Ο Μισογυνισμός Έχει Πολλά Πρόσωπα

Ο μισογυνισμός έχει πολλά πρόσωπα. Εδώ μοιραζόμαστε σχόλια, αναρτήσεις, άρθρα  με σεξιστικό περιεχόμενο με σκοπό να αναδείξουμε και να μάθουμε να αναγνωρίζουμε τις διαφορετικές μορφές που παίρνει  ο σεξισμός αλλά και να αποδειξουμε ότι ο ακραίος μισογυνισμός δεν περιορίζεται σε μεμονωμένα περιστατικά αλλά είναι διάχυτος παντού.

Aκολουθήστε την instagram σελίδα αποκλειστικά για memes:

https://www.instagram.com/naieisaimisogynis/

Ακολουθήστε μας στο facebook στις σελίδες:

στο: https://www.facebook.com/nai.eisai.misogynis.2/

στην εφεδρική: https://www.facebook.com/naieisaimisogynis/

στην δεύτερη εφεδρική: https://www.facebook.com/yesyoureamisogynist/

Στην σελίδα με φεμινιστική αρθογραφια και άλλα: https://www.facebook.com/Feminism4Beginners/

στη σελίδα https://www.facebook.com/feminist.memes.reloaded/

(η οποία δημιουργήθηκε προς αντικατάσταση της σελίδας https://www.facebook.com/Feminist.Meme/ στην οποία χάσαμε πρόσβαση)

στη νέα μας σελίδα: https://www.facebook.com/feminist.rants/ όπου μπορείτε να υποβάλετε κι εσείς τα δικά σας σχόλια ανώνυμα στο παρακάτω link

https://docs.google.com/forms/d/1tK31SYEcV8b4rxppudQsiHdORYTTWy45q1isjDues8Q/edit

στο twitter: https://twitter.com/yesurmisogynist

και βρείτε την αρθρογραφία μας στο περιοδικό Antivirus 

https://avmag.gr/author/nai-eisai-misoginis/

Περί παιδεραστίας και ηλικιακής διαφοράς

Την μέρα που έκλεισα τα 18 τα έφτιαξα με κάποιον 20 χρόνια μεγαλύτερο. Ήταν  οικογενειακός φίλος και τον γούσταρα από μικρή -ίσως 15 ή 16. Ονειρευόμουν κάποιον σαν αυτόν -γοητευτικό, γιατρό, με σπορ  αμάξι- και αστειευόμασταν ότι θα με παντρευτεί. Φλερτάραμε έντονα (με δική μου πρωτοβουλία) αρκετές βδομάδες πριν αλλά ήθελε να είναι τυπικός οπότε περίμενε τα γενέθλια μου για να με φιλήσει. Η σχέση μας κράτησε 2-3 μήνες και έληξε άδοξα όταν τον παράτησα για έναν 23χρονο. Μου φέρθηκε μια χαρά και δεν με πίεσε ποτέ να κάνουμε σεξ -δεν το πήγαμε ποτέ τόσο μακριά. Δεν νιώθω ούτε ότι με εκμεταλλεύτηκε ούτε ότι με κακοποίησε με οποιδήποτε τρόπο. Δεν θυμάμαι αυτή τη σχέση ούτε ως τραυματική, ούτε ως παραβιαστική. Βασικά μετά βίας την θυμάμαι καθώς, όπως οι περισσότερες εφηβικές και μετεφηβικές σχέσεις, ήταν μάλλον ανάξια λόγου. Παρολαυτα, χρόνια μετά, κάθε φορά που την σκέφτομαι μου μένει μια βασανιστική απορία ή οποία δεν φαινόταν να με απασχολεί καθόλου τότε: τι στο διάλο έκανε κοτζάμ χειρούγος, 40 χρονών, με ένα κορίτσι που έδινε πανελλήνιες και ούτε «ώριμη για την ηλικία της» ήταν ούτε είχε οτιδήποτε ενδιαφέρον να πει αν δεν ήταν εντός εξεταστέας ύλης?!

Η ερώτηση αυτή επανέρχεται στο μυαλό μου κάθε φορά που πέφτω πάνω στο πολύ ενδιαφέρον debate σχετικά με τα όρια συναίνεσης και τις ηλικιακές διαφορές. Η συζήτηση αυτή διχάζει και τις ίδιες τις φεμινίστριες. Από τη μία είναι αυτές που επιμένουν στην αυτοδιάθεση του σώματος και το agency των νεαρών γυναικών εντός ενός μάλλον νεοφιλελεύθερου παραδείγματος όπου η «ελευθερία επιλογής» και η «συναίνεση» είναι το βασικό εργαλείο προσέγγισης. Από την άλλη είναι εκείνες που βλέπουν στις μεγάλες ηλικιακές διαφορές μια συστημική ασυμμετρία λόγω της διαφοράς στη συσσώρευση εμπειριών, εξουσίας, κοινωνικού και οικονομικού στάτους. Με μια μάλλον ακραία εκδοχή της δεύτερης οπτικής, πολλά καταλήγουν να χαρακτηρίζουν άντρες που βγαίνουν με κατά πολύ νεότερες γυναίκες ως παιδεραστές -μια τάση ιδιαίτερα δημοφιλής στην Αμερική που περιλαμβάνει επιθέσεις και σε σταρ όπως ο Leonardo Di Caprio . Δεν είναι όμως μια συζήτηση στην οποία υπάρχει εύκολη απάντηση.

Για να εξετάσουμε βαθύτερο το θέμα θα πρέπει να λάβουμε υπόψη τόσο αφενός την ποικιλία των βιωμάτων όσο και αφετέρου την κατεύθυνση προς την οποία δείχνουν τα κοινωνικά επιβαλλόμενα πρότυπα . Από τη μία πλευρά δηλαδή ξέρω πολλές νεαρές κοπέλες που φλέρταραν ασύστολα με άντρες δεκαετίες μεγαλύτερους επιδιώκοντας ενεργά σχέση μαζί τους χωρίς να είναι παθητικά θύματά τους. Από την άλλη υπάρχουν πολλές γυναίκες που εκ των υστέρων βιώνουν τέτοιες σχέσεις ως τραυματικές, συνειδητοποιώντας ότι υπέκυψαν σε πιέσεις που δεν είχαν τα ψυχολογικά ή και υλικά εφόδια να αντιμετωπίσουν. Το φύλο εδώ έχει κάποια σημασία πέρα από την ηλικία καθώς είναι στα κορίτσια που αφαιρείται από νωρίς το σεξουαλικό agency το οποίο αντιθέτως καλλιεργείται στα αγόρια. Αυτό καθιστά τα κορίτσια ιδιαιτέρως ευάλωτα παρόλο που φυσικά δεν αποκλείεται η αντιστροφή των ρόλων.

 Πέρα από το προσωπικό βίωμα όμως, δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί την πατριαρχική εμμονή της κουλτούρας μας με την γυναικεία απειρία, παρθενία, συστολή και γενικότερη ευαλωτότητα και ταυτόχρονα με την αντρική εξουσία και ανωτερότητα.  Αυτός ο συνδυασμός οδηγεί σε μια επίμονη διαφορά ηλικίας με τον άντρα να είναι σχεδόν σταθερά μεγαλύτερος –το οποίο σχεδόν πάντα σημαίνει ότι είναι και πιο «έμπειρος» αλλά και οικονομικά επιτυχημένος, χαρακτηριστικά που πρέπει να διαθέτει ενας άντρας στην πατριαρχία. Οδηγεί όμως και σε μια φετιχοποίηση του νεαρού της ηλικίας των γυναικών. Πολλοί άντρες δηλαδή δεν επιλέγουν νεαρά κορίτσια παρόλο που είναι νεαρά αλλά ακριβώς επειδή είναι νεαρά. 

Η απάντηση στην αρχική ερώτησή μου λοιπόν, τι στο καλό μου βρήκε ο 40χρονος δεν είναι εύκολη. Σίγουρα όμως δύσκολα μπορεί να αρνηθεί κανείς ότι η ηλικιακή διαφορά ήταν κομμάτι της έλξης του για μένα. Αλλά και αντίστοιχα  ότι υπήρξε κομμάτι της έλξης μου γι αυτόν. Έτσι και οι δύο μας, άθελά μας ή μη, αναπαρήγαμε τον τύπο αυτό σχέσης που υπαγορεύει η πατριαρχία. O Μπουρντιέ στο βιβλίο του Η Ανδρική Κυριαρχία, σχολιάζοντας το γεγονός ότι οι περισσότερες γυναίκες δηλώνουν ότι προτιμούν άντρες που είναι ψηλότεροι και μεγαλύτεροι ηλικιακά από τις ίδιες, βλέπει σε αυτές τους τις προτιμήσεις την διατήρηση της έμφυλης ιεραρχίας που θέλει τον άντρα κυριολεκτικά και μεταφορικά «ανώτερο». Γράφει συγκεκριμένα:

«Επειδή αυτές οι κοινές αρχές απαιτούν σιωπηρά και αδιαμφισβήτητα ότι —τουλάχιστον φαινομενικά και από εξωτερική σκοπιά— ο άνδρας πρέπει να κατέχει την κυρίαρχη θέση μέσα στο ζευγάρι, οι γυναίκες, τόσο για χάρη της αξιοπρέπειας που του αναγνωρίζουν εκ των προτέρων όσο και για τον εαυτό τους, μπορούν να επιθυμούν και να αγαπούν μόνο έναν άνδρα του οποίου η αξιοπρέπεια επιβεβαιώνεται και πιστοποιείται καθαρά από το γεγονός ότι βρίσκεται εμφανώς “πάνω” από αυτές». Φροντίζει μάλιστα να διασαφηνίσει πως η εσωτερίκευση αυτών των προτιμήσεων είναι μια μορφή συμβολικής κυριαρχίας που βρίσκεται πέρα από το δίπολο «επιβολή» και «ελεύθερη επιλογή» ή «εθελοντική υποταγή». Παρατηρεί επίσης ότι η τάση αυτή εξασθενεί όσο και η οικονομική εξάρτηση των γυναικών από τους άντρες αποδυναμώνεται ενώ επιμένει στις κατώτερες τάξεις γυναικών.

Αν λοιπόν η προτίμηση των γυναικών για μεγαλύτερους άντρες είναι απλά έκφανση της έμφυλης ιεραρχίας, πώς μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τους άντρες που προτιμούν μικρότερες γυναίκες -και οι οποίοι επωφελούνται εξ ορισμού από την διατήρηση της ιεραρχιών αυτής? Έχει νόημα να τους κρατάμε υπόλογους για τις προτιμήσεις τους αυτές χαρακτηρίζοντας τους παιδεραστές και ‘predators”? Ή μήπως απλά έτσι μετατρέπουμε ένα συστημικό πρόβλημα σε ατομικό? Ανάγοντάς το δηλαδή στην προσωπική ηθική του καθενός όπως ξέρει ο νεοφιλελευθερισμός πολύ καλά να κάνει? Όταν ένας 50χρονος πλησιάζει ερωτικά μια 14χρονη η απάντηση είναι μάλλον εύκολη, τι γίνεται όμως όταν ένας 22χρονος βγαίνει με μια 16χρονη, όταν ένας 55χρονος βγαίνει μια μια 25 χρονη, ή όταν ένας 45χρονος βγαίνει αποκλειστικά και κατά συρροή μόνο με 18χρονες? Υπάρχουν σε αυτές τις περιπτώσεις διαφοροποίηση ή πρέπει όλοι να περιοριζόμαστε αποκλειστικά στις δικές μας ηλικιακές ομάδες? Ποιος θα ορίσει την αποδεκτή διαφορά ηλικίας? Και που σταματάει η κριτική των προτιμήσεων? Επεκτείνεται και σε αυτές ή αυτούς που επανειλημμένως βγαίνουν με άτομα μόνο της εθνικότητάς ή της φυλής τους πχ? Πώς προσεγγίζουμε ένα 20χρονο άσημο μοντέλο που τα έφτιαξε με έναν 60χρονο ζάμπλουτο και διάσημο ηθοποιό? Ως θύμα εκμετάλλευσης ή ως agent που επιδιώκει τα συμφέροντά του ή/ και την ικανοποίηση των εφηβικών ίσως φαντασιώσεών της? Μήπως την ίδια ως «κυνηγό» ενός ισχυρού άντρα του οποίου η αποδοχή θα επιβεβαιώσει και την δική της αξία στην πατριαρχική τάξη πραγμάτων? Μπορούμε να δεχτούμε μια μοναδική προσέγγιση για κάθε κατηγορία που αναφέρθηκε ή πρέπει να εξετάζεται κάθε σχέση κατά περίπτωση? Τέλος, κάνει τίποτα αυτή η επίθεση σε άντρες για τις προτιμήσεις τους για να αλλάξει τις  υλικές συνθήκες, δηλαδή την ίδια την οικονομική εξάρτηση των γυναικών από τους άντρες, ή περιορίζεται απλά στην καταδίκη των συμπτωμάτων της γιατί αυτή είναι ευκολότερη από την ανατροπή του ίδιου του συστήματος? Μπορεί να λυθούν τα ζητήματα αυτά εντός του καπιταλισμού, που βασίζεται στην αναπαραγωγική εργασία των γυναικών ενώ ταυτόχρονα καθιστά την εργασία αυτή άμισθη και άρα καθιστώντας τις εξαρτημένες οικονομικά από τους άντρες εντός μιας εγχρήματης οικονομίας? Και σε ποιο βαθμό αλλάζει αυτό με την εισαγωγή των γυναικών στην έμμισθη εργασία και για ποιες τάξεις?

Υπάρχει όμως και ένα ακόμα ζήτημα πέρα από το πώς μιλάμε για τους εν λόγω άντρες ή και τις γυναίκες. Η κατηγορία για «παιδεραστία» έχει πάρει διαστάσεις απόλυτου ηθικού πανικού. Η φιγούρα του «παιδεραστη» συμπυκνώνει το απόλυτο κακό, ενάντια στο οποίο όλο ανεξαιρέτως, πέρα από πολιτικές ταυτότητες καλούνται να αντιταχθούν ενωμένοι. Γιατί ποιος δεν θέλει το καλό των παιδιών, μιας τόσο αθώας αλλά και ουδέτερης κατηγορίας, και ποιος είναι διατεθειμένος να υπερασπιστεί ΑΝΩΜΑΛΟΥΣ που γουστάρουν παιδάκια, πέρα δηλαδή από τις υγιές ορμές του αναπαραγωγικού σεξ στις οποίες η πατριαρχία συνήθιζε να αποδίδει μέχρι πράξεις βιασμού. Ο παιδεραστής είναι ένα τέρας γιατί ούτε καν η φύση δεν μπορεί να εξηγήσει τις ορέξεις τους. Εδώ βέβαια υπεισέρχεται μια συγχυση γιατί, καθώς τα ηλικιακά όρια αλλάζουν από πολιτεία και πολιτεία και από χώρα σε χώρα, ο ίδιος ο όρισμος του ανήλικου και γενικά αυτού που χρήζει προστασίας μπορεί να διαστέλλεται ηθικά. Ο εγκέφαλός μας ακούγεται συχνά δεν αναπτύσσεται πλήρως μέχρι τα 25 οπότε ύποπτος θεωρείται και όποιος συνάψει σχέσεις κάτω από αυτή την ηλικία.

Σε αυτό το κλίμα γενικευμένου πανικού, η φιγούρα του παιδεραστή μπορεί να χρησιμοποιηθεί για κάθε λογής περιορισμό των ελευθεριών όπως η φιγούρα του «τρομοκράτη» κατά τη διάρκεια του πολέμου κατά της τρομοκρατίας. Όποιος εκφράσει οποιαδήποτε αντίρρηση μπορεί και ο ίδιος να χαρακτηριστεί ως παιδεραστής ή τελοσπάντων αμφίβολης ηθικής όπως στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας χαρακτηριζόταν «προδότης». Ποιος θα τολμήσει να το κάνει αυτό? Σκεφτείτε για παράδειγμα πώς το Κράτος επιχειρεί να προβεί μελλοντικά στην ταυτοποίηση των λογαριασμών των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στο όνομα της προστασίας των ανηλίκων. Οποιος δε θέλει να προστατέψει τα παιδιά από τους ανώνυμους παιδεραστές του διαδικτύου κινδυνεύει να χαρακτηριστεί και ο ίδιος ύποπτος -λες και τα παιδιά δεν κινδύνευαν ανέκαθεν από την σεξουαλική εκμετάλλευση κυρίως των συγγενών, των δασκάλων και των κοντινών τους ανθρώπων. Θέλει όμως το Κράτος όντως το καλό των παιδιών όταν ξανά και ξανά αποδεικνύει ότι οι ζωές τους, οι ζωές όλων μας, δεν μετράνε τίποτα μπροστά στο κέρδος του Κεφαλαίου? Κάνουν όλα αυτά τα μέτρα κάτι για να προστατέψουν τα παιδιά ή απλά αυξάνουν την καταστολή και την επιτήρηση για όλους μας? Εμπιστευόμαστε το Κράτος να ορίσει ποιος είναι ο παιδεραστής και να αποδώσει μετά δικαιοσύνη κάτι που υποτίθεται είχε ανέκαθεν αναλάβει στην περίπτωση της σεξουαλικής βίας με πενιχρά αποτελέσματα?

Το άλλη ανησυχητικό εδώ είναι οτί το πρίσμα της παιδεραστίας ακριβώς επειδή είναι απολίτικο έχει καταλήξει να εκτοπίσει κάθε άλλο είδος πολιτικής και ταξικής ανάλυσης αναγορευόμενο σε ένα είδος οντολογικού κακού που παραμερίζει κάθε άλλη προσέγγιση, όπως στην περίπτωση των Epstein files που και τα δύο αμερικανικά κόμματα ανέδειξαν ως μείζον θέμα. Μην ξεχνάμε ότι ήταν το ίδιο το Κράτος που συνέλλεξε και κυκλοφόρησε τα αρχεία τα οποία δεν αποδεικνύουν τίποτα πέρα από το γεγονός ότι οι πλούσιοι και ισχυροι κάνουν bonding μεταξύ τους μέσω των γυναικών που καταναλώνουν -και αυτές συχνά είναι ανήλικες. Ταυτόχρονα και η ίδια η φεμινιστική ανάλυση φαίνεται να φτωχαίνει. Για παράδειγμα βλέπω συχνά τα πατριαρχικά κριτήρια ομορφιάς να καταδικάζονται πια ως «παιδοφιλικά», το οποίο βέβαια δεν εξηγεί γιατι εκτός από άτριχα σώματα και ροδαλά μάγουλα οι γυναίκες αναμένεται να έχουν τεράστιους κώλους και γιγάντια βυζιά. Κάπου αλλού είδα το καθεστώς της αρχαίας Σπάρτης να χαρακτηρίζεται ως «φασιστικό και παιδοφιλικό». Σε αυτό το παιχνίδι βέβαια μπορούν να μπουν και οι Δεξιοί οι οποίοι χρόνια τώρα καταδικάζουν το Ισλαμ ως την θρησκεία των παιδεραστών ισχυριζόμενοι ότι ο ίδιος ο Μωάμεθ πήρε μια σύζυγό όταν ήταν ακόμα παιδί, αγνοώντας εσκεμμένα ότι αυτός ήταν παγκοσμίως ο κανόνας  μέχρι πρόσφατα και όπου και να κοιτάξεις στην ιστορία μπορείς να βρεις τέτοια παραδείγματα βασιλιάδων και ηγετών. Ηλικιακά όρια για το γάμο δεν υπήρχαν αν και συνήθως τίθεντο όρια από την αναπαραγωγική δυνατότητα των γυναικών.

Εν ολίγοις η συζήτηση περί παιδεραστίας και ηλικιακής διαφοράς δεν έχει εύκολες απαντήσεις και η αγανάκτηση με την οποία εκφράζονται οι απόψεις σίγουρα δεν διευκολύνει την κουβέντα καθώς συχνά η κάθε πλευρά θέλει να υπερασπιστεί τις επιλογές της και τα βιώματά της. Σίγουρα πάντως μπορεί να γίνει με καλύτερους όρους τόσο από το γενικευμένο κλίμα υστερίας όσο και από το gaslighting της βιολογικοποίησης της έμφυλης ιεραρχίας όπου οι προτιμήσεις μας φυσικοποιούνται και παραμένουν εκτός κρτικής.

To Ghosting και το σύγχρονο νεοφιλελευθερο υποκείμενο

Η λιγοτερο popular αποψη μου για το ghosting είναι οτι δεν αποτελει ελαττωμα χαρακτήρα αυτού που το κάνει αλλα απορρέει απο την ευρύτερη δομή των σχέσεων και συσχετίσεων σήμερα οι οποίες δημιουργούνται ad hoc μονο στο βαθμο που μας προσφέρουν καποια απόλαυση και λύονται τη στιγμή που παύουν να το κάνουν. Από τη στιγμή που δεν βρίσκουμε ότι κάποιος εξυπηρετεί πλέον τις ανάγκες μας δεν υπάρχει σχέση και αφού δεν υπάρχει σχέση δεν υπάρχει οποιοδήποτε άλλο υπόβαθρο που μας υποχρεώνει να απαντήσουμε, να εξηγήσυμε κτλ. Οποιοδήποτε αλλο υπόβαθρο βιώνεται ως «καταπιεστικό» καθώς μας υποχρεώνει να κάνουμε μια άβολη συζήτηση η οποία δεν έχει τίποτα να μας προσφέρει -και οι σχέσεις σήμερα are all about το τι μας προσφέρουν, σαν ένα προιόν που εξυπηρετεί τις ανάγκες του καταναλωτή.

Το ghosting είναι επίσης απόρροια της αντίληψης ότι ο καθενας είναι υπεύθυνος για τα δικά του συναισθήματα. Η Eva Illouz παρατηρεί ότι ενώ στις αρχες του 19 αιώνα, δλδ στις απαρχές της δημιουργίας του ρομαντικού έρωτα και του courting, όταν κάποιος σου έδινε λάθος μηνύματα και καλλιεργούσε ελπίδες (όπως στο Sense and Sensibility) θεωρούταν υπόλογος και η κοινότητα κατηγορύσε αυτον για παραβίαση των άγραφων κανόνων, σήμερα είσαι ΕΣΥ υπεύθυνος να διατηρείς τα όρια σου και ολοι κατηγορούν εσένα που επένδυσες παραπάνω από οσο έπρεπε σε μία σχέση αντί να είσαι επιφυλακτικός. Η υπερβολική επένδυση θεωρείται αδυναμία του δικού σου χαρακτηρα, σίγουρα σύμπτωμα κάποις κρυφής ψυχοπαθολογίας. Ο νεοφιλελεύθερος επιχειρησιακός εαυτός φέρει εδώ όπως και σε κάθε τι άλλο την ευθύνη για ό,τι του συμβεί σε ένα κόσμο που οι δεσμεύσεις μας προς τους άλλους είναι αποδυναμωμενες

Ετικετοποιημένο

Netflix ‘n’ Class

Υπάρχει μια τάση που έχω παρατηρήσει σε όλες τις σειρές και τις ταινίες που κυκλοφορούν τα τουλάχιστον 5 τελευταία χρόνια: την ενσωμάτωση ενός είδους ταξικού μίσους στην πλοκή και την αισθητική των σειρών και ένα είδος αναστοχαστικότητας όσον αφορά τον καπιταλισμό. Ο καπιταλισμός δεν είναι πια ο ελέφαντας στο δωμάτιο, η πλοκή δεν εκτυλίσσεται σε ένα ουδέτερο, ανιστορικό σύμπαν αλλά το ίδιο το σύστημα συχνά κατονομάζεται ρητά-ακόμα και αν δεν είναι με τον τρόπο που θα αναφερόταν σε αυτό ένας μαρξιστής.  Από τις ρομαντικές comedy μέχρι τις ταινίες δράσης η λέξη «καπιταλισμός» αναφέρεται explicitly με τρόπο που δεν γινόταν παλιότερα. Οι πρωταγωνιστές αναφέρονται σε αυτόν όταν θέλουν να δικαιολογήσουν την επιδίωξη του κέρδους από την μικρή, τίμια επιχείρησή τους όπως ο Seth Rogen στο Platonic, όταν θέλουν να καταγγείλουν την χλιδή των πλουσίων όπως στο We were Liars ή όταν θέλει να καταδείξουν τον νεποτισμό και τα προνόμια της ανώτερης τάξης όπως στο Your Friends and Neighbors.

Ακόμα και όταν δεν αναφέρεται ρητά ο καπιταλισμός όμως, η ίδια η πλοκή φαίνεται πλέον να αναδεικνύει σχεδόν πάντα ένα είδος ταξικής ανισότητας ή αδικων προνομίων, είτε παρουσιάζοντας καθόλου κολακευτικά τους πλούσιους ως αλαζόνες, σνομπ, κακότροπους και out of touch (The Perfect Couple, I love that for You, Sirens, We were liars, Hacks), είτε παρουσιάζοντας τον κόσμο των επιχειρήσεων ως εστία διαφθοράς (πχ  Severance, Succession, The Boys, the Morning Show), είτε ακόμα βάζοντας τον σοσιαλισμό στην εικόνα (Poor things, Carnival Row).

Θα μπορούσε κανεις να πει ότι αυτή είναι μια αισιόδοξη εικόνα. Η Αμερική είναι ένα καζάνι που βράζει και ο κοινωνικός αναβρασμός διαχέεται αναπόφευκτα προς την βιομηχανία του θεάματος, η τελευταία μπορεί κιόλας να συνεισφέρει σε αυτόν. Και όμως , βλέπουμε στην πράξη πως σε κάθε μία από τις περιπτώσεις το ίδιο το έργο φροντίζει είτε να διοχετεύσει την οργή σε ανώδυνους στόχους είτε να προσφέρει ένα άκρως αποριζοσπαστικοποιημένο μήνυμα. Κατά μία έννοια μιλάμε εδώ για την κλασική παρατήρηση του Μark Fisher ότι η βιομηχανία του θεάματος απλά προ-ενσωματώνει μια κριτική στον καπιταλισμό έτσι ώστε μια ταινία να «είναι αντικαπιταλιστική για λογαριασμό μας, επιτρέποντάς μας να συνεχίσουμε να καταναλώνουμε με ασυδοσία». Μιλάμε όμως και για πιο συγκεκριμένα plot devices και αισθητικές επιλογές που επεισόδιο με επεισόδιο καταφέρνουν εν τέλει να υπηρετουν το σύστημα όσο και αν προσποιούνται ότι το καταγγέλλουν. Μπορούμε να βρούμε ντουζίνες τρόπους που γινεται αυτό αλλά παρακάτω είναι 3 από τα κυριότερα μοτίβα που έχω ξεχωρίσει.

Η πιο συνηθισμένη μέθοδος για να το πετύχει αυτό είναι ξεχωρίζοντας ένα μέρος της αστικής τάξης ως «καλό». Είτε στη βάση του φύλου (οι γυναίκες εκατομμυριούχοι είναι καλύτερες από τους άντρες  όπως στο Ted Lasso, και προστατεύουν τις άλλες γυναίκες από τον μισογυνισμό όπως στο Hacks), είτε στη βάση της φυλής (οι μαύροι εκατομμυριούχοι είναι καλύτεροι γιατί είναι αυτοδημιούργητοι και θυμούνται τις ρίζες τους όπως στο Imperfect Women), είτε σε διαγενεακή βάση (οι σημερινοί νεαροί γόνοι των πλούσιων οικογενειών είναι πιο woke και πιο συνειδητοποιημένοι σχετικά με τα προνόμιά τους όπως στο We Were Liars).  Συμβαδίζοντας εδώ με μια λιμπεραλ φεμινιστική τάση σύμφωνα με την οποία η εργασιακή εκμετάλλευση παραμελείται προς όφελος της κατάδειξης της τοξικής αρρενωπότητας, της σεξουαλικής παρενόχλησης και του ρατσισμού, το αφήγημα ότι «υπάρχουν και καλά αφεντικά» προσφέρει ένα αισιόδοξο μήνυμα για το μέλλον όπου θα υπάρχει μεγαλύτερο diversity και περισσότερη γενναιοδωρία στις τάξεις των αφεντικών. Ο καπιταλισμός ήταν κακός γιατι η παλιοί πλούσιοι ήταν κακοί, μοχθηροί, και αδίστακτοι, το woke κινημα όμως παράγει «ηθικούς» δισεκατομμυριούχους όπως η Τaylor Swift που δίνει μεγάλα bonus στους εργαζομένους της και αποφεύγει τις προβληματικές δηλώσεις. Το μέλλον μας προδιαγράφεται λαμπρό.

Η άλλη μέθοδος έχει να κάνει κι αυτή με την μετατόπιση του προβλήματος στην σφαίρα της προσωπικής ηθικής και της ατομικής συμπεριφοράς και αφορά το πώς οι φτωχοί και καταπιεσμένοι είτε δείχνουν τόσο απαίσιες, δόλιες και κανιβαλιστικές συμπεριφορές που χάνουν στο τέλος το δίκιο τους (Parasites, Shameless) είτε τελικά αποδεικνύουν ότι όταν αποκτήσουν εξουσία είναι εξίσου κακοί ή μάλλον χειρότεροι από τους μεγαλοαστούς που τους καταπίεζαν (Beef, Sirens). Το ταξικό μίσος δηλαδή ερμηνεύεται ως απλός φθόνος γι αυτό που οι κατώτερες τάξεις θα ήθελαν να αποκτήσουν αλλά δεν μπορούν και άρα η ταξική καταπίεση φυσικοποιείται ως ένα εγγενές ένστικτο: κάποιοι άνθρωποι απλά είναι φρικτοί και αδίστακτοι και η ανθρωπότητα πάντα θα υποφέρει από αυτούς όποιες και αν είναι οι σχέσεις παραγωγής. Αξιοσημείωτο είναι ότι στη σειρά Shameless που περιγράφει την μίζερη πραγματικότητα του αμερικανικού λευκού λούμπεν προλεταριάτου, οι φτωχοί την πατάνε σχεδόν αποκλειστικά από άλλους φτωχούς ή απλα αυτοσαμποτάρονται ενώ τα αφεντικά συνήθως είναι και τα πιο ηθικά ακέραια.

H τρίτη και πιο ύπουλη μέθοδος όμως είναι η εξής: η ηδονοβλεπτική ματιά στην ζωή των πλουσίων με τα εντυπωσιακά ευρύχωρα διαμερίσματα με τις πισίνες, την καλόγουστη μίνιμαλ διακόσμηση και τις εντυπωσιακές θέες, τα εξαιρετικά, φίνα καλοραμμένα ρούχα τους, τα τεράστια κότερα, τις σχεδόν διαρκείς διακοπές τους, τα πανάκριβα εστιατόρια στα οποία δειπνούν, τα αψεγάδιαστα σώματα και πρόσωπα τους που δεν κρύβουν ότι είναι αποτέλεσμα αισθητικής παρέμβασης και ακριβών προϊόντων ουσιαστικά μας εντείνουν την επιθυμία για το είδος της ζωής που ζουν, μας δείχνουν τι ακριβώς θα έπρεπε να εποφθαλμιούμε. Πουθενά δεν είναι αυτό πιο αισθητό από την σειρά Your Friends & Neighbors που υποτίθεται υιοθετεί μια κριτική ματιά προς την διεφθαρμένη και κομπιναδόρικη αργόσχολη ανώτερη τάξη των πολυτελών προαστίων. Και ενώ ο ξεπεσμένος  πρωην πλούσιος πρωταγωνιστής αναγκάζετα να εισβάλλει στα σπίτια των γειτόνων του και να αποσπά αντικείμενα αξίας, κάθε διάρρηξη συνοδεύεται από ένα κλιπ που εξηγεί γιατί το εν λόγω αντικείμενο είναι πολύτιμο. Το κλιπ αυτό όμως μοιάζει ΑΚΡΙΒΩΣ σαν διαφήμιση που έχει ενσωματωθεί στο σενάριο εξυπηρετώντας τάχα την πλοκή.  Όσο λοιπόν και να φαίνεται ότι o κόσμος του θεάματος κατακρίνει τους πλούσιους η αδιάκοπη εμμονή του με αυτούς δεν είναι παρά μια διαρκής διαφήμιση των πραγμάτων που μας υποδεικνύονται ως σύμβολα status και άρα αντικείμενα πόθου.

Ας αναρωτηθούμε άλλωστε πού ξέρουμε ποια αμάξια ή ρολόγια θεωρούνται τα πιο prestigious δεδομένου ότι ελάχιστες από εμάς βλέπουν πλέον διαφημίσεις, πόσο μάλλον διαφημίσεις ειδών πολυτελείας, αν όχι μέσω από τις ταινίες στις οποίες οι διαφημίσεις έχουν εδώ και καιρό ενσωματωθεί? Πέρα όμως από διαφημίσεις, η επειδικτική κατανάλωση των πλουσίων χρησιμοποιείται όχι μόνο ως παράδειγμα προς μίμηση αλλά και ως σημάδι της ανωτερότητάς τους που προκαλεί την αίσθηση της διάκρισής τους απο εμάς, τον τρόπο που περιβάλλονται από μια θεική αύρα και προκαλούν δέος. Όπως παρατηρεί και ο Byung-Chul Han:

Η εξουσία και το μεγαλείο έχουν εγκαταλείψει προ πολλού το πεδίο της πολιτικής και έχουν μετατοπιστεί στα ενδότερα του κεφαλαίου. Οι διαφημίσεις αποτελούν την καπιταλιστική εκδοχή των εκκλησιαστικών ύμνων. Οι star που εγκωμιάζουν τα νέα προϊόντα είναι οι σύγχρονοι άγγελοι. Οι καπιταλιστική ύμνοι δημιουργούν το μεγαλείο. Αυτη είναι η λαμπερή όψη της εξουσίας που εκπροσωπείται αποκλειστικά από το κεφάλαιο. Η επιδοκιμασία με την οποία ανταμείβεται το κεφάλαιο αποκαλείται κατανάλωση

Byung-Chul Han, Toπολογία της Βίας

Οι 4 Κανόνες του Dating σύμφωνα με τους καλύτερους dating coach

Εστίασε στον εαυτό σου

Βάλε πρώτο τον εαυτό σου. Εστίασε στα δικά σου συναισθήματα -όχι τα δικά του/της. Επένδυσε στον εαυτό σου. Μην αφήσεις το dating να σε αποσπάσει από τους  δικούς σου στόχους. Γίνε ανεξάρτητη, προστάτεψε την αυτονομία σου. Μην αναζητάς την επιβεβαίωση στις σχέσεις σου -βρες την στον ίδιο τον εαυτό σου. Φτιάξε τον εαυτό σου, χτίσε το brand σου, κάνε το growth σου. Στον ύστερο καπιταλισμό είσαι προ πάντων ανθρώπινο κεφάλαιο και οφείλεις να επενδύεις διαρκώς σε αυτό -δλδ στην καριέρα, την υγεία και όλες τις δραστηριότητες αυτές από τις οποίες ο καπιταλισμός μπορει να αντλήσει υπεραξία. Μην έχεις ανάκγη κανέναν και μόνο τότε θα ελκύσεις το κατάλληλο άτομο. Στο απόλυτα σολιψιστικό αυτό σύμπαν υπάρχει μόνο το Εγώ, ενώ ο Άλλος έχει δια παντός εξοστρακιστεί. Υπάρχει μόνο σαν αντανάκλαση σου, σαν ολόγραμμα από άλλη διάσταση, σαν guest star στον ναρκισσιστικό κόσμο της Barbie όπου εσύ πρωταγωνιστείς.

Μείνε στο Νοίκι

Στον ύστερο καπιταλισμό το ιδιοκτησιακό καθεστώς για τον πολύ κόσμο έχει de factο καταργηθεί. Σε κανέναν σχεδόν δεν ανήκει πια τίποτα -από τα σπίτια και το software μέχρι τις ταινίες και τα μουσικά κομμάτια όλα τα νοικιάζουμε πληρώνοντας συνδρομή μέχρι τον θάνατό μας. Οι ανθρώπινες σχέσεις ακολουθούν κι αυτές το ίδιο μοτιβο. Όπως αναγγέλλει μια dating coach της manosphere -and she ‘s onto something- «δεν είναι δική σου, είναι απλά η σειρά σου. Όλες οι σχέσεις είναι απλά προσωρινές συμβάσεις μίσθωσης». Το παλιό μοντέλο του «μέχρι να μας χωρίσει ο θάνατος» έχει πεθάνει, ακριβώς όπως η καριέρα στην ίδια εταιρεία μέχρι την συνταξιοδότηση. Τώρα οι παραγωγικές δυνάμεις απαιτούν ευελιξία και προσαρμοστικότητα. Κάθε σχέση σημαίνει απλά και μόνο ότι ήρθε η σειρά σου μέχρι νεωτέρας και μπορεί να λήξει τόσο έυκολα και γρήγορα όσο η σύμβασή σου. Το μοντέλο μοιάζει με μουσικές καρέκλες -όποιος προλάβει κάθεται. Μπορεί να προσφέρει μια διαρκή ανανέωση, νέες εμπειρίες και την συγκίνηση του καινούριου αντί την πλήξη της επανάληψης. Σημαίνει ταυτόχρονα ότι όλοι είναι έτοιμοι να τους γκοστάρουν όσο έτοιμοι είναι και να  τους πετάξει ο ιδιοκτήτης από το σπίτι τους. Κανένας βέβαια δεν θα  ρίξει πολλά λεφτά στο διαμέρισμα που νοικιάζει ούτε θα σχεδιάσει τη ζωή του βάσει της προσωρινής του διεύθυνσης.

Διαπραγματεύσου

Στον σύγχρονο απόλυτα ρευστό κόσμο των σχέσεων τίποτα δεν θεωρείται δεδομένο, οι μορφές σχέσεων είναι τόσες όσες και τα ζευγάρια. Στον συμβολαιοκρατικό κόσμο του καπιταλισμού τα πάντα είναι ένα ιδιωτικό συμφωνητικο μεταξύ ελεύθερα συμβαλλομένων μερών. Τους όρους πρέπει να τους διαπραγματευτείς έναν έναν. Οι συλλογικές συμβάσεις έχουν καταρρεύσει, είσαι μόνο σου απέναντι στον Άλλον και οι όροι όπως και τα όρια εξαρτώνται από τις διαπραγματευτικές σου ικανότητες. Θες σοβαρή σχέση αντί situationship? Θες ανοιχτή σχέση αντί αποκλειστικότητας? Θες να προσέχεις τα παιδιά αντί να δουλεύεις? Διεκδίκησέ το! Πρέπει να το διαπραγματευτείς παρατάσσοντας όλες τις τακτικές: χρησιμοποίησε επιχειρήματα,  απείλησε με αποχώρηση, μπλόφαρε φουσκώνοντας το value σου. Στο καλύτερο σενάριο? Θα καταλήξεις με μία απόλυτα customized εμπειρία που θα ικανοποιεί και τους δύο. Στο χειρότερο? Θα σε καπελώσει αυτός με την περισσότερη προσωπική, οικονομική, θεσμική και πολιτισμική εξουσία. Θα έχεις όμως μόνο τον εαυτό σου να κατηγορείς. Στον αγχωτικό αυτό τοπίο του αναπόδραστου ανταγωνισμού και της απόλυτης αβεβαιότητας που θυμίζει απορρυθμισμένη αγορά, οι dating coach υπόσχονται να σου προσφέρουν έτοιμες απαντήσεις και προσωπικό empowerment.

Αποστασιοποιήσου

Στον ύστερο καπιταλισμό τα υπερβολικά έντονα συναισθήματα είναι ύποπτα και αντιπαραγωγικά. Πρέπει να υποβάλλονται σε διαρκή έλεγχο, εποπτεία, καταγραφή και εκλογίκευση με την βοήθεια και της ψυχοθεραπείας.  Όπως ισχυρίζεται και μια dating coach, «αν νιώθεις πεταλούδες στο στομάχι, είναι  απλά το σώμα σου που σε προειδοποιεί ότι κάτι δεν πάει καλά» ή «το anxious attachment syndrome σου που βγαίνει στην επιφάνεια» σύμφωνα με την πανταχού παρούσα ψυχοθεραπευτική γλώσσα. Αν θες να σε αγαπήσουν θα πρέπει να ελέγχεις πλήρως τα συναισθήματά σου. Η αυτοπειθαρχία είναι must, η αποστασιοποίηση απαραίτητη. Σου δίνει περισσότερη διαπραγματευτική δύναμη, η απόσταση σε κάνει απλά πιο ποθητό. Μην είσαι needy, μην αφήνεις τον Άλλον να επηρεάζει το mood σου, μην περιμένεις μήνυμά του, μην την σκεφτείς καν -μπορεί να μην το μάθει αλλά θα το ξέρει το σώμα σου, τα επίπεδα κορτιζόλης σου ανεβαίνουν, το healing σταματά. Δεν είσαι πια cool -η ιδανική θερμοκρασία την επιοχής μας. Go no-contact αν χρειαστεί ως μέθοδο απεξάρτησης. Ο έρωτας είναι κι αυτός ένα ναρκωτικό.

Ετικετοποιημένο

Περί Αναρχικών και καθιστικής διαμαρτυρίας

Χθες οι αναρχικοί και κάποιοι ακόμα δεν δέχτηκαν να καθίσουν κάτω όταν ένα κομμάτι των διοργανωτών προέτρεψε το πλήθος σε καθιστική διαμαρτυρία κι αυτό καθόλου δεν άρεσε σε όσους πήγαν στη συγκέντρωση για φέρουν τους πολιτικούς μας σε δύσκολη θέση και να τους πιάσουν στο φιλότιμο. Τι να κάνουμε, δεν βλέπουν όλοι τις μαζικές πορείες και τις συγκεντρώσεις σαν μια περφορμανς που απευθύνεται σε έναν φανταστικό κριτή ο οποίος άπαξ και αποφασίσει ότι εμείς έιμαστε οι καλοί, θα μας δώσει αυτό που ζητάμε. Ούτε όλοι πιστεύουν οτι αυτό που κατά βάθος ζητάμε είναι η συμβολική αναγνώριση, οι ηθικές νίκες και οι μικρές παραχωρήσουλες.

Αυτη η αντίλψη πείναι πολύ διάχυτη και στον φιλελέ φεμινισμό αφού μας έκαναν να πιστέψουμε πως αν δείξουμε δημόσια το πόσο υποφέρουν οι γυναίκες, αν δείξουμε πόσο συχνά κακοποιούνται ή δολοφονούνται εξαιτίας της πατριαρχίας, πόσο επηρεζει όλες τις πτυχές της ζωής μας, τότε ο ίδιος κριτής θα μας λυπηθεί και θα μας δώσει το δίκιο. Έτσι όπως και στην περίπτωση της δολοφονίας του Charlie Kirk,η πολιτική γίνεται ένας αγώνας να δείξουμε σε κάποιον που στέκεται πάνω ή πέρα από εμας, ότι εμείς είμαστε οι καλοί, οι υπεράνω, οι ευάλωτοι. Όλες οι κινητοποιήσεις, οι συγκεντρώσεις, οι πορείες, οι δράσεις μετατρέπονται έτσι σε ένα θέατρο που απευθύνεται σε αυτή την ευαισθησία του φανταστικού μας κριτή. Σε αυτό το πλαίσιο η καθιστική διαμαρτυρία έχει πολύ συγκεκριμένες συνδηλώσεις και εξυπηρετεί ακριβώς στο να δείξει ότι εμείς όχι μόνο δεν ήρθαμε να απαιτήσουμε, ίσα ίσα δεν θέλουμε καν να αφήσουμε την υπόνοια ότι μπορεί να θέλουμε και να γλιτώσουμε το ξύλο αν μας αξίζει. Θα κάτσουμε κάτω και θα υποστούμε καρτερικά την μοίρα μας και αν μας χτυπήσουν χωρίς να φταίμε σε κατι τότε το χειρότερο γι αυτούς γιατι θα εκτεθούν σε αυτόν τον φανταστικό κριτή.

Ε τι να κάνουμε οι αναρχικοί και κάποια κομμάτι του κινήματος έχουν άλλη αντίληψη για τις πορείες και την πολιτική γενικότερα. Οι παραπάνω τακτικές βέβαια δεν είναι εντελώς άχρηστες, μπορούν να πιάσουν σε ενα δικαστήριο, σε μία σχολική τάξη, όταν θες οι γονείς σου να τιμωρήσουν τον αδερφάκι σου και όχι εσένα, ή οταν θες να σου πάρουν παγωτό επειδή ησουν καλό παιδί. Σε ολες τις περιπτώσεις δηλαδή που εκτυλίσσονται με δεδομένη ιεραρχία και θες να καλοπίασεις την εξουσία.

Αυτή η σύγκρουση αντιλήψεων έκανε πάλι χθες κάποιους να βγάλουν τους αναρχικούς προβοκάτορες πέρα από κάθε λογική και αποδεικνύοντας ότι τελικά δεν εχουν καν πρόβλημα με την βία των μεθόδων τους, έχουν πρόβλημα με το ότι αυτοί δεν δέχονται να παίξουν το παραπάνω παιχνίδι -έχουν πρόβλημα και με την αισθητική τους καθώς τα κράνη που φοράνε για την αυτοάμυνά τους και ο μάσκες για να μην εκτίθενται στο Κράτους και τους φασίστες δείχνουν κάπως εριστκα και χαλάνε την εικόνα του καλού παιδιού. Άλλωστε τι έχουν να φοβηθούν, όποιος λέει αλήθεια έχει το θεό βοήθεια δε λέμε?

Αυτό το πρόβλημα έχει δυστυχώς ανακύψει πιο έντονα στην περίπτωση των συγκεντρώσεων που έχουν σχέση με τα Τέμπη ακριβώς γιατί ένα κομμάτι του πληθυσμού βλέπει αφενός το αρχικό γεγονός κατά βαθος ως μια ‘τραγωδία», αφετέρου ως ένα οικογενειακό δράμα που αφορά όχι όλα εμάς των οποίων η ζωή απαξιώνεται de facto από το Κράτος και το Κεφάλαιο, που από τύχη δεν ήμασταν στο τρένο, αλλά κυρίως τους συγγενείς των θυμάτων στους οποίους οφείλουμε να συμπαρασταθούμε διακριτικά. Το ζήτημα έτσι αποπολιτικοποιείται και γίνεται κάτι μεταξύ κηδείας και μνημοσυνου.

Σε αυτές τις συνθήκες λοιπόν η χθεσινή εικόνα είναι ενθαρρυντική: σε μια πολιτική σκηνή την οποία έχει αλώσει ο φιλελευθερισμός και η μιζέρια, κάποιοι ακόμα στέκονται ακόμα όρθιοι.

Ενός λεπτού σιγή για τον Charlie Kirk. Lol jk

Ο λόγος που τόσος κόσμος έχει σοκαριστεί επειδη έχουμε κατουρηθεί στα γέλια που ένας φασίστας έφαγε σφαίρες στο λαιμό την ώρα που έκανε την ρατσιστικη ομιλιά του είναι κυρίως η αισθητικοποίηση της πολιτικής, Η φιλελεύθερη αντίληψη περί πολιτισμένου διαλόγου δίνει έμφαση στους καθώς πρέπει τρόπους, στα προσωπικά αισθήματα και την ατομική ηθική βάζοντας σε δεύτερη μοίρα τη συστημικότητα της πολιτικής που παράγεται σε κεντρικό επίπεδο. Η βία του συστήματος γίνεται αόρατη αφού όλοι σοκαριζόμαστε από την βία των λεξεων και των εικόνων.

Έτσι λογίζεται συχνά ότι οι αναρχικοί, οι αριστερές, οι κομμουνιστές, οι φεμινίστριες και οι άνθρωποι των κινημάτων είναι αναρχικοί, αριστερές, κομμουνιστές, φεμινίστριες κτλ λόγω κάποιας ηθικής ανωτερότητας, ότι είναι απλά «καλοί» και ευαίσθητοι άνθρωποι, ευγενικοί και με καλή ανατροφή, από ζεστά όλο θαλπωρή σπιτικά, που ανατριχιάζουν με την βία, σε αντίθεση με τους απολίτιστους ούγκανους της ακροδεξιάς. Η Αριστερά έχει γίνει συνώνυμο με τα λεπτά συναισθήματα και τα καλοδιατυπωμένα επιχειρήματα σε αντίθεση με την σκληρότητα και την ανορθογραφια δεξιών. Η Αριστερά καμια φορά σχεδόν οικειοποιείται την χριστιανική ηθική, και μετά επιδίδεται σε ένα μάταιο αγώνα να αναδειξει την αντίφαση, ότι η αριστεροί είναι πιο κοντά στην διδασκαλιά του Ιησου από τους Έλληνορθοδοξους πατριώτες ή τους ρατσιστες προτεσταντες που δεν αγαπούν τον πλησίον τους λες και το πρόβλημα είναι ότι οι τελευταίοι δεν έχουν διαβάσει προσεκτικότερα την Κενή Διαθήκη.

Σε αυτό βέβαια είναι συνένοχη και η ιδια φιλελευθεροποιημένη προοδευτική μερίδα της κοινωνίας που εχει ταυτίσει τους αγώνες με ένα αίσθημα απέραντης ενοχικότητας -όσο πιο ενοχικά νιώθεις και όσο πιο εύκολα τριγκάρεσαι τοσο πιο αγνός αγωνιστής είσαι- και προσωπικής ηθικής ανωτερότητας. Είμαστε στην σωστή πλευρά της ιστορίας και θα νικήσουμε χωρίς να χρειαστεί να ασκήσουμε βία γιατί είμαστε καλύτεροι άνθρωποι . Αν χάσουμε αυτό το ηθικό πλεονέκτημα, θα αξίζει καν η νίκη στους ταξικούς μας αγώνες ή μήπως θα γίνουμε «ίδιοι» με αυτούς που μας εκμεταλλεύονται επειδή είναι κακοί και άπληστοι άνθρωποι ή σαν τους φασίστες που σκοτώνουν οποιον διαφωνεί μαζί τους?

Φυσικά ο ίδιος ο φασίστας μακαρίτης Charlie -όπως και άλλοι όπως ο Σαπίρο και διαφορες περσόνες της ακροδεξιάς -διέψευδε επίσης αυτό το δίπολο καθώς εστεκαν υποτίθεται υπερ του «διαλόγου» -ενός διαλόγου φυσικα στημένου που δεν μπορούσαν να χάσουν αφού έτσι κι αλλιώς στόχος ήταν η γελιοποίηση των αντιπαλων τους. Αυτή η υπερβολική έμφαση στον διαλογο βέβαια δεν σημαίνει καμία τρομερή φιλοσοφική εκλέπτυνση των επιχειρημάτων, είναι απλα η διαμεσολάβηση της πολιτικής από καλοσκηνοθετημένες εικόνες διαβασμένων ανθρώπων της ελίτ που ανταλλάζουν απόψεις σε πάνελ, χωρίς να υψώνουν τον τόνο της φωνής τους, σε χώρους αποστειρωμένους και «ουδέτερους», κάπου μακριά από εκεί που λαμβάνει χώρα η καθημερινή συστημική βία. Η εμμονή με την «ελευθερία της έκφρασης» να προσθέσουμε δεν έχει κανένα ιδιαίτερο νόημα εντός ενός συστήματος που έτσι κι αλλιώς το Κράτος και το Κεφάλαιο διαθέτουν υπεροπλια των μέσων να προπαγανδίσουν και να επιβάλλουν την «αποψη» τους ως κανονικότητα. Τα πάντα είναι απλά ένα θέατρο που δίνει την εντύπωση ότι νικάει ο πιο άξιος, αυτός που καταφέρνει να πείσει τους περισσότερους.

Βαριέμαι φρικτά ολες αυτές τις απολίτικες εκκλήσεις για ενσυναίσθηση και civility από ανθρώπους που χέζονται πάνω τους μην κλιμακωθουν τα πράγματα γιατί νιωθουν ακόμα υπερβολικά άνετα με το τρέχον επίπεδο βιας. Αν φοβόμαστε ότι θα τις φάμε, αυτός είναι λόγος να οργανωθούμε καλύτερα, όχι να εγκαλούμε τους άλλους να κάτσουν ήσυχα ούτε να διακηρύσσουμε πόσο κατά της βίας είμαστε. Γι αυτο γουστάρω που η Αναρχία τουλαχιστον κάνει embrace την χρηση βίας αψηφώντας αυτή την ασφυκτική φιλελέ υποκρισία. Να προσθεσω οτι αν η χρηση βιας δικαιολογεί την κρατική καταστολή αυτό ειναι επειδη το επιτρεπει το μισος της μιας πλευρας και η ενοχικότητα της αλλης.

Σταματήστε λοιπόν να προσποιείστε ότι ο Chrlie Kirk ήταν σαν τον μπαρμπας σας με τα ρατσιστικά σχόλια στο οικογενειακό τραπέζι και όχι ενα κομμάτι του κατεστημένου που τα έπαιρνε από παντού για να κολακεύει το κοινό του ώστε να μπορει να συντηρείται ένα σύστημα που μας στερεί το οξυγόνο κάθε μερα. Ξερναω. Κανείς δε είπε να μπουκετώνουμε όποιον ταξιτζή αρχίζει τις boomer μαλακίες και να μην προσφέρουμε ποτέ επιχειρήματα, αλλά όταν είσαι ο πυλώνας του συστήματος που χαιδεύει bootlickers για να σπείρει θάνατο, όταν έχεις κάνει τον ρατσισμό και τον μισογυνισμό διεθνή καριέρα, ε, όταν φας μερικές σφαίρες στην μάπα θα το απολαύσουμε χωρίς τύψεις.

O Έρωτας στα χρόνια του Ύστερου Καπιταλισμού

Υπάρχει ένα debate που λαμβάνει χώρα στους κόλπους της κοινωνιολογίας και της φιλοσοφίας σχετικά με τον έρωτα οι οποίες προσπαθούν να εξηγήσουν την σημερινή «κρίση»που φαίνεται να περνούν οι ερωτικές σχέσεις. Η μία πλευρά εστιάζει στην έμφυλη διάσταση: οι γυναίκες ήταν παραδοσιακά εξαρτημένες από τους άντρες, προσφέροντας στη σχέση περισσότερα από ο,τι έπαιρναν πίσω σε όρους οικιακής, αναπαραγωγικής και συναισθηματικής εργασίας. Η απελευθέρωση από αυτό τον καταναγκασμό που επέφερε η είσοδός στην μισθωτή εργασία λειτούργησε αποσταθεροποιητικά για τις σχέσεις. Οι γυναίκες, έχοντας κερδίσει την οικονομική τους ανεξαρτησία από το πλαίσιο της οικογένειας, δεν είναι πια διατεθειμένες να δώσουν χωρίς να παίρνουν και δεν δέχονται τους όρους που θέτουν οι προσκολλημένοι στις παραδοσιακές αξίες άντρες. Και ενώ το κίνημα των incels πλήττεται από την λεγόμενη «male loneliness epidemic”, παραπονιέται ότι οι γυναίκες έχουν γίνει απαιτητικές και τις απειλεί ότι θα μείνουν μόνες, πολλές γυναίκες βιώνουν ακριβώς αυτή την «μοναξιά» ως μια νεοαποκτηθείσα ελευθερία ακριβώς επειδή η εναλλακτική είναι υποταγή τους στους άντρες και η προτεραιοποίηση των δικών τους αναγκών.

Η άλλη πλευρά του debate εστιάζει στην άνοδο του ατομικισμού και του καπιταλισμού: οι ερωτικές σχέσεις σήμερα χαρακτηρίζονται από μια θεμελιώδη ένταση ανάμεσα στην αναζήτηση συντροφικότητας, αναγνώρισης και επιβεβαίωσης από τη μία και στον περιορισμό της προσωπικής αυτονομίας που επιφέρει η αβεβαιότητα του έρωτα και η τρωτότητά μας απέναντι στον Άλλον εντός της ερωτικής σχέσης. Παρόλο που η κοινωνιολόγος Eva Illouz [στο έργο της οποίας περιλαμβάνει must-reads όπως το Γιατί Πληγώνει ο Έρωτας] παραδέχεται ότι η άισθηση της προσωπικής αυτονομίας καλλιεργείται δυνατότερα στους άντρες -με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις σχέσεις το ισχυρότερο εγώ τους, θεωρεί ότι βασική πηγή του πόνου που επιφέρει ο έρωτας αποτελεί ακριβώς η διάσταση ανάμεσα στην νεοφιλελευθερη ρητορική περί αυτονομίας και την κοινωνική πραγματικότητα σύμφωνα με την οποία η ανάγκη αναγνώρισης παραμένει θεμελιώδης για τον άνθρωπο.

Παράλληλα η αίσθηση μιας τεράστιας γκάμας εναλλακτικών ερωτικών συντρόφων που προσφέρουν πχ τα dating apps προωθεί την καπιταλιστική λογική της ορθολογικής επιλογής και της μεγιστοποίησης της χρησιμότητας με αποτέλεσμα η αναζήτηση συντρόφου να εμπεριέχει στοιχεία του ανταγωνισμού της ελεύθερης αγοράς που επιτείνουν την αβεβαιότητα και το υπαρξιακό μας άγχος. Η Αόρατη Επιτροπή στο κείμενο «Τώρα» γράφει πάνω στη διείσδυση της λογικής του κόστους ευκαιρίας σε κάθε πτυχή των ανθρωπίνων σχέσεων:

«Η ζάλη που σχετίζεται με το χρήμα προέρχεται από τη φύση του ως καθαρής δυνατότητας. Η νομισματική συσσώρευση είναι η αναβολή κάθε πραγματικής απόλαυσης, καθώς το χρήμα φέρνει σε ισοδυναμία ως δυνατότητες ολόκληρο το φάσμα των πραγμάτων που μπορούν να αγοραστούν με αυτό. Κάθε δαπάνη, κάθε αγορά είναι πρώτα μια απώλεια, σε σχέση με αυτό που είναι ικανό να προσφέρει το χρήμα. Κάθε συγκεκριμένη απόλαυση που επιτρέπει σε κάποιον να αποκτήσει είναι πρώτα μια άρνηση του συνόλου των άλλων πιθανών απολαύσεων που περιέχει μέσα του. Στην εποχή του ανθρώπινου κεφαλαίου και του ζωντανού νομίσματος, κάθε στιγμή της ζωής και κάθε πραγματική σχέση καλύπτονται από ένα σύνολο πιθανών ισοδυνάμων που τις ροκανίζουν. Το να είσαι εδώ συνεπάγεται την μη διατηρήσιμη αποποίηση του να είσαι οπουδήποτε αλλού, όπου η ζωή είναι φαινομενικά πιο έντονη, όπως έχει επιφορτιστεί να μας ενημερώσει το smartphone μας. Το να είσαι με ένα συγκεκριμένο άτομο είναι μια αφόρητη θυσία όλων των άλλων προσώπων με τα οποία θα μπορούσε κανείς κάλλιστα να είναι μαζί. Κάθε αγάπη ακυρώνεται εκ των προτέρων από όλους τους άλλους πιθανούς έρωτες. Εξ ου και η αδυναμία να είσαι εκεί, η ανικανότητα να είσαι μαζί. Παγκόσμια δυστυχία. Βασανιστήρια από πιθανότητες. Ασθένεια μέχρι θανάτου. «Απελπισία», όπως τη διέγνωσε ο Κίρκεγκωρ»

Σύμφωνα με την πρώτη πλευρά του debate συνεπώς, το να βλέπουμε τις σχέσεις υπό ένα συναλλακτικό πρίσμα είναι μια προσέγγιση μάλλον φεμινιστική ακριβώς επειδή είναι αντίθετη με την παραδοσιακή επιταγή της αυτοθυσίας κυρίως των γυναικών που καλούνταν να αγαπούν χωρίς να λογαριάζουν το κόστος. Σύμφωνα με την δεύτερη, δεν είναι παρά ο θρίαμβος της λογικής της αγοράς και στις ερωτικές σχέσεις που τώρα προσεγγίζονται συναλλακτικά, ως καταναλωτικό αγαθό αλλά και ως επιχειρηματική δραστηριότητα, όπου οι συμβεβλημένοι καλούνται να «επενδύσουν» μετά από έναν υπολογισμό κόστους οφέλους και να υπαναχωρούν οποτεδήποτε νιώθουν ριγμένοι.

Πίσω από τη σύγκρουση αυτών των θέσεων βρίσκεται ένα περισσότερο φιλοσοφικά ερώτημα: Πώς «πρέπει» να αγαπάμε; Ασυγκράτητα ή συγκρατημένα; Να χάνουμε τον εαυτό μας ή να βάζουμε τον εαυτό μας πρώτο? Να δινόμαστε ολόψυχα ή να κρατάμε και καμια πισινή? Κάποιοι φιλόσοφοι όπως ο Badiou στο Εγκώμιο για τον Ερωτα και ο Byung-Chul Han στην Αγωνία του Ερωτα βλέπουν με καχυποψία τη νέα τάση που προωθείται και από την ποπ κουλτούρα και τις διαφημιστικές σύμφωνα με την οποίο ο έρωτας θα πρέπει να είναι μια ανώδυνη και χωρίς ρίσκα πηγή ηδονής. Ανιχνεύουν σε αυτά την ίδια αποφυγή ρίσκου που αναμένεται να δείχνουν και οι επιχειρήσεις με τις ρήτρες ασφαλείας του ασφαλιστικού συμβολαίου ή ακόμα και με τις «ευέλικτες» μορφές εργασίας που προτιμούν οι εργοδότες. Το ηδονιστικό μεταμοντέρνο υποκείμενο αναμένεται να είναι αρκετά αποστασιοποιημένο ώστε να είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμο να ξαποστείλει τον άλλον τη στιγμή που θα βιώσει την παραμικρή δυσφορία ή απειλή για την προσωπική του αυτονομία. Στο σημείο αυτό θα ταίριαζε να αναφερθεί και η διαφήμιση παρόχου ιντερνετ που είχε κατακλύσει το διαδίκτυο και τα ΜΜM τον Φλεβάρη με το ‘Anti-Valentine’ σύνθημα «μείνε ελεύθερος, πακέτα χωρίς δεσμεύσεις»: ο έρωτας δηλαδή ως ασύμβατος με την ελευθερία μας. Όπως γράφει και αλλού (Τοπολογία της Βίας) ο Byung-Chul Han, στη συγχρονη κοινωνία της επίδοσης η δέσμευση πρέπει να αποφεύγεται. «Το υποκείμενο της επίδοσης πρέπει να είναι ένας ευέλικτος άνθρωπος. Η στροφή αυτή οφείλεται κυρίως σε οικονομικους λόγους. Η αυστηρή ταυτότητα εμποδίζει στις μέρες μας την επιτάχυνση των παραγωγικών σχέσεων».

Εδώ και πάλι δεν μπορούμε να αγνοήσουμε την έμφυλη διάσταση. Οι γυναίκες πάρα πολύ συχνά γελοιοποιούνται ή παθολογικοποιούνται ακριβώς επειδή αγαπάνε «υπερβολικά». Χαρακτηρίζονται τρελές, πιεστικές, απελπισμένες, υστερικές ή οριακές και κατηγορούνται ότι «πνίγουν» τους άντρες με την αγάπη τους; Η Mona Chollet στο βιβλίο της «Εφευρίσκοντας των Έρωτα Ξανά: Πώς η πατριαρχία σαμποτάρει τις ετεροφυλόφιλες σχέσεις» γράφει αναφορικά με όλη την παραπάνω συζήτηση: «θέλοντας να επικρίνουμε την εφαρμογή της καπιταλιστικής ορθολογικότητας στις ερωτικές σχέσεις, καταλήγουμε να νομιμοποιούμε και να υποθάλπουμε επικίνδυνα τις μαζοχιστικές τάσεις που καλλιεργούνται στις γυναίκες […] με κίνδυνο να τις παραδώσουμε δεμένες χειροπόδαρα σε κακοποιητικούς συντρόφους». Έτσι φαίνεται να οδηγούμαστε σε αδιέξοδο αφού κινδυνεύουμε είτε να επικυρώσουμε την υποταγή των γυναικών εντός της ερωτικής σχέσης είτε την λογική του καπιταλισμού περί ανταγωνισμού και παιγνίου μηδενικού αθροίσματος.

Το ζήτημα βέβαια εκτείνεται πέρα από την σωστή διαχείριση των γκομενικών μας: οι ερωτικές σχέσεις είναι αυτές στις οποίες στρεφόμαστε πλέον υποχρεωτικά για την άντληση επιβεβαίωσης, συντροφικότητας και στοργής σε έναν κόσμο που έχει διαλύσει κάθε έννοια κοινότητας και σταθερότητας. Όπως το θέτει και η Illouz “η δύναμη [της αγάπης] πηγάζει από το πρωταρχικό γεγονός ότι ο έρωτας παρέχει ένα ισχυρό έρεισμα για την αναγνώριση, την αντίληψη και τη συγκρότηση της αξίας του ατόμου, σε μια εποχή κατά την οποία η κοινωνική αξία είναι αβέβαιη και υπό συνεχή διαπραγμάτευση». Αυτό κάνει το θέμα των ερωτικών σχέσεων πιεστικό σε βαθμό αυτοσαμποτάζ. Και για να μην φανούν όλα τα παραπάνω ως ένα νοσταλγικό αν όχι συντηρητικό ξέσπασμα, ας τονίσουμε ότι δεν είναι μόνο οι ερωτικές σχέσεις που φαίνεται να υποφέρουν. Οπως παρατηρεί ο H. Rosa στο βιβλίο του Επιτάχυνση και Αλλοτρίωση, όχι μόνο οι ερωτικές σχέσεις αλλά ακόμα και οι φιλικές και οι οικογενειακές διέπονται πλέον από τους νόμους του ανταγωνισμού εφόσον «αν δεν είμαστε αρκετά ενδιαφέροντες ή διαθέσιμοι ακόμα και οι φίλοι και οι συγγενείς μπορει να μας ξεγράψουν σε έναν διαρκώς επιταχυνόμενο κόσμο όπου η θέση κανενός δεν είναι εξασφαλισμένη σε κανένα τομέα». Όσο κι αν στοχεύουμε λοιπόν να οικοδομήσουμε υγιέστερες ερωτικές σχέσεις, απώτερος στόχος θα πρέπει να είναι ένας κόσμος όπου το να είσαι single δε θα ταυτίζεται με το να είσαι μόνο σου. Και αυτός σίγουρα δεν είναι ο κόσμος του καπιταλισμού.

Είναι τα πρότυπα που προβάλλει η τραπ το πρόβλημα;

Ο πρόσφατος θάνατος του Mad Clip έφερε στην επικαιρότητα τον προβληματισμό σχετικά με τα πρότυπα που προβάλλει η τραπ μουσική. Οι επικριτές του είδους φαίνεται να σοκάρονται με τη χυδαία γλώσσα, τον ωμό μισογυνισμό, την ακραία αντικειμενοποίηση των γυναικών και την ανάδειξη της τοξικής αρρενωπότητας, της επιδεικτικής κατανάλωσης, του glorification των ναρκωτικών και της εγκληματικότητας ως αυταξίες. Για εμένα, που είμαι ταυτόχρονα φεμινίστρια και fan του είδους, τα πράγματα είναι λίγο πιο περίπλοκα. Από τη μία φυσικά και βρίσκω τη γλώσσα και τις αξίες που προβάλλει η τραπ προβληματικές. Από την άλλη, δε μου αρέσει να προσποιούμαι ότι αυτά είναι αποκλειστικότητα της συγκεκριμένης μουσικής.

Συχνά μάλιστα βρίσκω όλη αυτή την κριτική μία κουτοπόνηρη προσπάθεια κάποιων να αποποιηθούν κάθε ευθύνη περί σεξισμού και τοξικής αρρενωπότητας μεταθέτοντάς τα σε μία υποομάδα ή υποκουλτούρα της οποίας δε μετέχουν. Με τρόπο παρόμοιο με τον οποίο σκάνε διάφοροι στη σελίδα και απαιτούν επανειλημμένως να κάνουμε κριτική των ριάλιτι, της θρησκείας γενικότερα ή του Ισλάμ ειδικότερα, μου φαίνεται ένας κομψός τρόπος αυτό-επιβεβαίωσης και απαλλαγής από κατηγορίες για σεξισμό έτσι ώστε το ζήτημα να μετατρέπεται τελικά σε μια κριτική όχι στον σεξισμό και την πατριαρχία, αλλά σε μία διαφορετική αισθητική ή μία υποκουλτούρα που νιώθουν ξένη προς τους ίδιους.

Η κριτική αυτή μπορεί να εμπεριέχει και ταξικό πρόσημο αν αναλογιστούμε για παράδειγμα τις ταξικές καταβολές και την απεύθυνση της τραπ, των realities ή των θρησκευτικών προλήψεων. Η απόρριψη και διακωμώδησή τους εμπεριέχουν συχνά μια επιτελεστικότητα μέσω της οποίας κάποιος έχει τη δυνατότητα να επιβεβαιώσει την ταξική, αισθητική και διανοητική του ανωτερότητα, την ίδια ώρα που μπορεί να καταναλώνει και να αναπαράγει άλλες πιο εύπεπτες μορφές μισογυνισμού και εξουσίας.

Μου φαίνεται για παράδειγμα από αφελές έως υποκριτικό να σοκαριζόμαστε τόσο με τους στίχους το Light στο κομμάτι που φέρνει τον τίτλο του γυναικοκτόνου Ο.J.

“Ξέρεις ότι θα σε σκότωνα,
Αν με πλήγωνες θα το ‘κανα,
Αν με κάποιον άλλο σ’ έπιανα,
Ξέρεις ότι θα το τελείωνα»

την ίδια ώρα που γενιές μεγάλωσαν σιγοτραγουδώντας χαρωπά γλυκερούς στίχους όπως:

«Γιατί με κάνεις να πονώ να υποφέρω τόσο,
Πρόσεξε γιατί μπορεί να σε σκοτώσω
Δεν αντέχω να σε βλέπω μ’ άλλους να γυρνάς
Γιατί με κάνεις να πονώ να υποφέρω τόσο
Πρόσεξε γιατί μπορεί να σε σκοτώσω
Πάψε πλέον να με τυραννάς»

Το πρόβλημα εδώ είναι ότι τα δύο κομμάτια εμπεριέχουν ακριβώς το ίδιο μοιραίο για τις γυναίκες πατριαρχικό μήνυμα, στην πρώτη περίπτωση όμως είναι η γλώσσα και η αισθητική της τραπ που προκαλεί την αγανάκτηση, ενώ στη δεύτερη περνάει σχεδόν απαρατήρητο. Όπως παρατηρεί και ο Halberstam, γνωστός ακαδημαϊκός της queer θεωρίας:

«πολλοί σχολιαστές της σύγχρονης αρρενωπότητας φτάνουν γρήγορα στη gangsta rap όταν θέλουν να παραθέσουν ένα ξεκάθαρο παράδειγμα σεξιστικών στίχων και συμπεριφορών. Και όμως, πολυάριθμα απαλά ροκ τραγούδια από τους John Mayer, Keith Urban και άλλων περνούν βαθιά σεξιστικά μηνύματα παιγμένα πάνω σε γλυκούς ρυθμούς.»

Συγκρίνοντας ένα τραγούδι του Keith Urban, ο οποίος δηλώνει πως θέλει μια γυναίκα να του μαγειρεύει και να χορεύει γυμνή στο μπαρ με αυτό του Jay Z, που λέει « If you’re having girl problems I feel bad for you son / I got 99 problems but a bitch ain’t one», o Halberstam παρατηρεί πως η χρήση της λέξης «bitch» παρά το θετικό νόημα της φράσης, προσδίδει μια σεξιστική χροιά με τρόπο που το τραγούδι του Keith Urban δεν το κάνει.

Θα ήταν ανόητο να υποστηρίξουμε, λοιπόν, πως η τραπ αποτελεί την υπέρτατη πηγή της τοξικής αρρενωπότητας και του προτύπου των γρήγορων αμαξιών, της εγκληματικότητας, της βίας, της ματσίλας, της παραβατικότητας ως μαγκιάς, της αντικειμενοποίησης της γυναίκας, του κυνηγιού του εύκολου (?) χρήματος, πράγματα δηλαδή που είναι σταθερά στην κουλτούρα μας εδώ και δεκαετίες -αρκεί να αναλογιστούμε διαχρονικά και mainstream πρότυπα αρρενωπότητας, όπως ο James Bond.

Αυτό δε σημαίνει φυσικά ότι η τραπ είναι υπεράνω κριτικής και δε βρίθει μισογυνισμού, τοξικής αρρενωπότητας και νεοφιλελεύθερων ιδανικών, αυτά όμως δεν είναι δική της επινόηση, προϋπήρχαν αυτής και είναι διάχυτα παντού. Αυτό που συμβαίνει με το συγκεκριμένο είδος είναι ότι ο μισογυνισμός του είναι πιο ωμός, πιο εξόφθαλμος και η γλώσσα του πιο χυδαία, με τρόπο που ενοχλεί όταν σε άλλα είδη πλασάρεται με τρόπο πιο υπόγειο, ρομαντικοποιημένο και ύπουλο, άρα και πιο αποδεκτό. Η τραπ συγκεκριμένα, ως μια μουσική που προέρχεται από περιθωριοποιημένες ομάδες, δεν κάνει καμία προσπάθεια να προσαρμόσει τη γλώσσα της και την αισθητική της στους κυρίαρχους μικροαστικούς κανόνες. Με αυτόν τον τρόπο μπορεί να αυτό-παρουσιάζεται ως αντισυμβατική, ενώ στην πραγματικότητα αναπαράγει κυρίαρχα πρότυπα. Κι εδώ είναι το tricky σημείο, γιατί έτσι διατηρεί την τεράστια αφομοιοτικής της ικανότητα μέσα από μια ψευδεπίγραφη αυθεντικότητα, αν όχι και επαναστατικότητα.

Όπως το θέτει ο Mark Fischer στο βιβλίο του «Καπιταλιστικός Ρεαλισμός»:

Η gangsta rap ούτε απλώς αντανακλά προϋπάρχουσες κοινωνικές συνθήκες, όπως πολλοί από τους οπαδούς της υποστηρίζουν, ούτε είναι απλώς η αιτία αυτών των συνθηκών, όπως υποστηρίζουν οι κριτικοί της – μάλλον, είναι το κύκλωμα, όπου το χιπ χοπ και το ύστερο καπιταλιστικό κοινωνικό πεδίο αλληλοτρέφονται, αποτελώντας ένα από τα μέσα με τα οποία ο καπιταλιστικός ρεαλισμός μεταμορφώνεται σε ένα είδος αντιμυθικού μύθου. Η συνάφεια μεταξύ του χιπ χοπ και των γκανγκστερικών φιλμ, όπως ο Σημαδεμένος, η τριλογία του Νονού, το Reservoir Dogs, το Καλά παιδιά και το Pulp Fiction, προκύπτει από την κοινή τους δήλωση ότι έχουν απογυμνώσει τον κόσμο από συναισθηματικές ψευδαισθήσεις και ότι τον βλέπουν «ως αυτό που πραγματικά είναι»: ένας χομπσιανός πόλεμος όλων εναντίον όλων, ένα σύστημα αέναης εκμετάλλευσης και γενικευμένης εγκληματικότητας. Στο χιπ χοπ, γράφει ο Reynolds, «το να ‘έχεις επαφή με την πραγματικότητα’ σημαίνει το να έρχεσαι αντιμέτωπος με μια φυσική κατάσταση όπου το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό, όπου είσαι είτε νικητής είτε χαμένος, και όπου οι περισσότεροι θα είναι χαμένοι».

Εν ολίγοις, η τραπ δίνει φωνή σε περιθωριοποιημένες ομάδες περιγράφοντας τον καθημερινό αγώνα τους και τη σύγκρουσή τους με την αστυνομία, τη φτώχεια, τον κοινωνικό αποκλεισμό και υπό αυτήν την έννοια έχει αντισυστημικά χαρακτηριστικά. Οι αξίες που προβάλλει όμως δε διατηρούν ένα εξεγερσιακό πρόσημο, γιατί εν τέλει αποδέχονται το σύστημα όπως είναι και προβάλλουν ως υπέρτατη αξία όχι την ανατροπή του, αλλά την επιβίωσή και την κυριαρχία εντός του. Περιγράφοντας κυνικά τον κόσμο ως μια ζούγκλα όπου επιβιώνει ο ισχυρότερος και επιδιώκοντας να γίνει ο ίδιος ο ισχυρότερος μέσω της επιβολής τόσο σε γυναίκες όσο και σε ανταγωνιστές άντρες, η τραπ τελικά αποδέχεται και διαιωνίζει ευρύτερα συστήματα εξουσίας, όπως ο καπιταλισμός και η πατριαρχία.

Είναι αλήθεια ότι η πατριαρική και καπιταλιστική ιδεολογία δεν ξεπηδάνε από το πουθενά, αχρονικά και α-ιστορικά, αντιθέτως κατασκευάζονται και ανακατασκευάζονται σε κάθε εποχή από συγκεκριμένους θεσμούς. Η ποπ κουλτούρα γενικά και η τραπ συγκεκριμένα είναι ένας από τους τρόπους που τα πατριαρχικά και καπιταλιστικά πρότυπα προβάλλονται κάθε φορά ως φρέσκα και cool, αντί για παλιά και απαρχαιωμένα. Προσποιούμενη πως περιγράφει τον κόσμο απλά «όπως είναι» (οι άντρες θέλουν απλά να γαμήσουν, η ζωή είναι σκληρή, η ματσίλα είναι τακτική επιβίωσης στο γκέτο κτλ) η τραπ τον (ανά)κατασκευάζει ως αναπόδραστο, χωρίς να προσφέρει ένα όραμα αλλαγής ή έστω ενσυναίσθησης.

Πού μας αφήνει η παραπάνω ανάλυση; Η τραπ προφανώς και αξίζει κριτική για τα πρότυπα που προωθεί, αλλά και αναγνώριση ότι δεν επινόησε κανένα από αυτά, ότι δεν υπήρξε καμία «καθαρή» εποχή όπου οι νέοι ήταν αγνοί και άσπιλοι μέχρι που τους διέφθειρε οποιοδήποτε μουσικό είδος. Κάθε γενιά άλλωστε είχε τουλάχιστον μια μουσική που δαιμονοποιούταν, αλλά είμαι σίγουρη ότι οι προπαππούδες,οι παππούδες, ακόμα και οι πατεράδες μας δεν ήταν λιγότερο σεξιστές, επειδή δεν άκουγαν τραπ, ραπ ή heavy metal. Επομένως, ίσως ήρθε η ώρα να σταματήσει αυτός ο ηθικός πανικός που επικεντρώνεται σε συγκεκριμένα είδη και εικόνες και να εστιάσουμε σε ευρύτερα συστήματα εξουσίας, αντί να προσποιούμαστε ότι θα τα ξεφορτωθούμε απλά προωθώντας καλύτερες καλλιτεχνικές επιλογές.

Ο Μύθος της Βίζιτας

Παρατηρώντας με τα χρόνια πώς το ίδιο το σύστημα προωθεί επιθετικά όλο αυτό το λόγο περί συνοδών, βιζιτών, «πουτάνων» με ακραίες δηλώσεις δημοσίων προσώπων -και την διαρκή αναπαραγωγή τους- με fake news και με το πλημμύρισμα των social media από εικόνες χλιδής γυναικών που υπονοείται οτι είναι σεξεργάτριες στις οποίες ο εξοργισμένος follower μπορεί να εκτονωθεί κάνοντας αντιδράσεις γέλιου και θυμού, φτάνω στο εξής συμπέρασμα: Ο μύθος της βίζιτας που ζει μια πολυτελή ζωή αφήνοντας απλά να της πιάσουν τον κώλο ένα σαββατοκύριακο σε κάποιο κότερο ενώ οι υπολοιποι ρίχνουν 10ωρα δουλειάς και απλήρωτων υπερωριών βγαίνοντας μετά βίας να πληρώσουν τους λογαριασμούς τους χρησιμεύει ώστε να διοχετεύεται το ταξικό μίσος οπουδήποτε αλλού εκτός από την πηγή της εξαθλίωσής μας -δλδ στα αφεντικά μας.

Τον λέω μύθο γιατί η ιδέα ότι μπορείς να βγάζεις χιλιάρικα έυκολα και γρήγορα δείχνοντας τον κώλο σου στο only fans ή περνώντας ένα ευχάριστο σαββατοκύριακο με κάποιον πελάτη είναι τόσο πιθανό να συμβεί όσο και το να γίνεις πλούσιος ως Dj. H ωμή πραγματικότητα είναι ότι ενώ 1 στο εκατομμύριο θα κάνει καριέρα. Οι περισσότερες και περισσότεροι θα κάνουν μεροκάματα το σαββατοκύριακο περνώντας την υπόλοιπη βδομάδα προσπαθώντας να δικτυωθούν σε αναζήτηση εργασιακής ευκαιρίας σε έναν άκρως ανταγωνιστικό χώρο ή κάνοντας μια δεύτερη και τρίτη δουλειά.

Παρόλ αυτά ο μύθος της βίζιτας που έχει για πλάκα 5 αμάξια και 3 διαμερίσματα από την δουλειά της γοητεύει ακριβώς επειδή προσφέρει ένα εύκολο στόχο να εκτονώσουν την οργή τους οι εργαζόμενοι και εργαζομενες που τρώνε σκατά όλο το μήνα για τον βασικό μισθό. Με ψυχαναλυτικούς όρους, μπορούν να φαντασιώνονται ότι σε ένα μυθικό νησί κάποιες γυναίκες ζούν χαρούμενες και ξένοιαστες στερώντας από τους ίδους αυτή την χαρά και την ξενοιασιά που παραμένουν άδικα κατανεμημένα. Φυσικά καμία σεξεργάτρια δεν στέρησε ποτέ το με κόπους αποκτημένο εισόδημα κανενός καθώς οι πελάτες επιλέγουν να τους δώσουν από το περίσσευμά τους -σε αντίθεση με το αφεντικό σου που στο στερεί κάθε μέρα κατακρατώντας το ως δικό του κέρδος και σου ζαλίζει το κεφάλι επειδή δεν χαμογελάς κι από πάνω.

Παρομοίως οι incels που βιώνουν την μοναξιά και την αποξένωση που ολόκληρη η κοινωνία παράγει δομικά για ΟΛΑ μας, φαντασιώνονται ότι οι γοητευτικές παρουσίες χαίρονται όλη την προσοχή και την κοινωνικοποίηση που τους λείπει στερώντας τα από τους ίδιους. Η ιδέα αυτή λειτουργεί ως αντιπερισπασμός από το γεγονός πως σε μια άκρως ατομικιστική κοινωνία όπου ο χρόνος σπανίζει και όπου τα πάντα κινούνται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς και ακόμα και οι φιλίες δυσκολεύονται να παραμείνουν σταθερές, ολοι ανταγωνίζονται τους πάντες για προσοχή, αγάπη, κοινωνικοποίηση. Αποφεύγοντας λοιπόν να δουν τη συστημικότητα του προβλήματος που αγγίζει τους πάντες, το θέμα τους συμπυκνώνεται στις ‘πουτάνες’ που τους στερούν τάχα αυτό που στην πραγματικότητα τους στερεί η καπιταλιστική κοινωνία.

Πέραν λοιπόν από την μισογυνική προσπάθεια ελέγχου της σεξουαλικότητας και της υποταγής των γυναικών είναι φανερό ότι ο μύθος της χλιδάτης βίζιτας εξυπηρετεί την ίδια την άρχουσα τάξη από το να δουμε τις πραγματικής πηγής της εκμετάλλευσης και της δυσφορίας που βιώνουμε. Τίποτα δεν την βολεύει περισσότερο από την καλλιέργεια αυτού του είδους της μνησικακίας και φθόνου προς φανταστικούς εχθρούς που τάχα απολαμβάνουν όσα εμείς στερούμαστε βίαια επειδή διάλεξαν ένα υποτιθέμενο «εύκολο» δρόμο ενώ εμείς βασανιζόμαστε τάχα εξαιτίας της ίδιας μας της ηθικότητας και όχι της δομικής εκμετάλλευσης μας.

Τα μπάχαλα δεν τα κάνουν πράκτορες του Κράτους

Πίσω από όσους υποστηρίζουν με πάθος ότι τις συγκρούσεις με τους μπάτσους στις πορείες τις προκαλούν πράκτορες του ίδιου του Κράτους ανιχνεύω τον ίδιο ψυχολογικό μηχανισμό που κάνει και γυναίκες να λένε «κι εγώ είμαι υπέρ της ισότητας αλλά δεν είμαι φεμινίστρια γιατί αγαπώ τους άντρες»: η ανάγκη να γίνεις αποδεκτή από τον καταπιεστή σου, δλδ το Κράτος. Γιατί έχεις τόσο εσωτερικεύσει την εξουσία του και τους κανόνες που σου έθεσε που συνεχίζεις να αναζητάς την αναγνώρισή και την επικύρωσή τους ακόμα και όταν παριστάνεις ότι εξεγείρεσαι εναντίον του.

Ετσι και οι διαδηλωτές που επιτίθενται λεκτικά σε κουκουλοφόρους αποκαλώντας τους ασφαλίτες και τάχα δειλούς επειδή κρύβουν το πρόσωπό τους κατά βάθος θέλουν να διακηρύξουν το πόσο πιο σωστοί είναι οι ίδιοι που διαμαρτύρονται μόνο με τους καθώς πρέπει τρόπους. Στην ουσία φωνάζουν: «σε παρακαλώ Κράτος, φέρσου μου καλύτερα, είμαι καλό παιδί, αξίζω την καλοσύνη σου, εγώ δε θα έκανα ποτέ κάτι τέτοιο. Εγώ συνεχίζω να σέβομαι τους νόμους του Κράτους ακόμα και όταν το θεωρώ ικανό να οργανώσει αυτή τη σκευωρία αποδίδοντας σε μένα τον διαδηλωτή αυτές τι αποτρόπαιες πράξεις».

Ίσως κάπου στο βάθος του υποσυνείδητού τους κρύβεται και η ντροπή που κουβαλά αυτή τους η πειθήνια στάση: έχουν ανάγκη να πιστέψουν ότι κανένας πραγματικά δεν θα ασκούσε βία ρισκάροντας την σωματική του ακεραιότητα και ελευθερία γιατί αυτό θα τον τοποθετούσε μπροστά στην συνειδητοποίηση ότι ο ίδιος δε θα έπαιρνε ποτέ αυτό το ρίσκο και άρα καλύτερα να το απαξιώσει για να μη νιώσει ελλιπής. Ξέρετε, όπως εκείνεις οι pick-me που σπεύδουν να βγάλουν τις φεμινίστριες αγάμητες για να μην έρθουν αντιμέτωπες με την δική τους υποταγή. Ή οι pick me που κρώζουν «κάτι ξέκωλα σαν εσένα φταίνε που δεν μας σέβονται οι άντρες» -αγνοώντας ότι το πρόβλημα είναι ότι το ένα φύλο έχει όλη την εξουσία να τιμωρεί συλλογικά το άλλο όπως το Κράτος έχει την εξουσία να βαράει δεξιά και αριστερά όποιον γουστάρει. Οι διαδηλωτές αυτοί λοιπόν θα υποστηρίξουν ταυτόχρονα ότι τα μπάχαλα τα κάνει το ίδοι το Κράτος ΚΑΙ ότι τα κάνουν ανεγκέφαλα 15χρονα που θέλουν να ξεσαλώσουν. Τα μπάχαλα δηλαδή ταυτόχρονα δεν υπάρχουν δλδ και όταν υπάρχουν δεν θα έπρεπε.

Κατανοητά και ανθρώπινα όλα αυτά. Σε έναν κόσμο που σου στερεί συνέχεια την αξιοπρέπεια πονάει να νιώθεις ότι η ειρηνική σου πορεία όσες εκατοντάδες κόσμο και να μαζέψει μπορεί πολύ έυκολα να αγνοηθεί με τρόπο που δεν μπορεί να αγνοηθεί η υλική ζημιά. Το αφήγημα ότι προβοκάτορες ξεκινάνε τα μπάχαλα τελικά βολεύει τους πάντες: τους ειρηνικούς διαδηλωτές γιατί δεν ξεβολεύονται από τα περιθώρια που τους έθεσε το Κράτος και το ίδιο το Κράτος που σπέρνει διχόνοια στους διαδηλωτές ενώ ταυτόχρονα περιορίζει το όραμα ότι θα μπορούσαν να γίνουν κι άλλοι μέρος των συγκρούσεων για να μην μας μπαίνουν ιδέες.

Το να μην προτάσσεις την βία ως μέσο αγώνα -ή το κυριότερο μέσο αγώνα- είναι ας πούμε δικαίωμά σου αν και η επιλογή σου οφείλει να πλαισιώνεται από ένα ολοκληρωμένο πολιτικό σκεπτικό και όχι απλό αναμάσημα της αστικής νομιμότητας. Το να γατζώνεσαι σε ψεκασμένες θεωρίες ότι όλα αυτά τα υποκινεί το ίδιο το Κράτος πατρονάροντας τα ίδια τα υποκείμενα που δηλώνουν ρητά σε πολιτικα κειμενά τους ότι στηρίζουν τέτοια μέσα μου βγάζει την μια κουτοπόνηρη επιτελεστικότητα από ανθρώπους που αναζητούν μπισκοτάκι επειδή κατέβηκαν να ξεμουδιάσουν σε μία πορεία. Το Κράτος μπορεί να διαλύει όποια συγκέντρωση θέλει όποτε θέλει χωρίς καμία αφορμή και το κάνει συνεχώς. Ο λόγος που το αφήγημα περι προβοκάτσιας δουλεύει είναι ακριβώς επειδή θέτει σε κίνηση μια ρητορική μη-βίας από οσους εξανίστανται από τις ταραχές. Ακόμα λοιπόν και στο παρανοικό σενάριο που το Κράτος κατασκεύαζε τα μπάχαλα, ο μόνος τρόπος για να αποτύγχανε να απονομιμοποιήσει τις συγκεντρώσεις με αυτόν τον τρόπο θα ήταν όλοι μας να λέγαμε ότι η βία έτσι κι αλλιώς είναι δικαιολογημένη και ότι το Κράτος δε θα έπρεπε να επιτίθεται ΟΥΤΕ στους βίαιους διαδηλωτές.

Cheat sheet για τις πιο στανταρ ατάκες

«ναι αλλα εχουμε δει φωτογραφίες ασφαλιτών με κουκούλες»

No shit Sherlock, οι ασφαλίτες εξ ορισμού κρύβονται μέσα στο πλήθος και μάντεψε ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος για να κρυφτείς-μια κουκούλα! Αυτό δε θα μπορούσε να σημαινει ότι είναι αυτοί που κάνουν τις συγκρούσεις με τους μπάτσους σε ένα παρανοικό σενάριο που ξέρουν ότι οι μολότωφ που θα πετάξουν δε θα βλάψει κανέναν συνάδελφό τους ή που καλούνται να καταστρέψουν την περιουσία των επιχειρηματιών την οποία αποστολή το Κράτος έχει να προστατεύει. Το να λες ότι τις συγκρούσεις τις κάνουν ασφαλίτες επειδή είδες μια φορά έναν λίτη με κουκούλα να αράζει με ματατζήδες είναι σαν να λες ότι δεν υπάρχουν φεμινίστριες επειδή μια φορά ο φίλος σου ο Τάκης εφτιάξε ένα ψεύτικο γυναικείο προφίλ και πόσταρε μαλακίες ως φεμινίστρια.

«ναι αλλά γιατί δεν περίμεναν να φύγει ο κόσμος»

Οι συγκρούσεις με τους μπάτσους αποτελούν ΜΕΡΟΣ της μαζικής διαμαρτυρίας όχι κάτι ξεχωριστό γι αυτό και έχουν μια συνέχεια. Ξεκινάνε συνήθως προς το τέλος τις πορείας όταν ο κόσμος έχει αρχίσει να φεύγει ώστε να υπάρχει μεταξύ άλλων και περιθώριο ελιγμών αλλά να μην είναι και τελείως εκτεθειμένοι στους μπάτσους. Χθες παντως ειχε ΉΔΗ δοθεί προτροπή διάλυσης από τα μεγάφωνα 15 λεπτά πριν ξεκινήσουν οι συγκρούσεις και η πλατεία είχε μισοαδειάσει. Άλλωστε αν το Κράτος οργάνωνε τις συγκρούσεις για να διαλύει τις συγκεντρώσεις θα έβγαζε νόημα να το κάνει από νωρίς πριν καταφέρουν να μαζέψουν επί ώρες χιλιάδες κόσμου.

«ναι αλλα υπήρχαν άτομα που κατέβηκαν για πρώτη φορά και φοβήθηκαν»

Κατανοητό αλλά είναι σαν να λέμε ότι κάθε συγκέντρωση πρέπει να αποτελεί την πιο ανώδυνη εμπειρία που δε θα ξεβολεύει ούτε καν τον ελάχιστον κοινό παρονομαστή. Όσους τρέξανε οι μπάτσοι πάντως ήταν άτομα που είχαν επιλέξει να μείνουν στην πλατεία τουλάχιστον 20 λεπτά αφοτου ξεκίνησαν τα σκηνικά.

«Αν οι μπάχαλοι δεν είναι πράκτορες του Κράτους γιατί τότε οι μπάτσοι τους αφήνουν ανενόχλητους και επιτίθενται στους ειρηνικούς διαδηλωτές»

Πρώτον γιατί είναι πιο εύκολο να προσεγγίσεις άοπλους διαδηλωτές από διαδηλωτές που μπορεί να σε κάψουν. Δεύτερον επειδή θέλουν να διασπάσουν τους διαδηλωτές τιμωρώντας αυτούς που δεν ασκησαν βία ώστε με τη σειρά τους να ασκήσουν πίεση σε αυτούς που το κάνουν όποτε παλιά Ναζί τιμωρούσαν ολόκληρα χωριά για πράξεις αντίστασης λίγων. Και τρίτον σε ποιο φανταστικό κόσμο οι μπάχαλοι φεύγουν ανενόχλητοι. Συνέχεια πέφτουν κι αυτοί στα χέρια των μπάτσων όταν τα πράγματα δεν πάνε σύμφωνα με το σχέδιο ή ξεμένουν από πολεμοφόδια.

Μα ξέρω κόσμο που ξέρει κόσμο που έχει δει με τα ίδια του τα μάτ»

Όχι.