολόκληρη την περίοδος μέχρι το κραχ της Wall Street το 1929, η άποψη που κυριαρχούσε στα «νεοκλασικά» οικονομικά ήταν ότι οι αγορές είναι αποτελεσματικές και, αν αφεθούν μόνες τους, θα τείνουν να επιστρέψουν σε ισορροπία πλήρους απασχόλησης» (σελ. 10). Η ομοφωνία αυτή των οικονομολόγων «ήταν βασισμένη στις πιο φρικτά μη ρεαλιστικές υποθέσεις του αντιπροσωπευτικού δρώντα που διατηρεί ορθολογικές προσδοκίες και της υπόθεσης της αποτελεσματικότητας της αγοράς» (σελ. 10).  Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η κρίση του 1929 να αντιμετωπιστεί χωρίς κρατική παρέμβαση. Οι σοβαρές συνέπειες αυτού του είδους της διαχείρισης «κλόνισαν την αξιοπιστία της της νεοκλασικής θεωρίας και την πίστη στις αυτορρυθμιζόμενες ικανότητες της αγοράς σχεδόν ανεπανόρθωτα» (σελ. 10).

Το παραπάνω θεωρητικό κενό ήρθε να γεμίσει ο Keynes με την Γενική Θεωρία του. Οι συγγραφείς αναγνωρίζουν την «επαναστατική» για τον κόσμο των οικονομικών προοπτική της κεϋνσυανής προσέγγισης σε δύο στοιχεία: αφενός την έμφαση  της στην επίτευξη της πλήρους απασχόλησης και αφετέρου σε τρείς τρόπους που ήρθε σε ρήξη με τα νεοκλασικά οικονομικά:

«Πρώτον, απαλλάχθηκε από τις ατομικιστικές, ωφελιμιστικές αποχρώσεις της νεοκλασικής οικονομικής θεωρίας καθώς και του αντιπροσωπευτικού ατόμου. Δεύτερον, κατήγγειλε την τάση αυτοεξισορρόπησης της οικονομίας μέσω των εννοιών της ‘ελλιπούς ζήτησης’ και της ‘ισορροπίας της ανεργίας’». Τρίτον, έδωσε έμφαση στον ρόλο της συστημικής ‘αβεβαιότητας’»

Ωστόσο, παρά τις επιρροές της δουλειάς του Keynes στην πολιτική, τα επαναστατικά της αποτελέσματα στην ίδια την οικονομική επιστήμη ανακόπηκαν από μια άλλη εξέλιξη: «την αυξανόμενη μαθηματικοποίηση, αξιωματοποίηση και τυποποίηση της οικονομικής επιστήμης» (σελ. 11). Όπως παρατηρούν οι Fine και Milonakis, «η επαγωγή και η μαθηματική μοντελοποίηση σταδιακά απέκτησαν το πάνω χέρι εις βάρος άλλων τρόπων ανάλυσης και συλλογισμού» (σελ. 11).  Η παραπάνω διαδικασία έχει σχέση με το βασικότερο θέμα του άρθρου του Fine και Milonakis, δηλαδή την μετάβαση από την πολιτική οικονομία στην οικονομική μέσω της «αποκοπή[ς] του κοινωνικού και ιστορικού στοιχείου […] οδηγώντας σε ένα σχεδόν ολοκαίνουργιο επιστημονικό σώμα εντελώς αποκομμένο από το ιστορικό και κοινωνικό του πλαίσιο (σελ. 11).

O Keynes ήταν το πρώτο θύμα της «φορμαλιστικής επανάστασης» όπως ονομάζουν οι συγγραφείς τη διαδικασία αυτή, καθώς «μόνο εκείνες οι πτυχές της σκέψης του Keynes που μπορούσαν να μοντελοποιηθούν ενσωματώθηκαν σε αυτό που έγινε γνωστό ως «νεοκλασική σύνθεση». Το αποτέλεσμα ήταν ένας «μπάσταρδος κεϋνσυανσιμός» (σελ. 14) που άφηνε απέξω τα ριζοσπαστικότερα στοιχεία της σκέψης του. Την ίδια μοίρα με τον Κεϋνσιανισμό όμως είχε «οποιαδήποτε άλλη προσπάθεια παροχής ενός διαφορετικού τρόπου ανάλυσης, σε τέτοιο βαθμό που, στην εποχή μας, οτιδήποτε δεν μπορεί να μοντελοποιηθεί δεν θεωρείται ως οικονομική και αφήνεται εκτός εξέτασης εντελώς». Το αποτέλεσμα είναι στον κλάδο να επικρατεί μια παντελής έλλειψη ανεκτικότητας για διαφορετικές θεωρίες αλλά ακόμα και εσωτερική κριτική.

Οι συγγραφείς αναφέρουν στο άρθρο πως οι ρίζες τις φορμαλιστικές επανάστασης βρίσκονται στην λεγόμενη οριακή επανάσταση, ένα από τα δύο μεγαλύτερα «σχίσματα» στην ιστορία της οικονομικής σκέψης (Fine και Milonakis, 2008, σελ. 1) . Το θέμα αυτό το αναπτύσσουν εξαντλητικά στο βιβλίο τους From Political Economy to Economics: Method, the Social and the Historical in the Evolution of Economic Theory. Σύμφωνα με το κεφάλαιο του βιβλίου αφιερωμένο στην οριακή επανάσταση, με τους οριακούς ξεκίνησε η «αναζήτηση για μια οικονομική επιστήμη χωρίς αξιολογικές κρίσεις, ισότιμη με τις φυσικές επιστήμες».  Αναφερόμενοι στις απόψεις του Walras, έναν από τους ιδρυτές της σχολής, «Για να γίνει η οικονομική επιστήμη καθαρή επιστήμη, λοιπόν, πρέπει να αντιμετωπίζεται ως φυσική επιστήμη και επειδή ασχολείται με ποσότητες, πρέπει να γίνει κλάδος των μαθηματικών» (σελ. 95). Αυτό είχε ας αποτέλεσμα τον αυτόματα εξοβελισμό όλης της κλασικής πολιτικής οικονομίας  και της Ιστορικής Σχολής εκτός του πεδίου (Fine B. , Milonakis, D.  2008, σελ. 96).

Η μαθηματικοποίηση του κλάδου είχε άμεση σχέση με την εισαγωγή της έννοιας της οριακής χρησιμότητας. Όπως παρατηρούν οι Fine και Milonakis «Μία από τις κύριες συνέπειες της υιοθέτησης αυτής της έννοιας είναι ότι το αντικείμενο της οικονομικής επιστήμης μετατοπίστηκε από την έρευνα των αιτιών του πλούτου και της κατανομής του, στην εξέταση της οικονομικής συμπεριφοράς των ατόμων, ειδικά με τη μορφή της αρχής της μεγιστοποίησης (της ωφέλειας)» (σελ. 97).  Ταυτόχρονα «η χρήση της οριακής ανάλυσης (ένα ουσιαστικά μαθηματικό εργαλείο) και η έννοια της ισορροπίας (δανεισμένη από τη στατική μηχανική) κατέστησαν την οικονομική επιστήμη πιο ευάλωτη στη μαθηματική ανάλυση, ωθώντας την οικονομική επιστήμη περαιτέρω προς την αφαίρεση και τον φορμαλισμό» (στο ίδιο, σελ. 109).

Για τους συγγραφείς ο θρίαμβος της οριακής ανάλυσης ενσαρκώνεται από έναν τριπλό αναγωγισμό: Ατομικιστικό, α-κοινωνικό και αντι-ιστορικό. Όπως το θέτουν

Ο πρώτος είναι ένας ατομικιστικός αναγωγισμός, μέσω του οποίου οι συλλογικοί οικονομικοί παράγοντες αντικαθίστανται από τα άτομα ως βασική μονάδα ανάλυσης, και η οικονομία αντιμετωπίζεται ως η απλή συνάθροιση των μεμονωμένων μελών της. Ο δεύτερος είναι ένας ακοινωνικός αναγωγισμός, όπου η οικονομία αντιμετωπίζεται απομονωμένα από το ευρύτερο κοινωνικό της πλαίσιο, μέσω του πλήρους αποκλεισμού όλων των κοινωνικών (εκτός από τις) σχέσεις της αγοράς από την ανάλυση. Ο τελευταίος είναι ένας αντι-ιστορικιστικός αναγωγισμός, μέσω του οποίου η οικονομική επιστήμη διαχωρίζεται πλήρως από την ιστορία (στο ίδιο, σελ. 109).

Αξίζει να σημειωθεί πως οι παραπάνω εξελίξεις επέφεραν ένα θανατηφόρο πλήγμα στην έννοια της τάξης, η οποία είναι ένα συλλογικό χαρακτηριστικό που δυσκολεύεται να χωρέσει στα πλαίσια του μεθοδολογικού ατομικισμού.

Οι συγγραφείς δεν αρκούνται στο να αποδώσουν την φορμαλιστική επανάσταση στην ιστορία της οικονομικής σκέψης αλλά την συνδέουν άμεσα και με τις ανάγκες της καπιταλιστικής οργάνωσης της οικονομίας και των οικονομικών συμφερόντων που συνδέονται με αυτό. Δηλώνουν λοιπόν ευθαρσώς πως πίσω από αυτό το είδος θεωρίας κρύβεται «η ίδια η φύση του συστήματος και η ιδεολογική ανάγκη για την αιτιολόγησή του»  (Fine B, Milonakis D., 2011, σελ. 17). Ταυτόχρονα συνδέουν την πλήρη επικράτηση του φορμαλισμού με την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης που οδήγησε στην από-νομιμοποίησης της κρατικής παρέμβασης και την επακόλουθη απόλυτη νίκη του νεοφιλελευθερισμού (σελ. 22). Με τον τρόπο αυτό οι Fine και Milonakis λαμβάνουν μια ριζοσπαστική θέση απέναντι στην επιστήμη που την αντιμετωπίζει όχι ως αξιολογικά ουδέτερη αλλά ως μέρος του εποικοδομήματος που προκύπτει από την βάση της καπιταλιστικής οργάνωσης της οικονομίας

Οι Εναλλακτικές

Έχοντας διαγνώσει την χρεωκοπία των ορθόδοξων, κυρίαρχων οικονομικών εξαιτίας της αδυναμίας τους να προβλέψουν και να εξηγήσουν την κρίση, οι Fine και Milonakis προχωρούν στην εξέταση των εναλλακτικών που θα μπορούσαν να υποκαταστήσουν το κυρίαρχο ρεύμα. Διακρίνουν κυρίως τους εξής δρόμους: τον Νέο-Κεϋνσυανισμό, κάποια ακριβέστερα μαθηματικά μοντέλα που θα λαμβάνουν καλύτερα υπόψη τους τις ατέλειες της αγοράς, την επιστροφή σε έναν πιο καθαρό Κεϋνσυανισμό με έμφαση στην συστημική αβεβαιότητα και το animal spirit του καπιταλισμού και νέα ερευνητικά προγράμματα όπως τα συμπεριφορικά οικονομικα, η θεωρία των παιγνίων και τα νευρο-οικονομικά που εκκινούν από επιστήμες εκτός της οικονομικής, όπως η ψυχολογία, τα μαθηματικά και η νευρο-επιστήμη (Fine B., Milonakis D, 2011. Σελ. 17-19). Ωστόσο για τους συγγραφείς τα προγράμματα αυτά δεν αντιπροσωπεύουν έναν αυθεντικό επιστημονικό πλουραλισμό γιατί  «παρά τις διαφορετικές τους απόψεις, όλες αυτές οι προσεγγίσεις έχουν δύο κοινά χαρακτηριστικά: πρώτον, την προσήλωσή τους στην αξιωματική κατασκευή μοντέλων ως την προτιμώμενη μεθοδολογική τους προσέγγιση και, δεύτερον, την εστίασή τους στο άτομο» (σελ. 19). Με λίγα λόγια εμπεριέχουν τα στοιχεία που προκύπτουν από και ταυτόχρονα επιβεβαιώνουν την φορμαλιστική επανάσταση.

Οι συγγραφείς εφιστούν την προσοχή στο γεγονός πως «Αυτό που οι σύγχρονοι ορθόδοξοι οικονομολόγοι δεν κατανοούν είναι ότι αυτό που φταίει δεν είναι κάποια συγκεκριμένη υπόθεση ή χαρακτηριστικό των χρησιμοποιούμενων μοντέλων, αλλά η ίδια η μέθοδος της απαγωγικής-μαθηματικής μοντελοποίησης» (Fine B., Milonakis. D., 2011, σελ. 20). Η μέθοδος αυτή βασίζεται σε δύο εσφαλμένες προϋποθέσεις: αφενός την ύπαρξη ενός κλειστού συστήματος στο οποίο συμβαίνουν κανονικότητες ή συσχετίσεις γεγονότων και αφετέρου τον απομονωμένο, ατομικό δρώντα. Το τελευταίο είναι εσφαλμένο επειδή όπως τονίζουν οι συγγραφείς παραπέμποντας και σε σύγχρονα ευρήματα «τα άτομα διαμορφώνονται από το κοινωνικό τους περιβάλλον με αποφασιστικούς τρόπους», γι αυτό οι ίδιοι προτάσσουν πως «το κοινωνικό πρέπει να έχει προτεραιότητα έναντι του ατόμου, και το μακροεπίπεδο έναντι του μικροεπιπέδου» (στο ίδιο, σελ. 21).

Έχοντας λοιπόν πρώτα επιτεθεί στα ορθόδοξα οικονομικά και στη συνέχεια αναδείξει τις προβληματικές των εναλλακτικών προγραμμάτων, οι συγγραφείς πρεσβεύουν πως «η μόνη ελπίδα για μια πραγματικά εναλλακτική θεωρία έγκειται στην πολιτική οικονομία», ως αυτή που όχι μόνη αποστασιοποιείται από τους δίδυμους πυλώνες της μοντελοποίησης και της έμφασης στο άτομο, αλλά και λαμβάνει υπόψη της τις συγκρούσεις συμφερόντων γύρω από την οικονομική θεωρία και πολιτική χωρίς να τις υποβιβάζει σε απλή ασύμμετρη πληροφόρηση. Ως πολιτικό πρόταγμα τα παραπάνω θα πρέπει για τους συγγραφείς να συνοδευτούν από την απαραίτητη οργάνωση, δηλαδή από ισχυρούς συλλόγους, φοιτητικά κινήματα και κινήματα διδασκόντων.  Ταυτόχρονα οι συγγραφείς ενθαρρύνουν ένα ενωτικό πνεύμα μεταξύ τον ετερόδοξων οικονομολόγων καθώς όπως το θέτουν:

«μέχρι η ισορροπία των δυνάμεων να ευνοήσει περισσότερο τις εναλλακτικές δυνάμεις, το καλύτερο που μπορεί να ελπίζεται για το επάγγελμα των οικονομικών, είναι μια απομάκρυνση από τη μονολιθική προσέγγιση στην οικονομική επιστήμη που χαρακτηρίζει την κυρίαρχη οικονομική θεωρία, η οποία φετιχοποιεί την κατασκευή μοντέλων, προς έναν πλουραλισμό μεθόδων και προσεγγίσεων, και μακριά από ατομικιστικές προσεγγίσεις προς πιο συστημικούς, συγκεντρωτικούς, δυναμικούς, ιστορικά συγκεκριμένους και κοινωνικά ενσωματωμένους τύπους ανάλυσης του καπιταλισμού» (σελ. 25).

Συμπέρασμα

Οι Fine και Milonakis εκκινούν από την οικονομική κρίση για να αναδείξουν την αδυναμία όχι μόνο τον αγορών αλλά της ίδιας της οικονομικής επιστήμης. Για να εξηγήσουν την αδυναμία αυτή κάνουν μία μικρή ιστορική αναδρομή στην επιστημολογία του κλάδου από την περίοδο πριν την Μεγάλη Ύφεση καταλήγοντας ότι στην καρδία της αδυναμίας πρόβλεψης και εξήγησης της κρίσης βρίσκεται η φορμαλιστική επανάσταση με την εμμονή της με τα μαθηματικά μοντέλα και τον μεθοδολογικό ατομικισμό. Συνεπείς με την πολιτική οικονομία που εκπροσωπούν σε αυτό το άρθρο, οι συγγραφείς όχι μόνο βλέπουν τις ρίζες του προβλήματος στην καπιταλιστικό οργάνωση της οικονομίας και την ανάγκη της για ιδεολογική νομιμοποίηση αλλά ταυτόχρονα θεωρούν τη λύση ως επιστημολογική αλλά και πολιτική ταυτόχρονα.

Το υπό ανάλυση άρθρο των Fine και Milonakis είναι μια εναλλακτική ιστορία της οικονομικής σκέψης, αντιπροσωπευτική του συνολικού έργου τους, ιστορία η οποία είναι απαραίτητη γιατί όπως το θέτουν και οι ίδιοι στην εισαγωγή του From Political Economy to Economics (σελ. 9):

«η ιστορία του θέματός μας είναι μια ιστορία, όταν δεν παραμελείται, που έχει γραφτεί από τους νικητές και μέσα από το πρίσμα αυτού που έχει γίνει η τρέχουσα ορθοδοξία. Ακόμα χειρότερα, αυτή η ιστορία συχνά δεν έχει γραφτεί, αλλά απλώς θεωρείται ότι είναι ένα μη προβληματικό πέρασμα από τις ατελείς ανακαλύψεις του παρελθόντος στη βελτίωση και τη βελτίωσή τους στο παρόν». Όπως η χρηματο- οικονομική κρίση του 2008, το πέρασμα αυτό μόνο προβληματικό δεν ήταν»

Βιβλιογραφία

Buiter, Willem H., The Unfortunate Uselessness of Most ‘State of the Art’ Academic Monetary Economics (March 6, 2009). VoxEU, Research-based policy analysis and commentary from leading economists, March 6, 2009, Available at SSRN: https://ssrn.com/abstract=2492949

Colander, D., Goldberg, M., Haas, A., Juselius, K., Kirman, A., Lux, T., & Sloth Fleetwood, Steve. (2012). ‘From Political Economy to Economics’ and Beyond. Historical Materialism. 20. 61-80. 10.1163/1569206X-12341258., B. (2009). THE FINANCIAL CRISIS AND THE SYSTEMIC FAILURE OF THE ECONOMICS PROFESSION. Critical Review21(2–3), 249–267. https://doi.org/10.1080/08913810902934109

Fine, Ben & Milonakis , Dimitris .  (2008). From Political Economy to Economics. Method, the Social and the Historical in the Evolution of Economic Theory. From Political Economy to Economics: Method, the social and the historical in the evolution of economic theory. 1-374. 10.4324/9780203887110.

Fine, Ben & Milonakis , Dimitris . (2011). `Useless but True’: Economic Crisis and the Peculiarities of Economic Science. Historical Materialism. 19. 3-31. 10.1163/156920611X573770.

Fleetwood, Steve. (2012). ‘From Political Economy to Economics’ and Beyond. Historical Materialism. 20. 61-80. 10.1163/1569206X-12341258.

KRUGMAN, PAUL. (2010). The theory of interstellar trade. Economic Inquiry. 48. 1119-1123. 10.1111/j.1465-7295.2009.00225.x.

Kuhn, T. S. (1962). The structure of scientific revolutions. University of Chicago Press.

Περί παιδεραστίας και ηλικιακής διαφοράς

Την μέρα που έκλεισα τα 18 τα έφτιαξα με κάποιον 20 χρόνια μεγαλύτερο. Ήταν  οικογενειακός φίλος και τον γούσταρα από μικρή -ίσως 15 ή 16. Ονειρευόμουν κάποιον σαν αυτόν -γοητευτικό, γιατρό, με σπορ  αμάξι- και αστειευόμασταν ότι θα με παντρευτεί. Φλερτάραμε έντονα (με δική μου πρωτοβουλία) αρκετές βδομάδες πριν αλλά ήθελε να είναι τυπικός οπότε περίμενε τα γενέθλια μου για να με φιλήσει. Η σχέση μας κράτησε 2-3 μήνες και έληξε άδοξα όταν τον παράτησα για έναν 23χρονο. Μου φέρθηκε μια χαρά και δεν με πίεσε ποτέ να κάνουμε σεξ -δεν το πήγαμε ποτέ τόσο μακριά. Δεν νιώθω ούτε ότι με εκμεταλλεύτηκε ούτε ότι με κακοποίησε με οποιδήποτε τρόπο. Δεν θυμάμαι αυτή τη σχέση ούτε ως τραυματική, ούτε ως παραβιαστική. Βασικά μετά βίας την θυμάμαι καθώς, όπως οι περισσότερες εφηβικές και μετεφηβικές σχέσεις, ήταν μάλλον ανάξια λόγου. Παρολαυτα, χρόνια μετά, κάθε φορά που την σκέφτομαι μου μένει μια βασανιστική απορία ή οποία δεν φαινόταν να με απασχολεί καθόλου τότε: τι στο διάλο έκανε κοτζάμ χειρούγος, 40 χρονών, με ένα κορίτσι που έδινε πανελλήνιες και ούτε «ώριμη για την ηλικία της» ήταν ούτε είχε οτιδήποτε ενδιαφέρον να πει αν δεν ήταν εντός εξεταστέας ύλης?!

Η ερώτηση αυτή επανέρχεται στο μυαλό μου κάθε φορά που πέφτω πάνω στο πολύ ενδιαφέρον debate σχετικά με τα όρια συναίνεσης και τις ηλικιακές διαφορές. Η συζήτηση αυτή διχάζει και τις ίδιες τις φεμινίστριες. Από τη μία είναι αυτές που επιμένουν στην αυτοδιάθεση του σώματος και το agency των νεαρών γυναικών εντός ενός μάλλον νεοφιλελεύθερου παραδείγματος όπου η «ελευθερία επιλογής» και η «συναίνεση» είναι το βασικό εργαλείο προσέγγισης. Από την άλλη είναι εκείνες που βλέπουν στις μεγάλες ηλικιακές διαφορές μια συστημική ασυμμετρία λόγω της διαφοράς στη συσσώρευση εμπειριών, εξουσίας, κοινωνικού και οικονομικού στάτους. Με μια μάλλον ακραία εκδοχή της δεύτερης οπτικής, πολλά καταλήγουν να χαρακτηρίζουν άντρες που βγαίνουν με κατά πολύ νεότερες γυναίκες ως παιδεραστές -μια τάση ιδιαίτερα δημοφιλής στην Αμερική που περιλαμβάνει επιθέσεις και σε σταρ όπως ο Leonardo Di Caprio . Δεν είναι όμως μια συζήτηση στην οποία υπάρχει εύκολη απάντηση.

Για να εξετάσουμε βαθύτερο το θέμα θα πρέπει να λάβουμε υπόψη τόσο αφενός την ποικιλία των βιωμάτων όσο και αφετέρου την κατεύθυνση προς την οποία δείχνουν τα κοινωνικά επιβαλλόμενα πρότυπα . Από τη μία πλευρά δηλαδή ξέρω πολλές νεαρές κοπέλες που φλέρταραν ασύστολα με άντρες δεκαετίες μεγαλύτερους επιδιώκοντας ενεργά σχέση μαζί τους χωρίς να είναι παθητικά θύματά τους. Από την άλλη υπάρχουν πολλές γυναίκες που εκ των υστέρων βιώνουν τέτοιες σχέσεις ως τραυματικές, συνειδητοποιώντας ότι υπέκυψαν σε πιέσεις που δεν είχαν τα ψυχολογικά ή και υλικά εφόδια να αντιμετωπίσουν. Το φύλο εδώ έχει κάποια σημασία πέρα από την ηλικία καθώς είναι στα κορίτσια που αφαιρείται από νωρίς το σεξουαλικό agency το οποίο αντιθέτως καλλιεργείται στα αγόρια. Αυτό καθιστά τα κορίτσια ιδιαιτέρως ευάλωτα παρόλο που φυσικά δεν αποκλείεται η αντιστροφή των ρόλων.

 Πέρα από το προσωπικό βίωμα όμως, δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί την πατριαρχική εμμονή της κουλτούρας μας με την γυναικεία απειρία, παρθενία, συστολή και γενικότερη ευαλωτότητα και ταυτόχρονα με την αντρική εξουσία και ανωτερότητα.  Αυτός ο συνδυασμός οδηγεί σε μια επίμονη διαφορά ηλικίας με τον άντρα να είναι σχεδόν σταθερά μεγαλύτερος –το οποίο σχεδόν πάντα σημαίνει ότι είναι και πιο «έμπειρος» αλλά και οικονομικά επιτυχημένος, χαρακτηριστικά που πρέπει να διαθέτει ενας άντρας στην πατριαρχία. Οδηγεί όμως και σε μια φετιχοποίηση του νεαρού της ηλικίας των γυναικών. Πολλοί άντρες δηλαδή δεν επιλέγουν νεαρά κορίτσια παρόλο που είναι νεαρά αλλά ακριβώς επειδή είναι νεαρά. 

Η απάντηση στην αρχική ερώτησή μου λοιπόν, τι στο καλό μου βρήκε ο 40χρονος δεν είναι εύκολη. Σίγουρα όμως δύσκολα μπορεί να αρνηθεί κανείς ότι η ηλικιακή διαφορά ήταν κομμάτι της έλξης του για μένα. Αλλά και αντίστοιχα  ότι υπήρξε κομμάτι της έλξης μου γι αυτόν. Έτσι και οι δύο μας, άθελά μας ή μη, αναπαρήγαμε τον τύπο αυτό σχέσης που υπαγορεύει η πατριαρχία. O Μπουρντιέ στο βιβλίο του Η Ανδρική Κυριαρχία, σχολιάζοντας το γεγονός ότι οι περισσότερες γυναίκες δηλώνουν ότι προτιμούν άντρες που είναι ψηλότεροι και μεγαλύτεροι ηλικιακά από τις ίδιες, βλέπει σε αυτές τους τις προτιμήσεις την διατήρηση της έμφυλης ιεραρχίας που θέλει τον άντρα κυριολεκτικά και μεταφορικά «ανώτερο». Γράφει συγκεκριμένα:

«Επειδή αυτές οι κοινές αρχές απαιτούν σιωπηρά και αδιαμφισβήτητα ότι —τουλάχιστον φαινομενικά και από εξωτερική σκοπιά— ο άνδρας πρέπει να κατέχει την κυρίαρχη θέση μέσα στο ζευγάρι, οι γυναίκες, τόσο για χάρη της αξιοπρέπειας που του αναγνωρίζουν εκ των προτέρων όσο και για τον εαυτό τους, μπορούν να επιθυμούν και να αγαπούν μόνο έναν άνδρα του οποίου η αξιοπρέπεια επιβεβαιώνεται και πιστοποιείται καθαρά από το γεγονός ότι βρίσκεται εμφανώς “πάνω” από αυτές». Φροντίζει μάλιστα να διασαφηνίσει πως η εσωτερίκευση αυτών των προτιμήσεων είναι μια μορφή συμβολικής κυριαρχίας που βρίσκεται πέρα από το δίπολο «επιβολή» και «ελεύθερη επιλογή» ή «εθελοντική υποταγή». Παρατηρεί επίσης ότι η τάση αυτή εξασθενεί όσο και η οικονομική εξάρτηση των γυναικών από τους άντρες αποδυναμώνεται ενώ επιμένει στις κατώτερες τάξεις γυναικών.

Αν λοιπόν η προτίμηση των γυναικών για μεγαλύτερους άντρες είναι απλά έκφανση της έμφυλης ιεραρχίας, πώς μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τους άντρες που προτιμούν μικρότερες γυναίκες -και οι οποίοι επωφελούνται εξ ορισμού από την διατήρηση της ιεραρχιών αυτής? Έχει νόημα να τους κρατάμε υπόλογους για τις προτιμήσεις τους αυτές χαρακτηρίζοντας τους παιδεραστές και ‘predators”? Ή μήπως απλά έτσι μετατρέπουμε ένα συστημικό πρόβλημα σε ατομικό? Ανάγοντάς το δηλαδή στην προσωπική ηθική του καθενός όπως ξέρει ο νεοφιλελευθερισμός πολύ καλά να κάνει? Όταν ένας 50χρονος πλησιάζει ερωτικά μια 14χρονη η απάντηση είναι μάλλον εύκολη, τι γίνεται όμως όταν ένας 22χρονος βγαίνει με μια 16χρονη, όταν ένας 55χρονος βγαίνει μια μια 25 χρονη, ή όταν ένας 45χρονος βγαίνει αποκλειστικά και κατά συρροή μόνο με 18χρονες? Υπάρχουν σε αυτές τις περιπτώσεις διαφοροποίηση ή πρέπει όλοι να περιοριζόμαστε αποκλειστικά στις δικές μας ηλικιακές ομάδες? Ποιος θα ορίσει την αποδεκτή διαφορά ηλικίας? Και που σταματάει η κριτική των προτιμήσεων? Επεκτείνεται και σε αυτές ή αυτούς που επανειλημμένως βγαίνουν με άτομα μόνο της εθνικότητάς ή της φυλής τους πχ? Πώς προσεγγίζουμε ένα 20χρονο άσημο μοντέλο που τα έφτιαξε με έναν 60χρονο ζάμπλουτο και διάσημο ηθοποιό? Ως θύμα εκμετάλλευσης ή ως agent που επιδιώκει τα συμφέροντά του ή/ και την ικανοποίηση των εφηβικών ίσως φαντασιώσεών της? Μήπως την ίδια ως «κυνηγό» ενός ισχυρού άντρα του οποίου η αποδοχή θα επιβεβαιώσει και την δική της αξία στην πατριαρχική τάξη πραγμάτων? Μπορούμε να δεχτούμε μια μοναδική προσέγγιση για κάθε κατηγορία που αναφέρθηκε ή πρέπει να εξετάζεται κάθε σχέση κατά περίπτωση? Τέλος, κάνει τίποτα αυτή η επίθεση σε άντρες για τις προτιμήσεις τους για να αλλάξει τις  υλικές συνθήκες, δηλαδή την ίδια την οικονομική εξάρτηση των γυναικών από τους άντρες, ή περιορίζεται απλά στην καταδίκη των συμπτωμάτων της γιατί αυτή είναι ευκολότερη από την ανατροπή του ίδιου του συστήματος? Μπορεί να λυθούν τα ζητήματα αυτά εντός του καπιταλισμού, που βασίζεται στην αναπαραγωγική εργασία των γυναικών ενώ ταυτόχρονα καθιστά την εργασία αυτή άμισθη και άρα καθιστώντας τις εξαρτημένες οικονομικά από τους άντρες εντός μιας εγχρήματης οικονομίας? Και σε ποιο βαθμό αλλάζει αυτό με την εισαγωγή των γυναικών στην έμμισθη εργασία και για ποιες τάξεις?

Υπάρχει όμως και ένα ακόμα ζήτημα πέρα από το πώς μιλάμε για τους εν λόγω άντρες ή και τις γυναίκες. Η κατηγορία για «παιδεραστία» έχει πάρει διαστάσεις απόλυτου ηθικού πανικού. Η φιγούρα του «παιδεραστη» συμπυκνώνει το απόλυτο κακό, ενάντια στο οποίο όλο ανεξαιρέτως, πέρα από πολιτικές ταυτότητες καλούνται να αντιταχθούν ενωμένοι. Γιατί ποιος δεν θέλει το καλό των παιδιών, μιας τόσο αθώας αλλά και ουδέτερης κατηγορίας, και ποιος είναι διατεθειμένος να υπερασπιστεί ΑΝΩΜΑΛΟΥΣ που γουστάρουν παιδάκια, πέρα δηλαδή από τις υγιές ορμές του αναπαραγωγικού σεξ στις οποίες η πατριαρχία συνήθιζε να αποδίδει μέχρι πράξεις βιασμού. Ο παιδεραστής είναι ένα τέρας γιατί ούτε καν η φύση δεν μπορεί να εξηγήσει τις ορέξεις τους. Εδώ βέβαια υπεισέρχεται μια συγχυση γιατί, καθώς τα ηλικιακά όρια αλλάζουν από πολιτεία και πολιτεία και από χώρα σε χώρα, ο ίδιος ο όρισμος του ανήλικου και γενικά αυτού που χρήζει προστασίας μπορεί να διαστέλλεται ηθικά. Ο εγκέφαλός μας ακούγεται συχνά δεν αναπτύσσεται πλήρως μέχρι τα 25 οπότε ύποπτος θεωρείται και όποιος συνάψει σχέσεις κάτω από αυτή την ηλικία.

Σε αυτό το κλίμα γενικευμένου πανικού, η φιγούρα του παιδεραστή μπορεί να χρησιμοποιηθεί για κάθε λογής περιορισμό των ελευθεριών όπως η φιγούρα του «τρομοκράτη» κατά τη διάρκεια του πολέμου κατά της τρομοκρατίας. Όποιος εκφράσει οποιαδήποτε αντίρρηση μπορεί και ο ίδιος να χαρακτηριστεί ως παιδεραστής ή τελοσπάντων αμφίβολης ηθικής όπως στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας χαρακτηριζόταν «προδότης». Ποιος θα τολμήσει να το κάνει αυτό? Σκεφτείτε για παράδειγμα πώς το Κράτος επιχειρεί να προβεί μελλοντικά στην ταυτοποίηση των λογαριασμών των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στο όνομα της προστασίας των ανηλίκων. Οποιος δε θέλει να προστατέψει τα παιδιά από τους ανώνυμους παιδεραστές του διαδικτύου κινδυνεύει να χαρακτηριστεί και ο ίδιος ύποπτος -λες και τα παιδιά δεν κινδύνευαν ανέκαθεν από την σεξουαλική εκμετάλλευση κυρίως των συγγενών, των δασκάλων και των κοντινών τους ανθρώπων. Θέλει όμως το Κράτος όντως το καλό των παιδιών όταν ξανά και ξανά αποδεικνύει ότι οι ζωές τους, οι ζωές όλων μας, δεν μετράνε τίποτα μπροστά στο κέρδος του Κεφαλαίου? Κάνουν όλα αυτά τα μέτρα κάτι για να προστατέψουν τα παιδιά ή απλά αυξάνουν την καταστολή και την επιτήρηση για όλους μας? Εμπιστευόμαστε το Κράτος να ορίσει ποιος είναι ο παιδεραστής και να αποδώσει μετά δικαιοσύνη κάτι που υποτίθεται είχε ανέκαθεν αναλάβει στην περίπτωση της σεξουαλικής βίας με πενιχρά αποτελέσματα?

Το άλλη ανησυχητικό εδώ είναι οτί το πρίσμα της παιδεραστίας ακριβώς επειδή είναι απολίτικο έχει καταλήξει να εκτοπίσει κάθε άλλο είδος πολιτικής και ταξικής ανάλυσης αναγορευόμενο σε ένα είδος οντολογικού κακού που παραμερίζει κάθε άλλη προσέγγιση, όπως στην περίπτωση των Epstein files που και τα δύο αμερικανικά κόμματα ανέδειξαν ως μείζον θέμα. Μην ξεχνάμε ότι ήταν το ίδιο το Κράτος που συνέλλεξε και κυκλοφόρησε τα αρχεία τα οποία δεν αποδεικνύουν τίποτα πέρα από το γεγονός ότι οι πλούσιοι και ισχυροι κάνουν bonding μεταξύ τους μέσω των γυναικών που καταναλώνουν -και αυτές συχνά είναι ανήλικες. Ταυτόχρονα και η ίδια η φεμινιστική ανάλυση φαίνεται να φτωχαίνει. Για παράδειγμα βλέπω συχνά τα πατριαρχικά κριτήρια ομορφιάς να καταδικάζονται πια ως «παιδοφιλικά», το οποίο βέβαια δεν εξηγεί γιατι εκτός από άτριχα σώματα και ροδαλά μάγουλα οι γυναίκες αναμένεται να έχουν τεράστιους κώλους και γιγάντια βυζιά. Κάπου αλλού είδα το καθεστώς της αρχαίας Σπάρτης να χαρακτηρίζεται ως «φασιστικό και παιδοφιλικό». Σε αυτό το παιχνίδι βέβαια μπορούν να μπουν και οι Δεξιοί οι οποίοι χρόνια τώρα καταδικάζουν το Ισλαμ ως την θρησκεία των παιδεραστών ισχυριζόμενοι ότι ο ίδιος ο Μωάμεθ πήρε μια σύζυγό όταν ήταν ακόμα παιδί, αγνοώντας εσκεμμένα ότι αυτός ήταν παγκοσμίως ο κανόνας  μέχρι πρόσφατα και όπου και να κοιτάξεις στην ιστορία μπορείς να βρεις τέτοια παραδείγματα βασιλιάδων και ηγετών. Ηλικιακά όρια για το γάμο δεν υπήρχαν αν και συνήθως τίθεντο όρια από την αναπαραγωγική δυνατότητα των γυναικών.

Εν ολίγοις η συζήτηση περί παιδεραστίας και ηλικιακής διαφοράς δεν έχει εύκολες απαντήσεις και η αγανάκτηση με την οποία εκφράζονται οι απόψεις σίγουρα δεν διευκολύνει την κουβέντα καθώς συχνά η κάθε πλευρά θέλει να υπερασπιστεί τις επιλογές της και τα βιώματά της. Σίγουρα πάντως μπορεί να γίνει με καλύτερους όρους τόσο από το γενικευμένο κλίμα υστερίας όσο και από το gaslighting της βιολογικοποίησης της έμφυλης ιεραρχίας όπου οι προτιμήσεις μας φυσικοποιούνται και παραμένουν εκτός κρτικής.

To Ghosting και το σύγχρονο νεοφιλελευθερο υποκείμενο

Η λιγοτερο popular αποψη μου για το ghosting είναι οτι δεν αποτελει ελαττωμα χαρακτήρα αυτού που το κάνει αλλα απορρέει απο την ευρύτερη δομή των σχέσεων και συσχετίσεων σήμερα οι οποίες δημιουργούνται ad hoc μονο στο βαθμο που μας προσφέρουν καποια απόλαυση και λύονται τη στιγμή που παύουν να το κάνουν. Από τη στιγμή που δεν βρίσκουμε ότι κάποιος εξυπηρετεί πλέον τις ανάγκες μας δεν υπάρχει σχέση και αφού δεν υπάρχει σχέση δεν υπάρχει οποιοδήποτε άλλο υπόβαθρο που μας υποχρεώνει να απαντήσουμε, να εξηγήσυμε κτλ. Οποιοδήποτε αλλο υπόβαθρο βιώνεται ως «καταπιεστικό» καθώς μας υποχρεώνει να κάνουμε μια άβολη συζήτηση η οποία δεν έχει τίποτα να μας προσφέρει -και οι σχέσεις σήμερα are all about το τι μας προσφέρουν, σαν ένα προιόν που εξυπηρετεί τις ανάγκες του καταναλωτή.

Το ghosting είναι επίσης απόρροια της αντίληψης ότι ο καθενας είναι υπεύθυνος για τα δικά του συναισθήματα. Η Eva Illouz παρατηρεί ότι ενώ στις αρχες του 19 αιώνα, δλδ στις απαρχές της δημιουργίας του ρομαντικού έρωτα και του courting, όταν κάποιος σου έδινε λάθος μηνύματα και καλλιεργούσε ελπίδες (όπως στο Sense and Sensibility) θεωρούταν υπόλογος και η κοινότητα κατηγορύσε αυτον για παραβίαση των άγραφων κανόνων, σήμερα είσαι ΕΣΥ υπεύθυνος να διατηρείς τα όρια σου και ολοι κατηγορούν εσένα που επένδυσες παραπάνω από οσο έπρεπε σε μία σχέση αντί να είσαι επιφυλακτικός. Η υπερβολική επένδυση θεωρείται αδυναμία του δικού σου χαρακτηρα, σίγουρα σύμπτωμα κάποις κρυφής ψυχοπαθολογίας. Ο νεοφιλελεύθερος επιχειρησιακός εαυτός φέρει εδώ όπως και σε κάθε τι άλλο την ευθύνη για ό,τι του συμβεί σε ένα κόσμο που οι δεσμεύσεις μας προς τους άλλους είναι αποδυναμωμενες

Ετικετοποιημένο

Netflix ‘n’ Class

Υπάρχει μια τάση που έχω παρατηρήσει σε όλες τις σειρές και τις ταινίες που κυκλοφορούν τα τουλάχιστον 5 τελευταία χρόνια: την ενσωμάτωση ενός είδους ταξικού μίσους στην πλοκή και την αισθητική των σειρών και ένα είδος αναστοχαστικότητας όσον αφορά τον καπιταλισμό. Ο καπιταλισμός δεν είναι πια ο ελέφαντας στο δωμάτιο, η πλοκή δεν εκτυλίσσεται σε ένα ουδέτερο, ανιστορικό σύμπαν αλλά το ίδιο το σύστημα συχνά κατονομάζεται ρητά-ακόμα και αν δεν είναι με τον τρόπο που θα αναφερόταν σε αυτό ένας μαρξιστής.  Από τις ρομαντικές comedy μέχρι τις ταινίες δράσης η λέξη «καπιταλισμός» αναφέρεται explicitly με τρόπο που δεν γινόταν παλιότερα. Οι πρωταγωνιστές αναφέρονται σε αυτόν όταν θέλουν να δικαιολογήσουν την επιδίωξη του κέρδους από την μικρή, τίμια επιχείρησή τους όπως ο Seth Rogen στο Platonic, όταν θέλουν να καταγγείλουν την χλιδή των πλουσίων όπως στο We were Liars ή όταν θέλει να καταδείξουν τον νεποτισμό και τα προνόμια της ανώτερης τάξης όπως στο Your Friends and Neighbors.

Ακόμα και όταν δεν αναφέρεται ρητά ο καπιταλισμός όμως, η ίδια η πλοκή φαίνεται πλέον να αναδεικνύει σχεδόν πάντα ένα είδος ταξικής ανισότητας ή αδικων προνομίων, είτε παρουσιάζοντας καθόλου κολακευτικά τους πλούσιους ως αλαζόνες, σνομπ, κακότροπους και out of touch (The Perfect Couple, I love that for You, Sirens, We were liars, Hacks), είτε παρουσιάζοντας τον κόσμο των επιχειρήσεων ως εστία διαφθοράς (πχ  Severance, Succession, The Boys, the Morning Show), είτε ακόμα βάζοντας τον σοσιαλισμό στην εικόνα (Poor things, Carnival Row).

Θα μπορούσε κανεις να πει ότι αυτή είναι μια αισιόδοξη εικόνα. Η Αμερική είναι ένα καζάνι που βράζει και ο κοινωνικός αναβρασμός διαχέεται αναπόφευκτα προς την βιομηχανία του θεάματος, η τελευταία μπορεί κιόλας να συνεισφέρει σε αυτόν. Και όμως , βλέπουμε στην πράξη πως σε κάθε μία από τις περιπτώσεις το ίδιο το έργο φροντίζει είτε να διοχετεύσει την οργή σε ανώδυνους στόχους είτε να προσφέρει ένα άκρως αποριζοσπαστικοποιημένο μήνυμα. Κατά μία έννοια μιλάμε εδώ για την κλασική παρατήρηση του Μark Fisher ότι η βιομηχανία του θεάματος απλά προ-ενσωματώνει μια κριτική στον καπιταλισμό έτσι ώστε μια ταινία να «είναι αντικαπιταλιστική για λογαριασμό μας, επιτρέποντάς μας να συνεχίσουμε να καταναλώνουμε με ασυδοσία». Μιλάμε όμως και για πιο συγκεκριμένα plot devices και αισθητικές επιλογές που επεισόδιο με επεισόδιο καταφέρνουν εν τέλει να υπηρετουν το σύστημα όσο και αν προσποιούνται ότι το καταγγέλλουν. Μπορούμε να βρούμε ντουζίνες τρόπους που γινεται αυτό αλλά παρακάτω είναι 3 από τα κυριότερα μοτίβα που έχω ξεχωρίσει.

Η πιο συνηθισμένη μέθοδος για να το πετύχει αυτό είναι ξεχωρίζοντας ένα μέρος της αστικής τάξης ως «καλό». Είτε στη βάση του φύλου (οι γυναίκες εκατομμυριούχοι είναι καλύτερες από τους άντρες  όπως στο Ted Lasso, και προστατεύουν τις άλλες γυναίκες από τον μισογυνισμό όπως στο Hacks), είτε στη βάση της φυλής (οι μαύροι εκατομμυριούχοι είναι καλύτεροι γιατί είναι αυτοδημιούργητοι και θυμούνται τις ρίζες τους όπως στο Imperfect Women), είτε σε διαγενεακή βάση (οι σημερινοί νεαροί γόνοι των πλούσιων οικογενειών είναι πιο woke και πιο συνειδητοποιημένοι σχετικά με τα προνόμιά τους όπως στο We Were Liars).  Συμβαδίζοντας εδώ με μια λιμπεραλ φεμινιστική τάση σύμφωνα με την οποία η εργασιακή εκμετάλλευση παραμελείται προς όφελος της κατάδειξης της τοξικής αρρενωπότητας, της σεξουαλικής παρενόχλησης και του ρατσισμού, το αφήγημα ότι «υπάρχουν και καλά αφεντικά» προσφέρει ένα αισιόδοξο μήνυμα για το μέλλον όπου θα υπάρχει μεγαλύτερο diversity και περισσότερη γενναιοδωρία στις τάξεις των αφεντικών. Ο καπιταλισμός ήταν κακός γιατι η παλιοί πλούσιοι ήταν κακοί, μοχθηροί, και αδίστακτοι, το woke κινημα όμως παράγει «ηθικούς» δισεκατομμυριούχους όπως η Τaylor Swift που δίνει μεγάλα bonus στους εργαζομένους της και αποφεύγει τις προβληματικές δηλώσεις. Το μέλλον μας προδιαγράφεται λαμπρό.

Η άλλη μέθοδος έχει να κάνει κι αυτή με την μετατόπιση του προβλήματος στην σφαίρα της προσωπικής ηθικής και της ατομικής συμπεριφοράς και αφορά το πώς οι φτωχοί και καταπιεσμένοι είτε δείχνουν τόσο απαίσιες, δόλιες και κανιβαλιστικές συμπεριφορές που χάνουν στο τέλος το δίκιο τους (Parasites, Shameless) είτε τελικά αποδεικνύουν ότι όταν αποκτήσουν εξουσία είναι εξίσου κακοί ή μάλλον χειρότεροι από τους μεγαλοαστούς που τους καταπίεζαν (Beef, Sirens). Το ταξικό μίσος δηλαδή ερμηνεύεται ως απλός φθόνος γι αυτό που οι κατώτερες τάξεις θα ήθελαν να αποκτήσουν αλλά δεν μπορούν και άρα η ταξική καταπίεση φυσικοποιείται ως ένα εγγενές ένστικτο: κάποιοι άνθρωποι απλά είναι φρικτοί και αδίστακτοι και η ανθρωπότητα πάντα θα υποφέρει από αυτούς όποιες και αν είναι οι σχέσεις παραγωγής. Αξιοσημείωτο είναι ότι στη σειρά Shameless που περιγράφει την μίζερη πραγματικότητα του αμερικανικού λευκού λούμπεν προλεταριάτου, οι φτωχοί την πατάνε σχεδόν αποκλειστικά από άλλους φτωχούς ή απλα αυτοσαμποτάρονται ενώ τα αφεντικά συνήθως είναι και τα πιο ηθικά ακέραια.

H τρίτη και πιο ύπουλη μέθοδος όμως είναι η εξής: η ηδονοβλεπτική ματιά στην ζωή των πλουσίων με τα εντυπωσιακά ευρύχωρα διαμερίσματα με τις πισίνες, την καλόγουστη μίνιμαλ διακόσμηση και τις εντυπωσιακές θέες, τα εξαιρετικά, φίνα καλοραμμένα ρούχα τους, τα τεράστια κότερα, τις σχεδόν διαρκείς διακοπές τους, τα πανάκριβα εστιατόρια στα οποία δειπνούν, τα αψεγάδιαστα σώματα και πρόσωπα τους που δεν κρύβουν ότι είναι αποτέλεσμα αισθητικής παρέμβασης και ακριβών προϊόντων ουσιαστικά μας εντείνουν την επιθυμία για το είδος της ζωής που ζουν, μας δείχνουν τι ακριβώς θα έπρεπε να εποφθαλμιούμε. Πουθενά δεν είναι αυτό πιο αισθητό από την σειρά Your Friends & Neighbors που υποτίθεται υιοθετεί μια κριτική ματιά προς την διεφθαρμένη και κομπιναδόρικη αργόσχολη ανώτερη τάξη των πολυτελών προαστίων. Και ενώ ο ξεπεσμένος  πρωην πλούσιος πρωταγωνιστής αναγκάζετα να εισβάλλει στα σπίτια των γειτόνων του και να αποσπά αντικείμενα αξίας, κάθε διάρρηξη συνοδεύεται από ένα κλιπ που εξηγεί γιατί το εν λόγω αντικείμενο είναι πολύτιμο. Το κλιπ αυτό όμως μοιάζει ΑΚΡΙΒΩΣ σαν διαφήμιση που έχει ενσωματωθεί στο σενάριο εξυπηρετώντας τάχα την πλοκή.  Όσο λοιπόν και να φαίνεται ότι o κόσμος του θεάματος κατακρίνει τους πλούσιους η αδιάκοπη εμμονή του με αυτούς δεν είναι παρά μια διαρκής διαφήμιση των πραγμάτων που μας υποδεικνύονται ως σύμβολα status και άρα αντικείμενα πόθου.

Ας αναρωτηθούμε άλλωστε πού ξέρουμε ποια αμάξια ή ρολόγια θεωρούνται τα πιο prestigious δεδομένου ότι ελάχιστες από εμάς βλέπουν πλέον διαφημίσεις, πόσο μάλλον διαφημίσεις ειδών πολυτελείας, αν όχι μέσω από τις ταινίες στις οποίες οι διαφημίσεις έχουν εδώ και καιρό ενσωματωθεί? Πέρα όμως από διαφημίσεις, η επειδικτική κατανάλωση των πλουσίων χρησιμοποιείται όχι μόνο ως παράδειγμα προς μίμηση αλλά και ως σημάδι της ανωτερότητάς τους που προκαλεί την αίσθηση της διάκρισής τους απο εμάς, τον τρόπο που περιβάλλονται από μια θεική αύρα και προκαλούν δέος. Όπως παρατηρεί και ο Byung-Chul Han:

Η εξουσία και το μεγαλείο έχουν εγκαταλείψει προ πολλού το πεδίο της πολιτικής και έχουν μετατοπιστεί στα ενδότερα του κεφαλαίου. Οι διαφημίσεις αποτελούν την καπιταλιστική εκδοχή των εκκλησιαστικών ύμνων. Οι star που εγκωμιάζουν τα νέα προϊόντα είναι οι σύγχρονοι άγγελοι. Οι καπιταλιστική ύμνοι δημιουργούν το μεγαλείο. Αυτη είναι η λαμπερή όψη της εξουσίας που εκπροσωπείται αποκλειστικά από το κεφάλαιο. Η επιδοκιμασία με την οποία ανταμείβεται το κεφάλαιο αποκαλείται κατανάλωση

Byung-Chul Han, Toπολογία της Βίας

Οι 4 Κανόνες του Dating σύμφωνα με τους καλύτερους dating coach

Εστίασε στον εαυτό σου

Βάλε πρώτο τον εαυτό σου. Εστίασε στα δικά σου συναισθήματα -όχι τα δικά του/της. Επένδυσε στον εαυτό σου. Μην αφήσεις το dating να σε αποσπάσει από τους  δικούς σου στόχους. Γίνε ανεξάρτητη, προστάτεψε την αυτονομία σου. Μην αναζητάς την επιβεβαίωση στις σχέσεις σου -βρες την στον ίδιο τον εαυτό σου. Φτιάξε τον εαυτό σου, χτίσε το brand σου, κάνε το growth σου. Στον ύστερο καπιταλισμό είσαι προ πάντων ανθρώπινο κεφάλαιο και οφείλεις να επενδύεις διαρκώς σε αυτό -δλδ στην καριέρα, την υγεία και όλες τις δραστηριότητες αυτές από τις οποίες ο καπιταλισμός μπορει να αντλήσει υπεραξία. Μην έχεις ανάκγη κανέναν και μόνο τότε θα ελκύσεις το κατάλληλο άτομο. Στο απόλυτα σολιψιστικό αυτό σύμπαν υπάρχει μόνο το Εγώ, ενώ ο Άλλος έχει δια παντός εξοστρακιστεί. Υπάρχει μόνο σαν αντανάκλαση σου, σαν ολόγραμμα από άλλη διάσταση, σαν guest star στον ναρκισσιστικό κόσμο της Barbie όπου εσύ πρωταγωνιστείς.

Μείνε στο Νοίκι

Στον ύστερο καπιταλισμό το ιδιοκτησιακό καθεστώς για τον πολύ κόσμο έχει de factο καταργηθεί. Σε κανέναν σχεδόν δεν ανήκει πια τίποτα -από τα σπίτια και το software μέχρι τις ταινίες και τα μουσικά κομμάτια όλα τα νοικιάζουμε πληρώνοντας συνδρομή μέχρι τον θάνατό μας. Οι ανθρώπινες σχέσεις ακολουθούν κι αυτές το ίδιο μοτιβο. Όπως αναγγέλλει μια dating coach της manosphere -and she ‘s onto something- «δεν είναι δική σου, είναι απλά η σειρά σου. Όλες οι σχέσεις είναι απλά προσωρινές συμβάσεις μίσθωσης». Το παλιό μοντέλο του «μέχρι να μας χωρίσει ο θάνατος» έχει πεθάνει, ακριβώς όπως η καριέρα στην ίδια εταιρεία μέχρι την συνταξιοδότηση. Τώρα οι παραγωγικές δυνάμεις απαιτούν ευελιξία και προσαρμοστικότητα. Κάθε σχέση σημαίνει απλά και μόνο ότι ήρθε η σειρά σου μέχρι νεωτέρας και μπορεί να λήξει τόσο έυκολα και γρήγορα όσο η σύμβασή σου. Το μοντέλο μοιάζει με μουσικές καρέκλες -όποιος προλάβει κάθεται. Μπορεί να προσφέρει μια διαρκή ανανέωση, νέες εμπειρίες και την συγκίνηση του καινούριου αντί την πλήξη της επανάληψης. Σημαίνει ταυτόχρονα ότι όλοι είναι έτοιμοι να τους γκοστάρουν όσο έτοιμοι είναι και να  τους πετάξει ο ιδιοκτήτης από το σπίτι τους. Κανένας βέβαια δεν θα  ρίξει πολλά λεφτά στο διαμέρισμα που νοικιάζει ούτε θα σχεδιάσει τη ζωή του βάσει της προσωρινής του διεύθυνσης.

Διαπραγματεύσου

Στον σύγχρονο απόλυτα ρευστό κόσμο των σχέσεων τίποτα δεν θεωρείται δεδομένο, οι μορφές σχέσεων είναι τόσες όσες και τα ζευγάρια. Στον συμβολαιοκρατικό κόσμο του καπιταλισμού τα πάντα είναι ένα ιδιωτικό συμφωνητικο μεταξύ ελεύθερα συμβαλλομένων μερών. Τους όρους πρέπει να τους διαπραγματευτείς έναν έναν. Οι συλλογικές συμβάσεις έχουν καταρρεύσει, είσαι μόνο σου απέναντι στον Άλλον και οι όροι όπως και τα όρια εξαρτώνται από τις διαπραγματευτικές σου ικανότητες. Θες σοβαρή σχέση αντί situationship? Θες ανοιχτή σχέση αντί αποκλειστικότητας? Θες να προσέχεις τα παιδιά αντί να δουλεύεις? Διεκδίκησέ το! Πρέπει να το διαπραγματευτείς παρατάσσοντας όλες τις τακτικές: χρησιμοποίησε επιχειρήματα,  απείλησε με αποχώρηση, μπλόφαρε φουσκώνοντας το value σου. Στο καλύτερο σενάριο? Θα καταλήξεις με μία απόλυτα customized εμπειρία που θα ικανοποιεί και τους δύο. Στο χειρότερο? Θα σε καπελώσει αυτός με την περισσότερη προσωπική, οικονομική, θεσμική και πολιτισμική εξουσία. Θα έχεις όμως μόνο τον εαυτό σου να κατηγορείς. Στον αγχωτικό αυτό τοπίο του αναπόδραστου ανταγωνισμού και της απόλυτης αβεβαιότητας που θυμίζει απορρυθμισμένη αγορά, οι dating coach υπόσχονται να σου προσφέρουν έτοιμες απαντήσεις και προσωπικό empowerment.

Αποστασιοποιήσου

Στον ύστερο καπιταλισμό τα υπερβολικά έντονα συναισθήματα είναι ύποπτα και αντιπαραγωγικά. Πρέπει να υποβάλλονται σε διαρκή έλεγχο, εποπτεία, καταγραφή και εκλογίκευση με την βοήθεια και της ψυχοθεραπείας.  Όπως ισχυρίζεται και μια dating coach, «αν νιώθεις πεταλούδες στο στομάχι, είναι  απλά το σώμα σου που σε προειδοποιεί ότι κάτι δεν πάει καλά» ή «το anxious attachment syndrome σου που βγαίνει στην επιφάνεια» σύμφωνα με την πανταχού παρούσα ψυχοθεραπευτική γλώσσα. Αν θες να σε αγαπήσουν θα πρέπει να ελέγχεις πλήρως τα συναισθήματά σου. Η αυτοπειθαρχία είναι must, η αποστασιοποίηση απαραίτητη. Σου δίνει περισσότερη διαπραγματευτική δύναμη, η απόσταση σε κάνει απλά πιο ποθητό. Μην είσαι needy, μην αφήνεις τον Άλλον να επηρεάζει το mood σου, μην περιμένεις μήνυμά του, μην την σκεφτείς καν -μπορεί να μην το μάθει αλλά θα το ξέρει το σώμα σου, τα επίπεδα κορτιζόλης σου ανεβαίνουν, το healing σταματά. Δεν είσαι πια cool -η ιδανική θερμοκρασία την επιοχής μας. Go no-contact αν χρειαστεί ως μέθοδο απεξάρτησης. Ο έρωτας είναι κι αυτός ένα ναρκωτικό.

Ετικετοποιημένο

Περί Αναρχικών και καθιστικής διαμαρτυρίας

Χθες οι αναρχικοί και κάποιοι ακόμα δεν δέχτηκαν να καθίσουν κάτω όταν ένα κομμάτι των διοργανωτών προέτρεψε το πλήθος σε καθιστική διαμαρτυρία κι αυτό καθόλου δεν άρεσε σε όσους πήγαν στη συγκέντρωση για φέρουν τους πολιτικούς μας σε δύσκολη θέση και να τους πιάσουν στο φιλότιμο. Τι να κάνουμε, δεν βλέπουν όλοι τις μαζικές πορείες και τις συγκεντρώσεις σαν μια περφορμανς που απευθύνεται σε έναν φανταστικό κριτή ο οποίος άπαξ και αποφασίσει ότι εμείς έιμαστε οι καλοί, θα μας δώσει αυτό που ζητάμε. Ούτε όλοι πιστεύουν οτι αυτό που κατά βάθος ζητάμε είναι η συμβολική αναγνώριση, οι ηθικές νίκες και οι μικρές παραχωρήσουλες.

Αυτη η αντίλψη πείναι πολύ διάχυτη και στον φιλελέ φεμινισμό αφού μας έκαναν να πιστέψουμε πως αν δείξουμε δημόσια το πόσο υποφέρουν οι γυναίκες, αν δείξουμε πόσο συχνά κακοποιούνται ή δολοφονούνται εξαιτίας της πατριαρχίας, πόσο επηρεζει όλες τις πτυχές της ζωής μας, τότε ο ίδιος κριτής θα μας λυπηθεί και θα μας δώσει το δίκιο. Έτσι όπως και στην περίπτωση της δολοφονίας του Charlie Kirk,η πολιτική γίνεται ένας αγώνας να δείξουμε σε κάποιον που στέκεται πάνω ή πέρα από εμας, ότι εμείς είμαστε οι καλοί, οι υπεράνω, οι ευάλωτοι. Όλες οι κινητοποιήσεις, οι συγκεντρώσεις, οι πορείες, οι δράσεις μετατρέπονται έτσι σε ένα θέατρο που απευθύνεται σε αυτή την ευαισθησία του φανταστικού μας κριτή. Σε αυτό το πλαίσιο η καθιστική διαμαρτυρία έχει πολύ συγκεκριμένες συνδηλώσεις και εξυπηρετεί ακριβώς στο να δείξει ότι εμείς όχι μόνο δεν ήρθαμε να απαιτήσουμε, ίσα ίσα δεν θέλουμε καν να αφήσουμε την υπόνοια ότι μπορεί να θέλουμε και να γλιτώσουμε το ξύλο αν μας αξίζει. Θα κάτσουμε κάτω και θα υποστούμε καρτερικά την μοίρα μας και αν μας χτυπήσουν χωρίς να φταίμε σε κατι τότε το χειρότερο γι αυτούς γιατι θα εκτεθούν σε αυτόν τον φανταστικό κριτή.

Ε τι να κάνουμε οι αναρχικοί και κάποια κομμάτι του κινήματος έχουν άλλη αντίληψη για τις πορείες και την πολιτική γενικότερα. Οι παραπάνω τακτικές βέβαια δεν είναι εντελώς άχρηστες, μπορούν να πιάσουν σε ενα δικαστήριο, σε μία σχολική τάξη, όταν θες οι γονείς σου να τιμωρήσουν τον αδερφάκι σου και όχι εσένα, ή οταν θες να σου πάρουν παγωτό επειδή ησουν καλό παιδί. Σε ολες τις περιπτώσεις δηλαδή που εκτυλίσσονται με δεδομένη ιεραρχία και θες να καλοπίασεις την εξουσία.

Αυτή η σύγκρουση αντιλήψεων έκανε πάλι χθες κάποιους να βγάλουν τους αναρχικούς προβοκάτορες πέρα από κάθε λογική και αποδεικνύοντας ότι τελικά δεν εχουν καν πρόβλημα με την βία των μεθόδων τους, έχουν πρόβλημα με το ότι αυτοί δεν δέχονται να παίξουν το παραπάνω παιχνίδι -έχουν πρόβλημα και με την αισθητική τους καθώς τα κράνη που φοράνε για την αυτοάμυνά τους και ο μάσκες για να μην εκτίθενται στο Κράτους και τους φασίστες δείχνουν κάπως εριστκα και χαλάνε την εικόνα του καλού παιδιού. Άλλωστε τι έχουν να φοβηθούν, όποιος λέει αλήθεια έχει το θεό βοήθεια δε λέμε?

Αυτό το πρόβλημα έχει δυστυχώς ανακύψει πιο έντονα στην περίπτωση των συγκεντρώσεων που έχουν σχέση με τα Τέμπη ακριβώς γιατί ένα κομμάτι του πληθυσμού βλέπει αφενός το αρχικό γεγονός κατά βαθος ως μια ‘τραγωδία», αφετέρου ως ένα οικογενειακό δράμα που αφορά όχι όλα εμάς των οποίων η ζωή απαξιώνεται de facto από το Κράτος και το Κεφάλαιο, που από τύχη δεν ήμασταν στο τρένο, αλλά κυρίως τους συγγενείς των θυμάτων στους οποίους οφείλουμε να συμπαρασταθούμε διακριτικά. Το ζήτημα έτσι αποπολιτικοποιείται και γίνεται κάτι μεταξύ κηδείας και μνημοσυνου.

Σε αυτές τις συνθήκες λοιπόν η χθεσινή εικόνα είναι ενθαρρυντική: σε μια πολιτική σκηνή την οποία έχει αλώσει ο φιλελευθερισμός και η μιζέρια, κάποιοι ακόμα στέκονται ακόμα όρθιοι.

Ενός λεπτού σιγή για τον Charlie Kirk. Lol jk

Ο λόγος που τόσος κόσμος έχει σοκαριστεί επειδη έχουμε κατουρηθεί στα γέλια που ένας φασίστας έφαγε σφαίρες στο λαιμό την ώρα που έκανε την ρατσιστικη ομιλιά του είναι κυρίως η αισθητικοποίηση της πολιτικής, Η φιλελεύθερη αντίληψη περί πολιτισμένου διαλόγου δίνει έμφαση στους καθώς πρέπει τρόπους, στα προσωπικά αισθήματα και την ατομική ηθική βάζοντας σε δεύτερη μοίρα τη συστημικότητα της πολιτικής που παράγεται σε κεντρικό επίπεδο. Η βία του συστήματος γίνεται αόρατη αφού όλοι σοκαριζόμαστε από την βία των λεξεων και των εικόνων.

Έτσι λογίζεται συχνά ότι οι αναρχικοί, οι αριστερές, οι κομμουνιστές, οι φεμινίστριες και οι άνθρωποι των κινημάτων είναι αναρχικοί, αριστερές, κομμουνιστές, φεμινίστριες κτλ λόγω κάποιας ηθικής ανωτερότητας, ότι είναι απλά «καλοί» και ευαίσθητοι άνθρωποι, ευγενικοί και με καλή ανατροφή, από ζεστά όλο θαλπωρή σπιτικά, που ανατριχιάζουν με την βία, σε αντίθεση με τους απολίτιστους ούγκανους της ακροδεξιάς. Η Αριστερά έχει γίνει συνώνυμο με τα λεπτά συναισθήματα και τα καλοδιατυπωμένα επιχειρήματα σε αντίθεση με την σκληρότητα και την ανορθογραφια δεξιών. Η Αριστερά καμια φορά σχεδόν οικειοποιείται την χριστιανική ηθική, και μετά επιδίδεται σε ένα μάταιο αγώνα να αναδειξει την αντίφαση, ότι η αριστεροί είναι πιο κοντά στην διδασκαλιά του Ιησου από τους Έλληνορθοδοξους πατριώτες ή τους ρατσιστες προτεσταντες που δεν αγαπούν τον πλησίον τους λες και το πρόβλημα είναι ότι οι τελευταίοι δεν έχουν διαβάσει προσεκτικότερα την Κενή Διαθήκη.

Σε αυτό βέβαια είναι συνένοχη και η ιδια φιλελευθεροποιημένη προοδευτική μερίδα της κοινωνίας που εχει ταυτίσει τους αγώνες με ένα αίσθημα απέραντης ενοχικότητας -όσο πιο ενοχικά νιώθεις και όσο πιο εύκολα τριγκάρεσαι τοσο πιο αγνός αγωνιστής είσαι- και προσωπικής ηθικής ανωτερότητας. Είμαστε στην σωστή πλευρά της ιστορίας και θα νικήσουμε χωρίς να χρειαστεί να ασκήσουμε βία γιατί είμαστε καλύτεροι άνθρωποι . Αν χάσουμε αυτό το ηθικό πλεονέκτημα, θα αξίζει καν η νίκη στους ταξικούς μας αγώνες ή μήπως θα γίνουμε «ίδιοι» με αυτούς που μας εκμεταλλεύονται επειδή είναι κακοί και άπληστοι άνθρωποι ή σαν τους φασίστες που σκοτώνουν οποιον διαφωνεί μαζί τους?

Φυσικά ο ίδιος ο φασίστας μακαρίτης Charlie -όπως και άλλοι όπως ο Σαπίρο και διαφορες περσόνες της ακροδεξιάς -διέψευδε επίσης αυτό το δίπολο καθώς εστεκαν υποτίθεται υπερ του «διαλόγου» -ενός διαλόγου φυσικα στημένου που δεν μπορούσαν να χάσουν αφού έτσι κι αλλιώς στόχος ήταν η γελιοποίηση των αντιπαλων τους. Αυτή η υπερβολική έμφαση στον διαλογο βέβαια δεν σημαίνει καμία τρομερή φιλοσοφική εκλέπτυνση των επιχειρημάτων, είναι απλα η διαμεσολάβηση της πολιτικής από καλοσκηνοθετημένες εικόνες διαβασμένων ανθρώπων της ελίτ που ανταλλάζουν απόψεις σε πάνελ, χωρίς να υψώνουν τον τόνο της φωνής τους, σε χώρους αποστειρωμένους και «ουδέτερους», κάπου μακριά από εκεί που λαμβάνει χώρα η καθημερινή συστημική βία. Η εμμονή με την «ελευθερία της έκφρασης» να προσθέσουμε δεν έχει κανένα ιδιαίτερο νόημα εντός ενός συστήματος που έτσι κι αλλιώς το Κράτος και το Κεφάλαιο διαθέτουν υπεροπλια των μέσων να προπαγανδίσουν και να επιβάλλουν την «αποψη» τους ως κανονικότητα. Τα πάντα είναι απλά ένα θέατρο που δίνει την εντύπωση ότι νικάει ο πιο άξιος, αυτός που καταφέρνει να πείσει τους περισσότερους.

Βαριέμαι φρικτά ολες αυτές τις απολίτικες εκκλήσεις για ενσυναίσθηση και civility από ανθρώπους που χέζονται πάνω τους μην κλιμακωθουν τα πράγματα γιατί νιωθουν ακόμα υπερβολικά άνετα με το τρέχον επίπεδο βιας. Αν φοβόμαστε ότι θα τις φάμε, αυτός είναι λόγος να οργανωθούμε καλύτερα, όχι να εγκαλούμε τους άλλους να κάτσουν ήσυχα ούτε να διακηρύσσουμε πόσο κατά της βίας είμαστε. Γι αυτο γουστάρω που η Αναρχία τουλαχιστον κάνει embrace την χρηση βίας αψηφώντας αυτή την ασφυκτική φιλελέ υποκρισία. Να προσθεσω οτι αν η χρηση βιας δικαιολογεί την κρατική καταστολή αυτό ειναι επειδη το επιτρεπει το μισος της μιας πλευρας και η ενοχικότητα της αλλης.

Σταματήστε λοιπόν να προσποιείστε ότι ο Chrlie Kirk ήταν σαν τον μπαρμπας σας με τα ρατσιστικά σχόλια στο οικογενειακό τραπέζι και όχι ενα κομμάτι του κατεστημένου που τα έπαιρνε από παντού για να κολακεύει το κοινό του ώστε να μπορει να συντηρείται ένα σύστημα που μας στερεί το οξυγόνο κάθε μερα. Ξερναω. Κανείς δε είπε να μπουκετώνουμε όποιον ταξιτζή αρχίζει τις boomer μαλακίες και να μην προσφέρουμε ποτέ επιχειρήματα, αλλά όταν είσαι ο πυλώνας του συστήματος που χαιδεύει bootlickers για να σπείρει θάνατο, όταν έχεις κάνει τον ρατσισμό και τον μισογυνισμό διεθνή καριέρα, ε, όταν φας μερικές σφαίρες στην μάπα θα το απολαύσουμε χωρίς τύψεις.

O Έρωτας στα χρόνια του Ύστερου Καπιταλισμού

Υπάρχει ένα debate που λαμβάνει χώρα στους κόλπους της κοινωνιολογίας και της φιλοσοφίας σχετικά με τον έρωτα οι οποίες προσπαθούν να εξηγήσουν την σημερινή «κρίση»που φαίνεται να περνούν οι ερωτικές σχέσεις. Η μία πλευρά εστιάζει στην έμφυλη διάσταση: οι γυναίκες ήταν παραδοσιακά εξαρτημένες από τους άντρες, προσφέροντας στη σχέση περισσότερα από ο,τι έπαιρναν πίσω σε όρους οικιακής, αναπαραγωγικής και συναισθηματικής εργασίας. Η απελευθέρωση από αυτό τον καταναγκασμό που επέφερε η είσοδός στην μισθωτή εργασία λειτούργησε αποσταθεροποιητικά για τις σχέσεις. Οι γυναίκες, έχοντας κερδίσει την οικονομική τους ανεξαρτησία από το πλαίσιο της οικογένειας, δεν είναι πια διατεθειμένες να δώσουν χωρίς να παίρνουν και δεν δέχονται τους όρους που θέτουν οι προσκολλημένοι στις παραδοσιακές αξίες άντρες. Και ενώ το κίνημα των incels πλήττεται από την λεγόμενη «male loneliness epidemic”, παραπονιέται ότι οι γυναίκες έχουν γίνει απαιτητικές και τις απειλεί ότι θα μείνουν μόνες, πολλές γυναίκες βιώνουν ακριβώς αυτή την «μοναξιά» ως μια νεοαποκτηθείσα ελευθερία ακριβώς επειδή η εναλλακτική είναι υποταγή τους στους άντρες και η προτεραιοποίηση των δικών τους αναγκών.

Η άλλη πλευρά του debate εστιάζει στην άνοδο του ατομικισμού και του καπιταλισμού: οι ερωτικές σχέσεις σήμερα χαρακτηρίζονται από μια θεμελιώδη ένταση ανάμεσα στην αναζήτηση συντροφικότητας, αναγνώρισης και επιβεβαίωσης από τη μία και στον περιορισμό της προσωπικής αυτονομίας που επιφέρει η αβεβαιότητα του έρωτα και η τρωτότητά μας απέναντι στον Άλλον εντός της ερωτικής σχέσης. Παρόλο που η κοινωνιολόγος Eva Illouz [στο έργο της οποίας περιλαμβάνει must-reads όπως το Γιατί Πληγώνει ο Έρωτας] παραδέχεται ότι η άισθηση της προσωπικής αυτονομίας καλλιεργείται δυνατότερα στους άντρες -με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις σχέσεις το ισχυρότερο εγώ τους, θεωρεί ότι βασική πηγή του πόνου που επιφέρει ο έρωτας αποτελεί ακριβώς η διάσταση ανάμεσα στην νεοφιλελευθερη ρητορική περί αυτονομίας και την κοινωνική πραγματικότητα σύμφωνα με την οποία η ανάγκη αναγνώρισης παραμένει θεμελιώδης για τον άνθρωπο.

Παράλληλα η αίσθηση μιας τεράστιας γκάμας εναλλακτικών ερωτικών συντρόφων που προσφέρουν πχ τα dating apps προωθεί την καπιταλιστική λογική της ορθολογικής επιλογής και της μεγιστοποίησης της χρησιμότητας με αποτέλεσμα η αναζήτηση συντρόφου να εμπεριέχει στοιχεία του ανταγωνισμού της ελεύθερης αγοράς που επιτείνουν την αβεβαιότητα και το υπαρξιακό μας άγχος. Η Αόρατη Επιτροπή στο κείμενο «Τώρα» γράφει πάνω στη διείσδυση της λογικής του κόστους ευκαιρίας σε κάθε πτυχή των ανθρωπίνων σχέσεων:

«Η ζάλη που σχετίζεται με το χρήμα προέρχεται από τη φύση του ως καθαρής δυνατότητας. Η νομισματική συσσώρευση είναι η αναβολή κάθε πραγματικής απόλαυσης, καθώς το χρήμα φέρνει σε ισοδυναμία ως δυνατότητες ολόκληρο το φάσμα των πραγμάτων που μπορούν να αγοραστούν με αυτό. Κάθε δαπάνη, κάθε αγορά είναι πρώτα μια απώλεια, σε σχέση με αυτό που είναι ικανό να προσφέρει το χρήμα. Κάθε συγκεκριμένη απόλαυση που επιτρέπει σε κάποιον να αποκτήσει είναι πρώτα μια άρνηση του συνόλου των άλλων πιθανών απολαύσεων που περιέχει μέσα του. Στην εποχή του ανθρώπινου κεφαλαίου και του ζωντανού νομίσματος, κάθε στιγμή της ζωής και κάθε πραγματική σχέση καλύπτονται από ένα σύνολο πιθανών ισοδυνάμων που τις ροκανίζουν. Το να είσαι εδώ συνεπάγεται την μη διατηρήσιμη αποποίηση του να είσαι οπουδήποτε αλλού, όπου η ζωή είναι φαινομενικά πιο έντονη, όπως έχει επιφορτιστεί να μας ενημερώσει το smartphone μας. Το να είσαι με ένα συγκεκριμένο άτομο είναι μια αφόρητη θυσία όλων των άλλων προσώπων με τα οποία θα μπορούσε κανείς κάλλιστα να είναι μαζί. Κάθε αγάπη ακυρώνεται εκ των προτέρων από όλους τους άλλους πιθανούς έρωτες. Εξ ου και η αδυναμία να είσαι εκεί, η ανικανότητα να είσαι μαζί. Παγκόσμια δυστυχία. Βασανιστήρια από πιθανότητες. Ασθένεια μέχρι θανάτου. «Απελπισία», όπως τη διέγνωσε ο Κίρκεγκωρ»

Σύμφωνα με την πρώτη πλευρά του debate συνεπώς, το να βλέπουμε τις σχέσεις υπό ένα συναλλακτικό πρίσμα είναι μια προσέγγιση μάλλον φεμινιστική ακριβώς επειδή είναι αντίθετη με την παραδοσιακή επιταγή της αυτοθυσίας κυρίως των γυναικών που καλούνταν να αγαπούν χωρίς να λογαριάζουν το κόστος. Σύμφωνα με την δεύτερη, δεν είναι παρά ο θρίαμβος της λογικής της αγοράς και στις ερωτικές σχέσεις που τώρα προσεγγίζονται συναλλακτικά, ως καταναλωτικό αγαθό αλλά και ως επιχειρηματική δραστηριότητα, όπου οι συμβεβλημένοι καλούνται να «επενδύσουν» μετά από έναν υπολογισμό κόστους οφέλους και να υπαναχωρούν οποτεδήποτε νιώθουν ριγμένοι.

Πίσω από τη σύγκρουση αυτών των θέσεων βρίσκεται ένα περισσότερο φιλοσοφικά ερώτημα: Πώς «πρέπει» να αγαπάμε; Ασυγκράτητα ή συγκρατημένα; Να χάνουμε τον εαυτό μας ή να βάζουμε τον εαυτό μας πρώτο? Να δινόμαστε ολόψυχα ή να κρατάμε και καμια πισινή? Κάποιοι φιλόσοφοι όπως ο Badiou στο Εγκώμιο για τον Ερωτα και ο Byung-Chul Han στην Αγωνία του Ερωτα βλέπουν με καχυποψία τη νέα τάση που προωθείται και από την ποπ κουλτούρα και τις διαφημιστικές σύμφωνα με την οποίο ο έρωτας θα πρέπει να είναι μια ανώδυνη και χωρίς ρίσκα πηγή ηδονής. Ανιχνεύουν σε αυτά την ίδια αποφυγή ρίσκου που αναμένεται να δείχνουν και οι επιχειρήσεις με τις ρήτρες ασφαλείας του ασφαλιστικού συμβολαίου ή ακόμα και με τις «ευέλικτες» μορφές εργασίας που προτιμούν οι εργοδότες. Το ηδονιστικό μεταμοντέρνο υποκείμενο αναμένεται να είναι αρκετά αποστασιοποιημένο ώστε να είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμο να ξαποστείλει τον άλλον τη στιγμή που θα βιώσει την παραμικρή δυσφορία ή απειλή για την προσωπική του αυτονομία. Στο σημείο αυτό θα ταίριαζε να αναφερθεί και η διαφήμιση παρόχου ιντερνετ που είχε κατακλύσει το διαδίκτυο και τα ΜΜM τον Φλεβάρη με το ‘Anti-Valentine’ σύνθημα «μείνε ελεύθερος, πακέτα χωρίς δεσμεύσεις»: ο έρωτας δηλαδή ως ασύμβατος με την ελευθερία μας. Όπως γράφει και αλλού (Τοπολογία της Βίας) ο Byung-Chul Han, στη συγχρονη κοινωνία της επίδοσης η δέσμευση πρέπει να αποφεύγεται. «Το υποκείμενο της επίδοσης πρέπει να είναι ένας ευέλικτος άνθρωπος. Η στροφή αυτή οφείλεται κυρίως σε οικονομικους λόγους. Η αυστηρή ταυτότητα εμποδίζει στις μέρες μας την επιτάχυνση των παραγωγικών σχέσεων».

Εδώ και πάλι δεν μπορούμε να αγνοήσουμε την έμφυλη διάσταση. Οι γυναίκες πάρα πολύ συχνά γελοιοποιούνται ή παθολογικοποιούνται ακριβώς επειδή αγαπάνε «υπερβολικά». Χαρακτηρίζονται τρελές, πιεστικές, απελπισμένες, υστερικές ή οριακές και κατηγορούνται ότι «πνίγουν» τους άντρες με την αγάπη τους; Η Mona Chollet στο βιβλίο της «Εφευρίσκοντας των Έρωτα Ξανά: Πώς η πατριαρχία σαμποτάρει τις ετεροφυλόφιλες σχέσεις» γράφει αναφορικά με όλη την παραπάνω συζήτηση: «θέλοντας να επικρίνουμε την εφαρμογή της καπιταλιστικής ορθολογικότητας στις ερωτικές σχέσεις, καταλήγουμε να νομιμοποιούμε και να υποθάλπουμε επικίνδυνα τις μαζοχιστικές τάσεις που καλλιεργούνται στις γυναίκες […] με κίνδυνο να τις παραδώσουμε δεμένες χειροπόδαρα σε κακοποιητικούς συντρόφους». Έτσι φαίνεται να οδηγούμαστε σε αδιέξοδο αφού κινδυνεύουμε είτε να επικυρώσουμε την υποταγή των γυναικών εντός της ερωτικής σχέσης είτε την λογική του καπιταλισμού περί ανταγωνισμού και παιγνίου μηδενικού αθροίσματος.

Το ζήτημα βέβαια εκτείνεται πέρα από την σωστή διαχείριση των γκομενικών μας: οι ερωτικές σχέσεις είναι αυτές στις οποίες στρεφόμαστε πλέον υποχρεωτικά για την άντληση επιβεβαίωσης, συντροφικότητας και στοργής σε έναν κόσμο που έχει διαλύσει κάθε έννοια κοινότητας και σταθερότητας. Όπως το θέτει και η Illouz “η δύναμη [της αγάπης] πηγάζει από το πρωταρχικό γεγονός ότι ο έρωτας παρέχει ένα ισχυρό έρεισμα για την αναγνώριση, την αντίληψη και τη συγκρότηση της αξίας του ατόμου, σε μια εποχή κατά την οποία η κοινωνική αξία είναι αβέβαιη και υπό συνεχή διαπραγμάτευση». Αυτό κάνει το θέμα των ερωτικών σχέσεων πιεστικό σε βαθμό αυτοσαμποτάζ. Και για να μην φανούν όλα τα παραπάνω ως ένα νοσταλγικό αν όχι συντηρητικό ξέσπασμα, ας τονίσουμε ότι δεν είναι μόνο οι ερωτικές σχέσεις που φαίνεται να υποφέρουν. Οπως παρατηρεί ο H. Rosa στο βιβλίο του Επιτάχυνση και Αλλοτρίωση, όχι μόνο οι ερωτικές σχέσεις αλλά ακόμα και οι φιλικές και οι οικογενειακές διέπονται πλέον από τους νόμους του ανταγωνισμού εφόσον «αν δεν είμαστε αρκετά ενδιαφέροντες ή διαθέσιμοι ακόμα και οι φίλοι και οι συγγενείς μπορει να μας ξεγράψουν σε έναν διαρκώς επιταχυνόμενο κόσμο όπου η θέση κανενός δεν είναι εξασφαλισμένη σε κανένα τομέα». Όσο κι αν στοχεύουμε λοιπόν να οικοδομήσουμε υγιέστερες ερωτικές σχέσεις, απώτερος στόχος θα πρέπει να είναι ένας κόσμος όπου το να είσαι single δε θα ταυτίζεται με το να είσαι μόνο σου. Και αυτός σίγουρα δεν είναι ο κόσμος του καπιταλισμού.

Είναι τα πρότυπα που προβάλλει η τραπ το πρόβλημα;

Ο πρόσφατος θάνατος του Mad Clip έφερε στην επικαιρότητα τον προβληματισμό σχετικά με τα πρότυπα που προβάλλει η τραπ μουσική. Οι επικριτές του είδους φαίνεται να σοκάρονται με τη χυδαία γλώσσα, τον ωμό μισογυνισμό, την ακραία αντικειμενοποίηση των γυναικών και την ανάδειξη της τοξικής αρρενωπότητας, της επιδεικτικής κατανάλωσης, του glorification των ναρκωτικών και της εγκληματικότητας ως αυταξίες. Για εμένα, που είμαι ταυτόχρονα φεμινίστρια και fan του είδους, τα πράγματα είναι λίγο πιο περίπλοκα. Από τη μία φυσικά και βρίσκω τη γλώσσα και τις αξίες που προβάλλει η τραπ προβληματικές. Από την άλλη, δε μου αρέσει να προσποιούμαι ότι αυτά είναι αποκλειστικότητα της συγκεκριμένης μουσικής.

Συχνά μάλιστα βρίσκω όλη αυτή την κριτική μία κουτοπόνηρη προσπάθεια κάποιων να αποποιηθούν κάθε ευθύνη περί σεξισμού και τοξικής αρρενωπότητας μεταθέτοντάς τα σε μία υποομάδα ή υποκουλτούρα της οποίας δε μετέχουν. Με τρόπο παρόμοιο με τον οποίο σκάνε διάφοροι στη σελίδα και απαιτούν επανειλημμένως να κάνουμε κριτική των ριάλιτι, της θρησκείας γενικότερα ή του Ισλάμ ειδικότερα, μου φαίνεται ένας κομψός τρόπος αυτό-επιβεβαίωσης και απαλλαγής από κατηγορίες για σεξισμό έτσι ώστε το ζήτημα να μετατρέπεται τελικά σε μια κριτική όχι στον σεξισμό και την πατριαρχία, αλλά σε μία διαφορετική αισθητική ή μία υποκουλτούρα που νιώθουν ξένη προς τους ίδιους.

Η κριτική αυτή μπορεί να εμπεριέχει και ταξικό πρόσημο αν αναλογιστούμε για παράδειγμα τις ταξικές καταβολές και την απεύθυνση της τραπ, των realities ή των θρησκευτικών προλήψεων. Η απόρριψη και διακωμώδησή τους εμπεριέχουν συχνά μια επιτελεστικότητα μέσω της οποίας κάποιος έχει τη δυνατότητα να επιβεβαιώσει την ταξική, αισθητική και διανοητική του ανωτερότητα, την ίδια ώρα που μπορεί να καταναλώνει και να αναπαράγει άλλες πιο εύπεπτες μορφές μισογυνισμού και εξουσίας.

Μου φαίνεται για παράδειγμα από αφελές έως υποκριτικό να σοκαριζόμαστε τόσο με τους στίχους το Light στο κομμάτι που φέρνει τον τίτλο του γυναικοκτόνου Ο.J.

“Ξέρεις ότι θα σε σκότωνα,
Αν με πλήγωνες θα το ‘κανα,
Αν με κάποιον άλλο σ’ έπιανα,
Ξέρεις ότι θα το τελείωνα»

την ίδια ώρα που γενιές μεγάλωσαν σιγοτραγουδώντας χαρωπά γλυκερούς στίχους όπως:

«Γιατί με κάνεις να πονώ να υποφέρω τόσο,
Πρόσεξε γιατί μπορεί να σε σκοτώσω
Δεν αντέχω να σε βλέπω μ’ άλλους να γυρνάς
Γιατί με κάνεις να πονώ να υποφέρω τόσο
Πρόσεξε γιατί μπορεί να σε σκοτώσω
Πάψε πλέον να με τυραννάς»

Το πρόβλημα εδώ είναι ότι τα δύο κομμάτια εμπεριέχουν ακριβώς το ίδιο μοιραίο για τις γυναίκες πατριαρχικό μήνυμα, στην πρώτη περίπτωση όμως είναι η γλώσσα και η αισθητική της τραπ που προκαλεί την αγανάκτηση, ενώ στη δεύτερη περνάει σχεδόν απαρατήρητο. Όπως παρατηρεί και ο Halberstam, γνωστός ακαδημαϊκός της queer θεωρίας:

«πολλοί σχολιαστές της σύγχρονης αρρενωπότητας φτάνουν γρήγορα στη gangsta rap όταν θέλουν να παραθέσουν ένα ξεκάθαρο παράδειγμα σεξιστικών στίχων και συμπεριφορών. Και όμως, πολυάριθμα απαλά ροκ τραγούδια από τους John Mayer, Keith Urban και άλλων περνούν βαθιά σεξιστικά μηνύματα παιγμένα πάνω σε γλυκούς ρυθμούς.»

Συγκρίνοντας ένα τραγούδι του Keith Urban, ο οποίος δηλώνει πως θέλει μια γυναίκα να του μαγειρεύει και να χορεύει γυμνή στο μπαρ με αυτό του Jay Z, που λέει « If you’re having girl problems I feel bad for you son / I got 99 problems but a bitch ain’t one», o Halberstam παρατηρεί πως η χρήση της λέξης «bitch» παρά το θετικό νόημα της φράσης, προσδίδει μια σεξιστική χροιά με τρόπο που το τραγούδι του Keith Urban δεν το κάνει.

Θα ήταν ανόητο να υποστηρίξουμε, λοιπόν, πως η τραπ αποτελεί την υπέρτατη πηγή της τοξικής αρρενωπότητας και του προτύπου των γρήγορων αμαξιών, της εγκληματικότητας, της βίας, της ματσίλας, της παραβατικότητας ως μαγκιάς, της αντικειμενοποίησης της γυναίκας, του κυνηγιού του εύκολου (?) χρήματος, πράγματα δηλαδή που είναι σταθερά στην κουλτούρα μας εδώ και δεκαετίες -αρκεί να αναλογιστούμε διαχρονικά και mainstream πρότυπα αρρενωπότητας, όπως ο James Bond.

Αυτό δε σημαίνει φυσικά ότι η τραπ είναι υπεράνω κριτικής και δε βρίθει μισογυνισμού, τοξικής αρρενωπότητας και νεοφιλελεύθερων ιδανικών, αυτά όμως δεν είναι δική της επινόηση, προϋπήρχαν αυτής και είναι διάχυτα παντού. Αυτό που συμβαίνει με το συγκεκριμένο είδος είναι ότι ο μισογυνισμός του είναι πιο ωμός, πιο εξόφθαλμος και η γλώσσα του πιο χυδαία, με τρόπο που ενοχλεί όταν σε άλλα είδη πλασάρεται με τρόπο πιο υπόγειο, ρομαντικοποιημένο και ύπουλο, άρα και πιο αποδεκτό. Η τραπ συγκεκριμένα, ως μια μουσική που προέρχεται από περιθωριοποιημένες ομάδες, δεν κάνει καμία προσπάθεια να προσαρμόσει τη γλώσσα της και την αισθητική της στους κυρίαρχους μικροαστικούς κανόνες. Με αυτόν τον τρόπο μπορεί να αυτό-παρουσιάζεται ως αντισυμβατική, ενώ στην πραγματικότητα αναπαράγει κυρίαρχα πρότυπα. Κι εδώ είναι το tricky σημείο, γιατί έτσι διατηρεί την τεράστια αφομοιοτικής της ικανότητα μέσα από μια ψευδεπίγραφη αυθεντικότητα, αν όχι και επαναστατικότητα.

Όπως το θέτει ο Mark Fischer στο βιβλίο του «Καπιταλιστικός Ρεαλισμός»:

Η gangsta rap ούτε απλώς αντανακλά προϋπάρχουσες κοινωνικές συνθήκες, όπως πολλοί από τους οπαδούς της υποστηρίζουν, ούτε είναι απλώς η αιτία αυτών των συνθηκών, όπως υποστηρίζουν οι κριτικοί της – μάλλον, είναι το κύκλωμα, όπου το χιπ χοπ και το ύστερο καπιταλιστικό κοινωνικό πεδίο αλληλοτρέφονται, αποτελώντας ένα από τα μέσα με τα οποία ο καπιταλιστικός ρεαλισμός μεταμορφώνεται σε ένα είδος αντιμυθικού μύθου. Η συνάφεια μεταξύ του χιπ χοπ και των γκανγκστερικών φιλμ, όπως ο Σημαδεμένος, η τριλογία του Νονού, το Reservoir Dogs, το Καλά παιδιά και το Pulp Fiction, προκύπτει από την κοινή τους δήλωση ότι έχουν απογυμνώσει τον κόσμο από συναισθηματικές ψευδαισθήσεις και ότι τον βλέπουν «ως αυτό που πραγματικά είναι»: ένας χομπσιανός πόλεμος όλων εναντίον όλων, ένα σύστημα αέναης εκμετάλλευσης και γενικευμένης εγκληματικότητας. Στο χιπ χοπ, γράφει ο Reynolds, «το να ‘έχεις επαφή με την πραγματικότητα’ σημαίνει το να έρχεσαι αντιμέτωπος με μια φυσική κατάσταση όπου το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό, όπου είσαι είτε νικητής είτε χαμένος, και όπου οι περισσότεροι θα είναι χαμένοι».

Εν ολίγοις, η τραπ δίνει φωνή σε περιθωριοποιημένες ομάδες περιγράφοντας τον καθημερινό αγώνα τους και τη σύγκρουσή τους με την αστυνομία, τη φτώχεια, τον κοινωνικό αποκλεισμό και υπό αυτήν την έννοια έχει αντισυστημικά χαρακτηριστικά. Οι αξίες που προβάλλει όμως δε διατηρούν ένα εξεγερσιακό πρόσημο, γιατί εν τέλει αποδέχονται το σύστημα όπως είναι και προβάλλουν ως υπέρτατη αξία όχι την ανατροπή του, αλλά την επιβίωσή και την κυριαρχία εντός του. Περιγράφοντας κυνικά τον κόσμο ως μια ζούγκλα όπου επιβιώνει ο ισχυρότερος και επιδιώκοντας να γίνει ο ίδιος ο ισχυρότερος μέσω της επιβολής τόσο σε γυναίκες όσο και σε ανταγωνιστές άντρες, η τραπ τελικά αποδέχεται και διαιωνίζει ευρύτερα συστήματα εξουσίας, όπως ο καπιταλισμός και η πατριαρχία.

Είναι αλήθεια ότι η πατριαρική και καπιταλιστική ιδεολογία δεν ξεπηδάνε από το πουθενά, αχρονικά και α-ιστορικά, αντιθέτως κατασκευάζονται και ανακατασκευάζονται σε κάθε εποχή από συγκεκριμένους θεσμούς. Η ποπ κουλτούρα γενικά και η τραπ συγκεκριμένα είναι ένας από τους τρόπους που τα πατριαρχικά και καπιταλιστικά πρότυπα προβάλλονται κάθε φορά ως φρέσκα και cool, αντί για παλιά και απαρχαιωμένα. Προσποιούμενη πως περιγράφει τον κόσμο απλά «όπως είναι» (οι άντρες θέλουν απλά να γαμήσουν, η ζωή είναι σκληρή, η ματσίλα είναι τακτική επιβίωσης στο γκέτο κτλ) η τραπ τον (ανά)κατασκευάζει ως αναπόδραστο, χωρίς να προσφέρει ένα όραμα αλλαγής ή έστω ενσυναίσθησης.

Πού μας αφήνει η παραπάνω ανάλυση; Η τραπ προφανώς και αξίζει κριτική για τα πρότυπα που προωθεί, αλλά και αναγνώριση ότι δεν επινόησε κανένα από αυτά, ότι δεν υπήρξε καμία «καθαρή» εποχή όπου οι νέοι ήταν αγνοί και άσπιλοι μέχρι που τους διέφθειρε οποιοδήποτε μουσικό είδος. Κάθε γενιά άλλωστε είχε τουλάχιστον μια μουσική που δαιμονοποιούταν, αλλά είμαι σίγουρη ότι οι προπαππούδες,οι παππούδες, ακόμα και οι πατεράδες μας δεν ήταν λιγότερο σεξιστές, επειδή δεν άκουγαν τραπ, ραπ ή heavy metal. Επομένως, ίσως ήρθε η ώρα να σταματήσει αυτός ο ηθικός πανικός που επικεντρώνεται σε συγκεκριμένα είδη και εικόνες και να εστιάσουμε σε ευρύτερα συστήματα εξουσίας, αντί να προσποιούμαστε ότι θα τα ξεφορτωθούμε απλά προωθώντας καλύτερες καλλιτεχνικές επιλογές.