Η λιγοτερο popular αποψη μου για το ghosting είναι οτι δεν αποτελει ελαττωμα χαρακτήρα αυτού που το κάνει αλλα απορρέει απο την ευρύτερη δομή των σχέσεων και συσχετίσεων σήμερα οι οποίες δημιουργούνται ad hoc μονο στο βαθμο που μας προσφέρουν καποια απόλαυση και λύονται τη στιγμή που παύουν να το κάνουν. Από τη στιγμή που δεν βρίσκουμε ότι κάποιος εξυπηρετεί πλέον τις ανάγκες μας δεν υπάρχει σχέση και αφού δεν υπάρχει σχέση δεν υπάρχει οποιοδήποτε άλλο υπόβαθρο που μας υποχρεώνει να απαντήσουμε, να εξηγήσυμε κτλ. Οποιοδήποτε αλλο υπόβαθρο βιώνεται ως «καταπιεστικό» καθώς μας υποχρεώνει να κάνουμε μια άβολη συζήτηση η οποία δεν έχει τίποτα να μας προσφέρει -και οι σχέσεις σήμερα are all about το τι μας προσφέρουν, σαν ένα προιόν που εξυπηρετεί τις ανάγκες του καταναλωτή.
Το ghosting είναι επίσης απόρροια της αντίληψης ότι ο καθενας είναι υπεύθυνος για τα δικά του συναισθήματα. Η Eva Illouz παρατηρεί ότι ενώ στις αρχες του 19 αιώνα, δλδ στις απαρχές της δημιουργίας του ρομαντικού έρωτα και του courting, όταν κάποιος σου έδινε λάθος μηνύματα και καλλιεργούσε ελπίδες (όπως στο Sense and Sensibility) θεωρούταν υπόλογος και η κοινότητα κατηγορύσε αυτον για παραβίαση των άγραφων κανόνων, σήμερα είσαι ΕΣΥ υπεύθυνος να διατηρείς τα όρια σου και ολοι κατηγορούν εσένα που επένδυσες παραπάνω από οσο έπρεπε σε μία σχέση αντί να είσαι επιφυλακτικός. Η υπερβολική επένδυση θεωρείται αδυναμία του δικού σου χαρακτηρα, σίγουρα σύμπτωμα κάποις κρυφής ψυχοπαθολογίας. Ο νεοφιλελεύθερος επιχειρησιακός εαυτός φέρει εδώ όπως και σε κάθε τι άλλο την ευθύνη για ό,τι του συμβεί σε ένα κόσμο που οι δεσμεύσεις μας προς τους άλλους είναι αποδυναμωμενες