
Την μέρα που έκλεισα τα 18 τα έφτιαξα με κάποιον 20 χρόνια μεγαλύτερο. Ήταν οικογενειακός φίλος και τον γούσταρα από μικρή -ίσως 15 ή 16. Ονειρευόμουν κάποιον σαν αυτόν -γοητευτικό, γιατρό, με σπορ αμάξι- και αστειευόμασταν ότι θα με παντρευτεί. Φλερτάραμε έντονα (με δική μου πρωτοβουλία) αρκετές βδομάδες πριν αλλά ήθελε να είναι τυπικός οπότε περίμενε τα γενέθλια μου για να με φιλήσει. Η σχέση μας κράτησε 2-3 μήνες και έληξε άδοξα όταν τον παράτησα για έναν 23χρονο. Μου φέρθηκε μια χαρά και δεν με πίεσε ποτέ να κάνουμε σεξ -δεν το πήγαμε ποτέ τόσο μακριά. Δεν νιώθω ούτε ότι με εκμεταλλεύτηκε ούτε ότι με κακοποίησε με οποιδήποτε τρόπο. Δεν θυμάμαι αυτή τη σχέση ούτε ως τραυματική, ούτε ως παραβιαστική. Βασικά μετά βίας την θυμάμαι καθώς, όπως οι περισσότερες εφηβικές και μετεφηβικές σχέσεις, ήταν μάλλον ανάξια λόγου. Παρολαυτα, χρόνια μετά, κάθε φορά που την σκέφτομαι μου μένει μια βασανιστική απορία ή οποία δεν φαινόταν να με απασχολεί καθόλου τότε: τι στο διάλο έκανε κοτζάμ χειρούγος, 40 χρονών, με ένα κορίτσι που έδινε πανελλήνιες και ούτε «ώριμη για την ηλικία της» ήταν ούτε είχε οτιδήποτε ενδιαφέρον να πει αν δεν ήταν εντός εξεταστέας ύλης?!
Η ερώτηση αυτή επανέρχεται στο μυαλό μου κάθε φορά που πέφτω πάνω στο πολύ ενδιαφέρον debate σχετικά με τα όρια συναίνεσης και τις ηλικιακές διαφορές. Η συζήτηση αυτή διχάζει και τις ίδιες τις φεμινίστριες. Από τη μία είναι αυτές που επιμένουν στην αυτοδιάθεση του σώματος και το agency των νεαρών γυναικών εντός ενός μάλλον νεοφιλελεύθερου παραδείγματος όπου η «ελευθερία επιλογής» και η «συναίνεση» είναι το βασικό εργαλείο προσέγγισης. Από την άλλη είναι εκείνες που βλέπουν στις μεγάλες ηλικιακές διαφορές μια συστημική ασυμμετρία λόγω της διαφοράς στη συσσώρευση εμπειριών, εξουσίας, κοινωνικού και οικονομικού στάτους. Με μια μάλλον ακραία εκδοχή της δεύτερης οπτικής, πολλά καταλήγουν να χαρακτηρίζουν άντρες που βγαίνουν με κατά πολύ νεότερες γυναίκες ως παιδεραστές -μια τάση ιδιαίτερα δημοφιλής στην Αμερική που περιλαμβάνει επιθέσεις και σε σταρ όπως ο Leonardo Di Caprio . Δεν είναι όμως μια συζήτηση στην οποία υπάρχει εύκολη απάντηση.
Για να εξετάσουμε βαθύτερο το θέμα θα πρέπει να λάβουμε υπόψη τόσο αφενός την ποικιλία των βιωμάτων όσο και αφετέρου την κατεύθυνση προς την οποία δείχνουν τα κοινωνικά επιβαλλόμενα πρότυπα . Από τη μία πλευρά δηλαδή ξέρω πολλές νεαρές κοπέλες που φλέρταραν ασύστολα με άντρες δεκαετίες μεγαλύτερους επιδιώκοντας ενεργά σχέση μαζί τους χωρίς να είναι παθητικά θύματά τους. Από την άλλη υπάρχουν πολλές γυναίκες που εκ των υστέρων βιώνουν τέτοιες σχέσεις ως τραυματικές, συνειδητοποιώντας ότι υπέκυψαν σε πιέσεις που δεν είχαν τα ψυχολογικά ή και υλικά εφόδια να αντιμετωπίσουν. Το φύλο εδώ έχει κάποια σημασία πέρα από την ηλικία καθώς είναι στα κορίτσια που αφαιρείται από νωρίς το σεξουαλικό agency το οποίο αντιθέτως καλλιεργείται στα αγόρια. Αυτό καθιστά τα κορίτσια ιδιαιτέρως ευάλωτα παρόλο που φυσικά δεν αποκλείεται η αντιστροφή των ρόλων.
Πέρα από το προσωπικό βίωμα όμως, δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί την πατριαρχική εμμονή της κουλτούρας μας με την γυναικεία απειρία, παρθενία, συστολή και γενικότερη ευαλωτότητα και ταυτόχρονα με την αντρική εξουσία και ανωτερότητα. Αυτός ο συνδυασμός οδηγεί σε μια επίμονη διαφορά ηλικίας με τον άντρα να είναι σχεδόν σταθερά μεγαλύτερος –το οποίο σχεδόν πάντα σημαίνει ότι είναι και πιο «έμπειρος» αλλά και οικονομικά επιτυχημένος, χαρακτηριστικά που πρέπει να διαθέτει ενας άντρας στην πατριαρχία. Οδηγεί όμως και σε μια φετιχοποίηση του νεαρού της ηλικίας των γυναικών. Πολλοί άντρες δηλαδή δεν επιλέγουν νεαρά κορίτσια παρόλο που είναι νεαρά αλλά ακριβώς επειδή είναι νεαρά.
Η απάντηση στην αρχική ερώτησή μου λοιπόν, τι στο καλό μου βρήκε ο 40χρονος δεν είναι εύκολη. Σίγουρα όμως δύσκολα μπορεί να αρνηθεί κανείς ότι η ηλικιακή διαφορά ήταν κομμάτι της έλξης του για μένα. Αλλά και αντίστοιχα ότι υπήρξε κομμάτι της έλξης μου γι αυτόν. Έτσι και οι δύο μας, άθελά μας ή μη, αναπαρήγαμε τον τύπο αυτό σχέσης που υπαγορεύει η πατριαρχία. O Μπουρντιέ στο βιβλίο του Η Ανδρική Κυριαρχία, σχολιάζοντας το γεγονός ότι οι περισσότερες γυναίκες δηλώνουν ότι προτιμούν άντρες που είναι ψηλότεροι και μεγαλύτεροι ηλικιακά από τις ίδιες, βλέπει σε αυτές τους τις προτιμήσεις την διατήρηση της έμφυλης ιεραρχίας που θέλει τον άντρα κυριολεκτικά και μεταφορικά «ανώτερο». Γράφει συγκεκριμένα:
«Επειδή αυτές οι κοινές αρχές απαιτούν σιωπηρά και αδιαμφισβήτητα ότι —τουλάχιστον φαινομενικά και από εξωτερική σκοπιά— ο άνδρας πρέπει να κατέχει την κυρίαρχη θέση μέσα στο ζευγάρι, οι γυναίκες, τόσο για χάρη της αξιοπρέπειας που του αναγνωρίζουν εκ των προτέρων όσο και για τον εαυτό τους, μπορούν να επιθυμούν και να αγαπούν μόνο έναν άνδρα του οποίου η αξιοπρέπεια επιβεβαιώνεται και πιστοποιείται καθαρά από το γεγονός ότι βρίσκεται εμφανώς “πάνω” από αυτές». Φροντίζει μάλιστα να διασαφηνίσει πως η εσωτερίκευση αυτών των προτιμήσεων είναι μια μορφή συμβολικής κυριαρχίας που βρίσκεται πέρα από το δίπολο «επιβολή» και «ελεύθερη επιλογή» ή «εθελοντική υποταγή». Παρατηρεί επίσης ότι η τάση αυτή εξασθενεί όσο και η οικονομική εξάρτηση των γυναικών από τους άντρες αποδυναμώνεται ενώ επιμένει στις κατώτερες τάξεις γυναικών.
Αν λοιπόν η προτίμηση των γυναικών για μεγαλύτερους άντρες είναι απλά έκφανση της έμφυλης ιεραρχίας, πώς μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τους άντρες που προτιμούν μικρότερες γυναίκες -και οι οποίοι επωφελούνται εξ ορισμού από την διατήρηση της ιεραρχιών αυτής? Έχει νόημα να τους κρατάμε υπόλογους για τις προτιμήσεις τους αυτές χαρακτηρίζοντας τους παιδεραστές και ‘predators”? Ή μήπως απλά έτσι μετατρέπουμε ένα συστημικό πρόβλημα σε ατομικό? Ανάγοντάς το δηλαδή στην προσωπική ηθική του καθενός όπως ξέρει ο νεοφιλελευθερισμός πολύ καλά να κάνει? Όταν ένας 50χρονος πλησιάζει ερωτικά μια 14χρονη η απάντηση είναι μάλλον εύκολη, τι γίνεται όμως όταν ένας 22χρονος βγαίνει με μια 16χρονη, όταν ένας 55χρονος βγαίνει μια μια 25 χρονη, ή όταν ένας 45χρονος βγαίνει αποκλειστικά και κατά συρροή μόνο με 18χρονες? Υπάρχουν σε αυτές τις περιπτώσεις διαφοροποίηση ή πρέπει όλοι να περιοριζόμαστε αποκλειστικά στις δικές μας ηλικιακές ομάδες? Ποιος θα ορίσει την αποδεκτή διαφορά ηλικίας? Και που σταματάει η κριτική των προτιμήσεων? Επεκτείνεται και σε αυτές ή αυτούς που επανειλημμένως βγαίνουν με άτομα μόνο της εθνικότητάς ή της φυλής τους πχ? Πώς προσεγγίζουμε ένα 20χρονο άσημο μοντέλο που τα έφτιαξε με έναν 60χρονο ζάμπλουτο και διάσημο ηθοποιό? Ως θύμα εκμετάλλευσης ή ως agent που επιδιώκει τα συμφέροντά του ή/ και την ικανοποίηση των εφηβικών ίσως φαντασιώσεών της? Μήπως την ίδια ως «κυνηγό» ενός ισχυρού άντρα του οποίου η αποδοχή θα επιβεβαιώσει και την δική της αξία στην πατριαρχική τάξη πραγμάτων? Μπορούμε να δεχτούμε μια μοναδική προσέγγιση για κάθε κατηγορία που αναφέρθηκε ή πρέπει να εξετάζεται κάθε σχέση κατά περίπτωση? Τέλος, κάνει τίποτα αυτή η επίθεση σε άντρες για τις προτιμήσεις τους για να αλλάξει τις υλικές συνθήκες, δηλαδή την ίδια την οικονομική εξάρτηση των γυναικών από τους άντρες, ή περιορίζεται απλά στην καταδίκη των συμπτωμάτων της γιατί αυτή είναι ευκολότερη από την ανατροπή του ίδιου του συστήματος? Μπορεί να λυθούν τα ζητήματα αυτά εντός του καπιταλισμού, που βασίζεται στην αναπαραγωγική εργασία των γυναικών ενώ ταυτόχρονα καθιστά την εργασία αυτή άμισθη και άρα καθιστώντας τις εξαρτημένες οικονομικά από τους άντρες εντός μιας εγχρήματης οικονομίας? Και σε ποιο βαθμό αλλάζει αυτό με την εισαγωγή των γυναικών στην έμμισθη εργασία και για ποιες τάξεις?
Υπάρχει όμως και ένα ακόμα ζήτημα πέρα από το πώς μιλάμε για τους εν λόγω άντρες ή και τις γυναίκες. Η κατηγορία για «παιδεραστία» έχει πάρει διαστάσεις απόλυτου ηθικού πανικού. Η φιγούρα του «παιδεραστη» συμπυκνώνει το απόλυτο κακό, ενάντια στο οποίο όλο ανεξαιρέτως, πέρα από πολιτικές ταυτότητες καλούνται να αντιταχθούν ενωμένοι. Γιατί ποιος δεν θέλει το καλό των παιδιών, μιας τόσο αθώας αλλά και ουδέτερης κατηγορίας, και ποιος είναι διατεθειμένος να υπερασπιστεί ΑΝΩΜΑΛΟΥΣ που γουστάρουν παιδάκια, πέρα δηλαδή από τις υγιές ορμές του αναπαραγωγικού σεξ στις οποίες η πατριαρχία συνήθιζε να αποδίδει μέχρι πράξεις βιασμού. Ο παιδεραστής είναι ένα τέρας γιατί ούτε καν η φύση δεν μπορεί να εξηγήσει τις ορέξεις τους. Εδώ βέβαια υπεισέρχεται μια συγχυση γιατί, καθώς τα ηλικιακά όρια αλλάζουν από πολιτεία και πολιτεία και από χώρα σε χώρα, ο ίδιος ο όρισμος του ανήλικου και γενικά αυτού που χρήζει προστασίας μπορεί να διαστέλλεται ηθικά. Ο εγκέφαλός μας ακούγεται συχνά δεν αναπτύσσεται πλήρως μέχρι τα 25 οπότε ύποπτος θεωρείται και όποιος συνάψει σχέσεις κάτω από αυτή την ηλικία.
Σε αυτό το κλίμα γενικευμένου πανικού, η φιγούρα του παιδεραστή μπορεί να χρησιμοποιηθεί για κάθε λογής περιορισμό των ελευθεριών όπως η φιγούρα του «τρομοκράτη» κατά τη διάρκεια του πολέμου κατά της τρομοκρατίας. Όποιος εκφράσει οποιαδήποτε αντίρρηση μπορεί και ο ίδιος να χαρακτηριστεί ως παιδεραστής ή τελοσπάντων αμφίβολης ηθικής όπως στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας χαρακτηριζόταν «προδότης». Ποιος θα τολμήσει να το κάνει αυτό? Σκεφτείτε για παράδειγμα πώς το Κράτος επιχειρεί να προβεί μελλοντικά στην ταυτοποίηση των λογαριασμών των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στο όνομα της προστασίας των ανηλίκων. Οποιος δε θέλει να προστατέψει τα παιδιά από τους ανώνυμους παιδεραστές του διαδικτύου κινδυνεύει να χαρακτηριστεί και ο ίδιος ύποπτος -λες και τα παιδιά δεν κινδύνευαν ανέκαθεν από την σεξουαλική εκμετάλλευση κυρίως των συγγενών, των δασκάλων και των κοντινών τους ανθρώπων. Θέλει όμως το Κράτος όντως το καλό των παιδιών όταν ξανά και ξανά αποδεικνύει ότι οι ζωές τους, οι ζωές όλων μας, δεν μετράνε τίποτα μπροστά στο κέρδος του Κεφαλαίου? Κάνουν όλα αυτά τα μέτρα κάτι για να προστατέψουν τα παιδιά ή απλά αυξάνουν την καταστολή και την επιτήρηση για όλους μας? Εμπιστευόμαστε το Κράτος να ορίσει ποιος είναι ο παιδεραστής και να αποδώσει μετά δικαιοσύνη κάτι που υποτίθεται είχε ανέκαθεν αναλάβει στην περίπτωση της σεξουαλικής βίας με πενιχρά αποτελέσματα?
Το άλλη ανησυχητικό εδώ είναι οτί το πρίσμα της παιδεραστίας ακριβώς επειδή είναι απολίτικο έχει καταλήξει να εκτοπίσει κάθε άλλο είδος πολιτικής και ταξικής ανάλυσης αναγορευόμενο σε ένα είδος οντολογικού κακού που παραμερίζει κάθε άλλη προσέγγιση, όπως στην περίπτωση των Epstein files που και τα δύο αμερικανικά κόμματα ανέδειξαν ως μείζον θέμα. Μην ξεχνάμε ότι ήταν το ίδιο το Κράτος που συνέλλεξε και κυκλοφόρησε τα αρχεία τα οποία δεν αποδεικνύουν τίποτα πέρα από το γεγονός ότι οι πλούσιοι και ισχυροι κάνουν bonding μεταξύ τους μέσω των γυναικών που καταναλώνουν -και αυτές συχνά είναι ανήλικες. Ταυτόχρονα και η ίδια η φεμινιστική ανάλυση φαίνεται να φτωχαίνει. Για παράδειγμα βλέπω συχνά τα πατριαρχικά κριτήρια ομορφιάς να καταδικάζονται πια ως «παιδοφιλικά», το οποίο βέβαια δεν εξηγεί γιατι εκτός από άτριχα σώματα και ροδαλά μάγουλα οι γυναίκες αναμένεται να έχουν τεράστιους κώλους και γιγάντια βυζιά. Κάπου αλλού είδα το καθεστώς της αρχαίας Σπάρτης να χαρακτηρίζεται ως «φασιστικό και παιδοφιλικό». Σε αυτό το παιχνίδι βέβαια μπορούν να μπουν και οι Δεξιοί οι οποίοι χρόνια τώρα καταδικάζουν το Ισλαμ ως την θρησκεία των παιδεραστών ισχυριζόμενοι ότι ο ίδιος ο Μωάμεθ πήρε μια σύζυγό όταν ήταν ακόμα παιδί, αγνοώντας εσκεμμένα ότι αυτός ήταν παγκοσμίως ο κανόνας μέχρι πρόσφατα και όπου και να κοιτάξεις στην ιστορία μπορείς να βρεις τέτοια παραδείγματα βασιλιάδων και ηγετών. Ηλικιακά όρια για το γάμο δεν υπήρχαν αν και συνήθως τίθεντο όρια από την αναπαραγωγική δυνατότητα των γυναικών.
Εν ολίγοις η συζήτηση περί παιδεραστίας και ηλικιακής διαφοράς δεν έχει εύκολες απαντήσεις και η αγανάκτηση με την οποία εκφράζονται οι απόψεις σίγουρα δεν διευκολύνει την κουβέντα καθώς συχνά η κάθε πλευρά θέλει να υπερασπιστεί τις επιλογές της και τα βιώματά της. Σίγουρα πάντως μπορεί να γίνει με καλύτερους όρους τόσο από το γενικευμένο κλίμα υστερίας όσο και από το gaslighting της βιολογικοποίησης της έμφυλης ιεραρχίας όπου οι προτιμήσεις μας φυσικοποιούνται και παραμένουν εκτός κρτικής.