Η Άνοδος του Softboy

Το softboy είναι ένα νέο είδος αρρενωπότητας που ευδοκιμεί ιδιαίτερα σε προοδευτικούς χώρους. Εκεί όπου η τοξική αρρενωπότητα δέχεται ανελέητη κριτική και δεν έχει πια πέραση, ξεφύτρωσε ένα νέο μοντέλο, αυτό της μαλθακής αρρενωπότητας. Μην μπερδεύεστε όμως, το softboy δεν ταυτίζεται με τον άντρα σύμμαχο ή φεμινιστή. Είναι απλά ένας άντρας που χρησιμοποιεί την ρητορική του φεμινισμού ή καταχράται τους χώρους του πολιτικού αγώνα και της κοινωνικής δικαιοσύνης για να βγάλει γκόμενα.

Το softboy θα σε προσεγγίσει κυρίως στα social media γιατί δεν είναι κανένας κυνηγός. Αλλά θα σε προσεγγίσει με σεβασμό, δεν είναι κανένα λιγούρι. Κι αυτό είναι μια τόσο ευχάριστη αλλαγή στον σκληρό κόσμο του γεια-σου-κοκλα  και των  dick pics που από μόνο του θα σε κάνε να νιώσεις ασφάλεια -αν όχι ευγνωμοσύνη.

 Θα σου πιάσει τη κουβέντα για ζητήματα σοβαρά και βαθιά με τρόπο που θα ήταν παρανοϊκό να πιστέψεις ότι στην πέφτει. Τι σόι άνθρωπος είσαι αν δεν πιστεύεις ότι ένας άντρας και μια (εντελώς συμπτωματικά όμορφη με τα πατριαρχικά κριτήρια) γυναίκα μπορούν να γίνουν απλά φίλοι; Μήπως είσαι καμία σεξίστρια; Μήπως ΕΣΥ σκέφτεσαι το σεξ;!

Το softboy θα φροντίσει να σου πει ότι δεν ενδιαφέρεται να πηδήξει, τον ενδιαφέρει πάνω απ’όλα η ανθρώπινη επαφή. Είναι πολύ ρομαντικός άλλωστε -ή περνάει μια ασέξουαλ φάση. Έτσι όταν θα σου πετάξει ένα σεξουαλικό υπονοούμενο ή θα σου πει μεταξύ σοβαρού και αστείου ότι τον καύλωσες εσύ δεν μπορείς παρά να γελάσεις γιατί δεν το εννοεί -ή τουλάχιστον δεν το νιώθεις απειλητικό.

Το softboy δηλώνει εννοείται φεμινιστής! Ξέρει καλά την φεμινιστική ορολογία, θα σου στείλει φεμινιστικά memes και θα κάνει υποτιμητικά για τον εαυτό του αστεία για το πόσο beta male ή simp είναι. Τα σεξιστικά πράγματα που λέει ή  κάνει προλαβαίνει να τα επισημάνει μόνος του και έτσι δεν μπορείς να τον κρατήσεις υπόλογο γι αυτά. Μισεί τους μισογύνηδες και ραγίζει η καρδιά του από το πόσο άσχημα μας συμπεριφέρονται οι άντρες. Έχει άλλωστε και ο ίδιος υποφέρει από την ματσίλα των ομόφυλών του -κατά μία έννοια είναι και ο ίδιος θύμα της πατριαρχίας. Κι αυτό σας βάζει από την ίδια πλευρά, σαν να εξαφανίζονται τα αντρικά του προνόμια.

Το softboy θα παίξει πολύ με την ευαλωτότητα του. Θα φροντίσει να μοιραστεί πολύ νωρίς όλες του τις αδυναμίες και τις ανασφάλειες. Έχει κατάθλιψη ή κοινωνικό άγχος, έλλειψη αυτοπεποίθησης, παιδικά τραύματα και κακή σχέση με τον πατέρα του, είναι εσωστρεφής, περνάει δύσκολα, κλαίει συχνά, νιώθει αφόρητη μοναξιά, η πρώην του τον πλήγωσε ανεπανόρθωτα. Η κλάψα για την σκληρόκαρδη πρώην είναι ένα διαχρονικό red flag, συνεχίζει όμως να πιάνει γιατί σου δίνει το μήνυμα ότι δεν απεχθάνεται τη δέσμευση και ταυτόχρονα σε βάζει στη θέση να τον εμψυχώσεις, να του πεις ότι αξίζει κάτι καλύτερο και εν τέλει να του αποδείξεις ότι δεν είναι όλες οι γυναίκες ίδιες και εσύ δε θα του φερόσουν ποτέ έτσι.

Τίποτα από αυτά δεν είναι κακό από μόνο του φυσικά και οι άντρες θα πρέπει να νιώθουν ελεύθερα να μιλάνε για τα συναισθήματά και τα τραύματά τους. Το επιθετικό oversharing του όμως θα σε βάλει πάρα πολύ νωρίς σε θέση της ψυχολόγου, αν όχι της μάνας του, ώστε να επιτελείς άφθονη συναισθηματική εργασία για χάρη του. Γρήγορα θα πιάσεις τον εαυτό σου να τον κανακεύει, να τον παρηγορεί, να τον ρωτάει αν έφαγε ή αν κοιμήθηκε αρκετά κι αυτός θα σου λέει πόσο τον εμπνέεις και πόσο θετική επίδραση έχεις στην ψυχολογία του. Η σχέση αυτή θα είναι θλιβερά μονόδρομη, αν μη τι άλλο γιατί η έμφυλη κοινωνικοποίησή μας οδηγεί στο να αναλαμβάνουμε οικειοθελώς αυτόν τον φροντιστικό ρόλο ακόμα και όταν δεν υπάρχει αμοιβαιότητα. Και όσο λέμε και ξαναλέμε ότι η πατριαρχία καταπιέζει συναισθηματικά και τους άντρες, η επίδειξη της ευαλωτότητάς τους καταλήγει αφοπλιστική αφού φαντάζει σχεδόν σεξιστικό να μην τους επιβραβεύσουμε γι αυτή.

Είναι λοιπόν αυτή η ευαλωτότητά του που αποτελεί την μεγαλύτερη παγίδα γιατί σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν είναι σεξουαλικά επιθετικός θα ρίξει όλες σου τις άμυνες. Σε έχει άλλωστε ήδη απορροφήσει με την συναισθηματική εμπλοκή και αδυνατείς να τον δεις σαν αρπακτικό -είναι περισσότερο σαν ένα χαριτωμένο κουτάβι που θες να φροντίσεις. Μην έχεις όμως καμία αμφιβολία: το softboy θέλει να σε πηδήξει. Και πού είναι το κακό θα ρωτήσεις; Δεν είναι κακό καθαυτό το ότι θέλει να κάνει σεξ μαζί σου. Είναι όμως όλη αυτή η χειριστικότητα, ο τρόπος που παίζει με τους νέους φεμινιστικούς λόγους και ξέρει να ελίσσεται με τρόπο που εσύ να πιστέψεις ότι είναι το τελευταίο πράγμα που θέλει. Και ίσως πράγματι να μη θέλει μόνο το σεξ, να είναι εκεί για όλο το πακετάκι επιβεβαίωσης, τόνωσης του εγώ του και συναισθηματικής φροντίδας που όμως η φιλία σου σκέτη δε θα του ικανοποιήσει, γιατί στην πατριαρχία η γυναικεία φιλία θεωρείται για τους άντρες περιττή αν όχι οριακά απαξιωτική.

Είναι και όλο αυτό το humble bragging, το πώς προσπαθεί να περάσει έμμεσα το μήνυμα πως «δεν είναι σαν τους άλλους», ακριβώς πλασάροντας ως ατού την μαλθακότητα και την «αδυναμία» του. Είναι το πώς καταφέρνει να εισχωρήσει στη ζωή σου και το μυαλό σου και να κερδίσει την εμπιστοσύνη σου ακριβώς επειδή προσποιείται ότι δεν είναι το σεξ που επιζητά αλλά να σε γνωρίσει σε ένα άλλο, βαθύτερο επίπεδο. Μην γελιέσαι όμως, είναι το σεξ που επιζητά από σένα και από όποια γυναίκα και δη φεμινίστρια είναι πρόθυμη να του χαϊδέψει την πλατούλα και να του δώσει ένα μπισκοτάκι επειδή δεν της έστειλε dick pic και δεν κοιτούσε τα βυζιά της όσο μιλούσε.

Το softboy διαφέρει από το παραδοσιακό Καλό Παιδί στο ότι το τελευταίο είναι τίμιο λαϊκό παλικάρι -δεν ξέρει από φεμινισμούς και τέτχοια ούτε υποτιμά εσκεμμένα την αρρενωπότητα του για να κερδίσει πόντους στα μάτια σου. Αντιθετως, το softboy θα προσπαθήσει να σε κάνει να πιστέψεις ότι είναι καλύτερος άνθρωπος απλά επειδή δεν δείχνει μάτσο και απορρίπτει τις «κλασικές» αντρικές ασχολίες -πχ δεν γυμνάζεται, δεν βλέπει μπάλα ούτε το ενδιαφέρουν οι μηχανές και είναι vegan.

Το softboy είναι απλά ένας άντρας που χρησιμοποιεί τον φεμινισμό με τρόπο που οι pick-up artists χρησιμοποιούν μισογυνικά εγχειρίδια για να προσεγγίσουν γυναίκες. Όπως το θέτει και το urban dicionary «είναι ένα fuckboy χωρίς την επιθετική/αλαζονική στάση». Συγκεκριμένα το softboy είναι ένας επίδοξος player που προσαρμόστηκε στο νέο μετα-φεμινιστικό περιβάλλον.  Είναι δηλαδή σαν την πιο ανθεκτική μετάλλαξη ενός πατριαρχικού ιού.

Γι αυτό μην κατηγορήσετε τον εαυτό σας αν την πατήσετε. Ίσως απλά η τοξική αρρενωπότητα να μας τρομάζει τόσο, ο εξώφθαλμος μισογυνισμός να μας έχει κουράσει σε τέτοιο βαθμό που πλέον η ίδια η μαλθακότητα να δημιουργεί θετικές προσδοκίες και να μας εμποδίζει να δούμε πέρα από αυτή. Μόνο που η επιφανειακή, φαινομενική μαλθακότητα του softboy δεν είναι παρά μια περφόρμανς και δεν μεταφράζεται σε μια βαθύτερη ευαισθησία ούτε ενσυναίσθηση για τα ΔΙΚΑ ΣΟΥ συναισθήματα. Είναι απλά ένα δόλωμα για να ενδιαφερθείς εσύ για τα δικά του και να τον επιβραβεύσεις με σεξ.

«Ο Πελάτης έχει πάντα δίκιο» και το emotional labor στο σέρβις

To «ο πελάτης έχει πάντα δίκιο» έχει αναθρέψει γενιές entitled καταναλωτών αλλά και υποτελών εργαζομένον που εσωτερικεύοντας τη λαική αυτή σοφία αντλούν την αξία τους από την ικανότητά τους να είναι πειθήνιοι, προσηνείς και εν τέλει δουλοπρεπείς μπροστά σε όλες τις εξωφρενικές απαιτήσεις των πελατών και των μανατζαραίων τους. Το «ο πελάτης έχει πάντα δίκιο» δεν είναι παρά η επιβολή των αξιών της Αγοράς που μετατρέπει τις σχέσεις των ανθρώπων σε συναλλαγές και επιβάλλει το δίκαιο του κεφαλαίου.

Καλό είναι όμως ως φεμινίστριες να θυμόμαστε επιπλέον πως η αξίωση οι εργαζόμενοι στον τομέα τον υπηρεσιών να επιτελούν ένα ρόλο με τρόπο που θα μας κάνει να νιώθουμε καλά με τον εαυτό μας (πχ να χαμογελάνε πλατιά, να ακούνε τις προσωπικές μας ιστορίες με ενδιαφέρον, να μας μιλάνε στον πληθυντικό, να τηρούν όλους τους κανόνες της αστικής ευγένειας, να παραμένουν όρθιοι ως σημάδι ετοιμοτητας) ήταν και ο αρχικός ορισμός του όρου της συναισθηματικής εργασίας που χρησιμοποιήθηκε και από τις φεμινίστριες. Συγκεκριμένα η Hochschild όρισε την συναισθηματική εργασία ως «τη διαχείριση του συναισθήματος ώστε να δημιουργηθεί μία δημόσια παρουσίαση του προσώπου και του σώματος», εφιστώντας την προσοχή στον τρόπο που οι άνθρωποι διαχειρίζονται τα ίδια τους τα συναισθήματα με σκοπό να δημιουργήσουν μια συγκεκριμένη συναισθηματική κατάσταση σε έναν άλλο πρόσωπο.

Χρησιμοποιώντας το παράδειγμα τη αεροσυνοδού (κι ας θυμηθούμε εδώ το motto μεγάλης αεροπορικής εταιρίας «Πετάμε με Χαμόγελο»), η Hochschild στο βιβλίο της «The Managed Heart» δείχνει πως η συναισθηματική εργασία έχει συνήθως έμφυλο πρόσημο αντανακλώντας την υπορρητη αντίληψη ότι οι γυναίκες είναι καλύτερες στην παροχή αυτού του είδους εργασία της οποίας η πιο συχνή μορφή περιλαμβάνει την καλλιέργεια στους αλλους αισθημάτων ευεξίας και επιβεβαίωσης. Κάνοντας παραλληλισμους με την έννοια της αλλοτρίωσης όπως περιγράφηκε από τον Μαρξ και αυτή της γνωστικής ασυμφωνίας, η Hochschild υποδηλώνει ότι η επιτέλεση της συναισθηματικής εργασίας απειλεί να προκαλέσει αυτό που αποκαλεί «συναισθηματική ασυμφωνία». Εργαζόμενοι που αναμένεται να επιδείξουν συναισθήματα ανεξάρτητα από το αν αυτά ταιριάζουν με αυτά που νιωθουν μπορει να αναπτύξουν μια αίσθηση δυσφορίας και αποξένωσης από τον εαυτό τους.

Δεν σημαίνει βέβαια τίποτα από τα παραπάνω ότι θα πρέπει να ανεχόμαστε αγενείς και επιθετικές συμπεριφορές, αλλά ας αντιληφθούμε καταρχάς ότι η σχέση πελάτη προς εργαζόμενο είναι σχέση εξουσίας, ότι έχει ταξικό πρόσημαι και ας δείχνουμε λίγη κατανόηση προς όλους αυτούς τους κακοπληρωμένους υπαλληλους και εργάτες που μπορεί να έχουν μια κακή μερα, να είναι αφηρημένο, να μην είναι όσο φιλικοί και προσηλωμένοι απαιτουμε. Πανω απ’όλα όμως ας βάλουμε τον ναρκισσισμό που μας καλλιεργεί η αγορά στην άκρη και ας αποδεχτούμε ότι δε θα έπρεπε να είναι δουλειά τους να μας κάνουν να νιώθουμε σημαντικοί επειδή ξοδέψαμε μερικά ευρώ.

Μωρό μου τι κι αν σ’έχω πληγώσει, ήσουνα κοντά μου όταν δεν ήτανε κοντά μου κανείς

Ο στίχος του Wang «Μωρό μου τι κι αν σ’έχω πληγώσει, ήσουνα κοντά μου όταν δεν ήτανε κοντά μου κανείς» διαιωνίζει την προσδοκία που καλλιεργεί η πατριαρχία στις γυναίκες πως θα ξεχωρίσουν για έναν άντρα και θα επιβραβευτούν με την αγάπη του μέσα από τις θυσίες τους και το πόσο έχουν υποφέρει γι αυτόν. Οι γυναίκες έτσι μαθαίνουν να αναμένουν ότι αν επιμείνουν και παραμείνουν δίπλα του παρόλο που κάποιος τις πληγώνει, θα αποκτήσουν αξία γι αυτόν και θα αναγνωριστούν για την πίστη τους (σε αντίθεση με αυτές που την έκαναν στα δύσκολα) κι αυτός είναι ένας από τους λόγους που συχνά δεν φεύγουν με τα πρώτα σημάδια κακοποιητικής συμπεριφοράς ή συναισθηματικής αδιαφορίας.

Κι αυτα τα δήθεν ρομαντικά του είδους με ενοχλούν περισσότερο απο τους στίχους για τις κωλάρες.

Όταν ο φιλελέ φεμινισμός μας καλεί να ταυτιστούμε με τα Celebrities

Aκολουθώ την ξενόγλωσση φεμινιστική σελίδα My Favorite F Word Is Feminism με πάνω από μισό εκατομμύριο followers της οποίας οι αναρτήσεις αποτελούνται σχεδόν αποκλειστικά από ειδήσεις σχετικά με διασημότητες. Celebrity gossips δλδ που επειδή όμως αφορούν γυναίκες ή κουήρ άτομα καλούμαστε να τα δούμε μέσα από το πρίσμα του φεμινισμού. Δεν διαφωνώ βέβαια ότι κάποια από αυτά αφορούν ζητήματα που αντιμετωπίζουν και οι απλές, καθημερινές γυναίκες -χοντροφοβία, αστυνόμευση σώματος, σεξιστικά σχόλια. Κάποια άλλα όμως φαίνεται να μας καλούν απλά να τα θεωρήσουμε φεμινιστικά κάνοντας απλά επίκληση στην κοινή μας γυναικεία ταυτότητα. Είναι σαν ο mainstream φεμινισμός να μας καλεί να δούμε τα πάντα από τη θέση προνομιούχων γυναικών που ενώ αντιμετωπίζουν κι αυτές σεξισμό, σίγουρα δεν τον αντιμετωπίζουν από τη δική μας ταξική θέση. Είναι σαν ο mainstream φεμινισμός να μας καλεί να ταυτιστούμε με πλούσιες αστές ξεχνώντας ότι τα προβλήματά μας δεν είναι και δικά τους.

Όταν για παράδειγμα μια φεμινιστική σελίδα ανεβάζει είδηση για το νέο κύκλο εξωσωματικών στον οποίο προχώρησε η τάδε διάσημη εμείς καλούμαστε να ταυτιστούμε στη βάση της κοινής μας πχ ανησυχίας περί μητρότητας αγνοώντας ταυτόχρονα πως η εξωσωματική είναι μια πανάκριβη διαδικασία που απευθύνεται μόνο σε λίγες. Στο άρθρο με τίτλο «Neoliberal Feminism and the future of Human Capital” η συγγραφέας εξετάζει το πώς ο νεοφιλεύθερος φεμινισμός ενθαρρύνει τις γυναίκες να επενδύσουν στην καριέρα τους όχι απορρίπτοντας την μητρότητα αλλά απλά αναβάλλοντάς τη για αργότερα. Η γυναίκα έτσι αποκτά μερικές δεκαετίες σεξουαλικής και επαγγελματικής ελευθερίας, η μητρότητα όμως θα την στοιχειώσει και πάλι στα 35-40 καθώς η πατριαρχία εξακολουθεί να την θεωρεί υποχρέωσή της.

Η άνοδος της εξωσωματικής γονιμοποίησης λοιπόν για τη συγγραφέα είναι απλά δείγμα της τάσης αυτής οι μεσοαστές να καλούνται να γίνουν γυναίκες καριέρας και όταν η μητρότητα τους χτυπήσει την πόρτα να έχουν την πολυτέλεια να προσλάβουν άλλες, προλετάριες γυναίκες, για να κάνουν τη δουλειά που παλιότερα η πατριαρχία ανέμενε να κανουν οι ίδιες άμισθα. Κι αυτός είναι ο λόγος που στο πλαίσιο του καπιταλισμού είναι αδύνατο να επιτευχθεί ισότητα για όλες τις γυναίκες. Γιατί ενώ κάποιες θα αποδεσμευτούν από τα δεσμά της οικιακής και αναπαραγωγικής εργασίας, οι φτωχότερες γυναίκες στις οποίες θα τα αναθέτουν θα συνεχίζουν να την επιτελούν άμισθα για τη δική τους οικογένεια και το δικό τους σπίτι.

Όσο ο καπιταλισμός όμως μας επιβάλλει να ταυτιζόμαστε με τις πλούσιες αστές του Hollywood αγνοώντας τις διαφορές μας με αυτές, τόσο το όνειρο της «ισότητας» θα φαντάζει εφικτό για όλες μας. Ο φεμινισμός μας θα είναι απλά ενδυνάμωση για λίγες στην καλύτερη, ενδυνάμωση δια αντιπροσώπου καθώς πανηγυρίζουμε τις νίκες των αστών γυναικών στην χειρότερη.

Προεδρικό Gaslighting

Στο μυαλό μας παίζουν εναλλάξ σε λούπα από τη μία το δεύτερο απορριπτικό βούλευμα για τον επί 67 ημέρες απεργό πείνας Γιάννη Μιχαηλίδη που διεκδικεί την αυτονοήτη αποφυλακισή του, και από την άλλη η πρόσφατη δήλωση της (πρώτης γυναίκας) Προέδρου της Δημοκρατίας (αναφερόμενη προφανώς στις προκλητικές αποφυλακίσεις δολοφόνων και βιαστών) πως «η δικαιοσύνη δεν απονέμεται με βάση το κοινό περί δικαίου αίσθημα, αλλά σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους νόμους».


Αφήνοντας στην άκρη το αν όντως υφίσταται ένα αίσθημα δικαίου που είναι κοινό για όλ@ (καθώς αυτό προφανώς εξαρτάται και από την προνομιακή ή όχι θέση του υποκειμένου μέσα στο σύστημα), βλέπουμε πως ο νεοφιλελεύθερος ελιτισμός αντιμετωπίζει τους πολίτες ως κομπάρσους στην ίδια τους τη ζωή, καθώς ως μόνοι άξιοι για να καθορίσουν το δίκαιο κρίνονται οι δικαστές, οι δικηγόροι και οι εισαγγελείς. Το σύνολο της κοινωνίας καλείται δηλαδή να εμπιστευτεί αυτή την νέου τύπου κάστα αριστοκρατών, οι οποίοι ποτέ δε θα αντιμετωπίσουν τα ίδια προβλήματα με εμάς, ώστε να καθορίσουν αυτοί τι είναι το δίκαιο ως άλλοι ιερείς που συνομιλούν με το Θεό για να μας μεταφέρουν το μήνυμά Του. Μόνο που όταν η ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου μας φαίνεται ακατανόητη και άδικη, δεν χρειάζεται να αρκούμαστε σε ένα «άγνωσται αι βουλαί», γιατί ευτυχώς οι προνομιούχοι δικαστές, εισαγγελείς και δικαστές, με τους γενναιόδωρους μισθούς και τις ακόμα πιο γενναιόδωρες δωροδοκίες, είναι εκεί για να μας διαβεβαιώσουν ότι η οπτική μας δεν έχει καμία σημασία. Και ότι ο Νόμος και το Σύνταγμα είναι ουσιαστικά κάτι τόσο υπερβατικό και απομακρυσμένο από εμάς που δεν είμαστε αρμόδιοι καν να έχουμε άποψη για τις καταφανείς αντιφάσεις της εφαρμογής τους -ας εμπιστευτούμε τους ειδικούς.


Σε ένα κράτος όπου οι δικαστικές αποφάσεις εκδίδονται επί λέξει στο όνομα του ελληνικού λαού, σε ένα πολίτευμα που υποτίθεται πως εξυπηρετεί τα συμφέροντα των πολιτών του και ελέγχεται από αυτούς, το κοινό περί δικαίου αίσθημα περιττεύει. Αυτό αποτελεί επίσης μιαν άμεση παραδοχή πως το κοινό περί δικαίου αίσθημα, η αντίληψη των πολιτών περί δικαιοσύνης δηλαδή, δεν ταυτίζεται με τους νόμους, κι όταν αυτό συμβαίνει είναι τυχαίο και συγκυριακό. Αυτή όμως είναι η δικαιοσύνη του αστικού κράτους, η εναλλακτική του οποίου μας έμαθαν πως είναι το απόλυτο χάος και ο αφανισμός, αυτού που εντέχνως συγκαλύπτει όλες τις αντιθέσεις στο εσωτερικό του υπό την απειλή ενός φανταστικού «διχασμού».


Αν λοιπόν νιώθετε ότι σας πνίγει το δίκιο, αν εξοργίζεστε με τις καταφανείς αντιφάσεις της αστικής δικαιοσύνης, αν πονάτε και μόνο που σκέφτεστε πώς είναι να ζει καποιος 67 μέρες χωρίς φαγητό και να εξοντώνεται για τις ιδέες του παρόλο που δεν έβλαψε κανέναν, το προεδρικό gaslighting ελπίζει να σας κατευνάσει: δεν υπάρχει αδικία. Δεν είναι αυτό που νομίζετε. Είναι όλα στο μυαλό σας.
~οι δύο Σουλτάνες αδμίνες

Νεοφιλελεύθερος φεμινισμός σημαίνει οτι μπορείς να τα καταφέρεις σε ένα ανδροκρατούμενο επάγγελμα αν κοιτάς τη δουλειά σου

«Μπορείς κι εσύ να τα καταφέρεις σε ένα ανδροκρατούμενο τομέα αν κοιτάς τη δουλίτσα σου και τους βαθμουλάκους σου και την προσωπική σου ανέλιξη αποκομμένη από το κοινωνικό συνολο» ειναι το μήνυμα του άρθρου που συνοψίζει ΑΨΟΓΑ τον νεοφιλελεύθερο φεμινισμό.

Νεοφιλελεύθερος φεμινισμός σημαίνει ακριβώς να μπορούν και οι γυναίκες να κάνουν καριέρα ενώ άνθρωποι πεινάν, υποφέρουν, και τρώνε ξύλο από τους μπάτσους επειδή αγωνίζονται για ολες και όλους μας -ανάμεσα στα οποία και για τη γυναίκα αυτή που δείχνει να χέστηκε για καθε μορφής αγώνα όπως οι φεμινιστική πορεία που κατεστάλη την Παρασκευή από τους μπάτσους, λες και δεν την αφορούν οι βιασμοί.

Νεοφιλελεύθερος φεμινισμός σημαίνει «ίσα δικαιώματα» στη γυναίκα να γίνει μια μικροαστή νοικοκυραία που την ενδιαφέρει μόνο η πάρτη της και έχει καταπιει αμάσητο το παραμύθι της αριστείας λες και το να πάρεις σε όλα 10άρια έχει οποιαδήποτε αξία ή χρησιμότητα πέρα από τα στενά όρια του καριερισμού που δεν εξυπηρετεί το κοινωνικό σύνολο αλλά απλά ένα πόλεμο βιογραφικών και έναν ακαδημαικό ανταγωνισμό.

Νεοφιλελεύθερος φεμινισμός σημαίνει ακριβώς να σου λένει «να και οι γυναίκες μπορούν να τα καταφέρουν όταν είναι απολιτικ και δεν απειλούν το σύστημα». Στην πραγματικότητα το σύστημα θα τις επιβραβεύσει ακριβώς γι αυτό.

Τώρα θα πουν κάποιοι ότι ζηλεύω επειδή εγώ ήμουν μια απλυτη που δεν κατάφερε να προκόψει στο πανεπιστήμιο αλλά στην πραγματικότητα απλα θυμώνω με τον εαυτό μου που στο πανεπιστήμιο ήμουν κι εγώ ένα απολιτικ βούρλο με άριστα και υποτροφίες που θα μπορούσε να είχε κάνει τέτοιες θλιβερές δηλώσεις. 

Γιατί έχουμε τέτοια εμμονή με τα reviews και τις κριτικές

Η εμμονή της κουλτούρας μας με τις κριτικές, τα reviews και τις βαθμολογήσεις προιόντων και υπηρεσιών πηγάζει από το γεγονός ότι η μόνη ισχύς που μας αναγνωρίζει ο καπιταλισμός ειναι αυτή του καταναλωτή και όχι του εργαζόμενου. Εξοργιζόμαστε με μια παραγγελία που πήγε λάθος, μια παράδοση που άργησε, ένα ελαττωματικό προιόν συχνά περισσότερο από ό,τι με το πολιτικό μας σύστημα γιατί έχουμε μάθει ότι δικαιούμαστε πράγματα μόνο όταν τα πληρώνουμε και επειδή αυτή είναι η λιγοστή εξουσιά που μας επιτρέπει ο καπιταλισμός: αυτή του πελάτη. Και την εξασκούμε όσο πάει σε μια απελπισμένη προσπάθεια ψευδαίσθησης ελέγχου πάνω στις ζωές μας.

Έχω την εντύπωση ότι αυτό δεν αφήνει έξω ούτε το αντι-καπιταλιστικό υποκειμενο. Βιαζόμαστε να μπουκοτάρουμε μαγαζιά και εταιρίες με το που πάρει δημοσιότητα μια συγκεκριμένη συμπεριφορά τους -μια παραβίαση των εργατικών δικαιωματων, μια ρατσιστική συμπεριφορά υπαλλήλου, μια μισογυνική διαφήμιση. Σπεύδουμε να δυσφημίσουμε εκείνη ή την άλλη αλυσίδια σουπερ μάρκετ ξεχνώντας όλες τις προηγούμενες που μπουκοτάρουμε γιατί τότε θα έρθουμε αντιμέτωπες με το γεγονός ότι δεν υπάρχει ηθική κατανάλωση στον καπιταλισμό και ότι αν όλες οι εταιρίες επιδείξουν την ίδια σκατένια συμπεριφορά, τότε τι επιλογή μας μένει πέρα από το να ρίξουμε τον ίδιο τον καπιταλισμό? Καλύτερα να τον βαθμολογήσουμε με 1 αστεράκι.

Πώς οι incels μοιάζουν με τον πρωτόγονο άνθρωπο

Οι άμοιροι οι incels έχοντας σαν μόνο οδηγό την πατριαρχική ιδεολογία που έχουν ενστερνιστεί, μένουν χωρίς κανένα απολύτως εργαλείο να ερμηνεύσουν τον κόσμο γύρω τους. Είναι κάπως σαν τον πρωτόγονο άνθρωπο που αναρωτιέται γιατί δεν έρχεται η βροχή αφότου έκανε όλα τα ενδεδειγμένα τελετουργικά από το μάγο της φυλής (πιθανότατα κάποιον PUA της κακιάς ώρας). Με τη διαφορά ότι οι γυναίκες δεν είναι φυσικά φαινόμενα αλλά ζωντανοί άνθρωποι με δική τους βούληση.

Μεγαλώνοντας με την πατριαρχική υπόσχεση ότι οι γυναίκες θα παρακαλούν γονυπετείς για σχέση μαζί τους ενώ αυτοί θα θέλουν μόνο σεξ, αδυνατούν να καταλάβουν γιατί η δική τους θέληση για σχέση δεν εκπληρώνεται αυτόματα. Καποιος ξέχασε να τους πει (όχι οι φεμινίστριες βέβαια που το επαναλαμβάνουν συνεχώς) πως ο λόγος που οι γυναίκες ήθελαν διακαώς σχέσηη ήταν η αδυναμία τους να επιβιώσουν εντός της συγκεκριμένςη μορφής της πατριαρχίας με οποιδήποτε άλλο τρόπο.

Η ματαίωση που βιώνουν μετατρέπεται σε σε απελπισία, η απελπισία σε θυμό. Θυμό απέναντι στις σκύλες που έχουν δικές τους επιθυμίες και προτιμήσεις, που είναι ανεξάρτητα αυτόνομα άτομα που μπορούν να αξιολογούν καταστάσεις και αυτούς τους ίδιους. Θυμός που θα έπρεπε να στρέφεται ενάντια στα τεράστια πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα που προκαλεί το κράτος και ο καπιταλισμός, εκείνοι όμως προτιμούν να τον αναλώνουν σε όσες δεν αποδέχονται το δικό τους μικροαστικό όνειρο που επιτάσσει η ιδεολογία της οικογένειας να «χτίσουν κάτι όμορφο». Δηλαδή μη φανταστείτε κανέναν καλύτερο κόσμο, να εκεί, μια σχεσούλα ισα ίσα να έχουν κάποια να τους ακούει, να τους φορντίζει, να τους καθησυχάζει, να τους επιβεβαιώνει, να τους ικανοποιεί σεξουαλικά. Τι έχουν οι ίδιοι να προσφέρουν? Το ότι δεν είναι βιαστές και «σεξομανείς» -τόσο χαμηλά είναι ο πατριαρχικός πήχης για τους άντρες.

Το είδος αυτής της «εξομολόγησης» το βλέπουμε ξανά και ξανά και το κίνημα των incels παραμένει σε άνοδο. Η οργή τους συσσωρεύεται και γίνεται επικίνδυνη -συχνά δολοφονική. Πίσω από σχεδόν κάθε γυναικοκτονία κρύβεται η αδυναμία ενός άντρα να αποδεχτεί ότι μια γυναίκα ΑΠΛΑ ΔΕΝ ΤΟΝ ΓΟΥΣΤΑΡΕΙ (πια).

Η Μουτίδου απαντά στην Λατινοπούλου στην ίδια σεξιστική, πατριαρχική γλώσσα

Yπάρχουν γυναίκες που τρώνε καθημερινά τα σκατά της πατριαρχίας και της συνεχούς ανάκρισης τους σώματος τους από τα πρότυπα ομορφιάς και αντί να πολεμήσουν την πατριαρχια και τα πρότυπα αυτά επιλέγουν να επιτεθούν σε άλλες γυναίκες.

Αυτό ακριβώς κάνει η Μουτίδου σε ένα από τα τελευταία βίντεό της όπου απαντά στο χοντροφοβικό βίντεο της Λατινοπούλου. Αντί να υπερασπιστεί τα χοντρά σώματα γίνεται αμυντική (ούτε εμείς θέλουμε να είμαστε έτσι αλλά είμαστε άρρωστα) και επιλέγει να επιτεθεί στις γυναίκες που αντιθέτως πληρούν τα πρότυπα ομορφιάς με άκρως υποτιμητικούς όρους («πλαστικοποιημένες») κατασκευάζοντας μια εντελώς αξιοθρήνητη εικόνα για αυτές ως θλιβερές, δυσκοίλιες, με ψεύτικες ζωές και εν τέλει αγάμητες γιατί ποιος τις γαμάει αυτές με τέτοια ζωή που έχουν. Το σεξ και η αντρική αποδοχή δηλαδή ως μέσο επιβεβαίωσης της γυναικείας υποκειμενικότητας για άλλη μια φορά σε μια ανασκευή του κλασικού πατριαρχικού διπόλου cool girl με κιλά που όμως οι άντρες το γουστάρον για την προσωπικότητά της vs ξινισμένη χαζογκόμενα που οι άντρες θέλουν μόνο να την πηδήξουν ή ίσως ούτε καν αυτό.

Η Μουτίδου μπορεί όντως να βρίσκεται σε θέση άμυνας από τις συνεχείς πατριαρχικές αιχμές, αντί όμως να κάτσει να αποδομήσσει αυτό ακριβώς το σύστημα χρησιμοποιεί την ίδια την γλώσσα του για να υπερασπιστεί τον εαυτό της και τις γυναίκες σαν αυτή. Ως η αστή που είναι μάλιστα η εντελώς προς τη λάθος κατεύθυνση επιχειρηματολογία της βάλλει και τους ανώνυμους, άσημους λογαριασμούς στο twitter καθώς προφανώς μόνο όποια έχει γίνει πλούσια και δίασημη μέσα από τα συστημικά ΜΜΕ έχει δικαίωμα να έχει άποψη. Η διάγνωση της μάλιστα ότι πηγή είναι η αγαμία ή, ακόμα χειρότερα όπως λεεί, οι κακογαμημένες, είναι η καλύτερη απόδειξη ότι όχι μόνο δεν ξεφεύγει από την πατριαρχία αλλά πέφτει όλο και πιο βαθιά μέσα της.

Αυτό δυστυχώς συμβαίνει όταν πολλές γυναίκες εξαντλημένες από την συνεχή υποτίμηση του σώματος και ολοκληρης της ύπαρξή τους προσπαθούν να πάρουν μια ανάσα αυτοεκτίμησης καθοδηγούμενες από την ανταγωνιστικότητα προς άλλες γυναίκες σε έναν φαύλο κύκλο όπου οι μεν επιτίθενται στις δε ως το σωστό πρότυπο θηλυκότητας. Η παγίδα βρίσκεται ακριβώς ότι στην πατριαρχία καμία γυναίκα δεν νικάει επειδή είναι πανεύκολο από «cool girl» να γίνεις αγάμητο μπάζο και από γκομενάρα να μετατραπείς σε χαζογκόμενα με τρόπο που όλες τελικά οι γυναίκες μπορούν να κλέψουν στιγμιαία μια ψευδαίσθηση ανωτερότητας απέναντι στις άλλες χάνοντας την ευρύτερη εικόνα: ότι όλες τελικά κρινόμαστε με βάση την εμφάνισή μας και με κριτήριο την αντρική αποδοχή.

Μάχη σώμα με σώμα

Mατατζής ουρλιάζει προς αντεξουσιαστές «ελάτε αν είστε άντρες εδώ κοντα, σώμα με σώμα ρε π@@τ@νες, μην κρύβεστε».

Αν αγνοήσουμε την τεράστια ειρωνεία, δλδ ότι ένας πάνοπλος άντρας με όλο τον εξοπλισμό και την ασυλία που του δίνει το Κράτος να ασκεί βία ατιμώρητος μιλάει για μάχη «σώμα με σώμα» λες και θα ήταν ισότιμη, αυτό που ουσιαστικά βλέπουμε είναι η απέκδυση των συγκρούσεων από κάθε πολιτική ιδεολογία και η προσπάθεια αντικατάστασης της από την πατριαρχική ιδεολογία: τις αξίες τις αρρενωπότητας, της σωματικής δύναμης, της «ανδρείας».

Η απο-πολιτικοποιηση των συγκρούσεων με τις δυναμεις καταστολής είναι ακριβώς αυτό που επιθυμεί και το ίδιο το Κράτος έτσι ώστε να τις πλασάρει στους νοικοκυραίους ως απλά «μπάχαλα» κάποιων θρασύδειλών περιθωριακών που θέλουν να εκτονώσουν την ματσίλα τους. Δεν ξέρω αν ο συγκεκριμένος ματατζής φαντασιωνόταν τον Έκτορα να βγει από τις πύλες της Τροίας και να του προτείνει να λύσουν με μια μονομαχία απαξ και δια παντός τον πόλεμο του κόσμου του αγώνα με το Κράτος, οι πατριαρχικές αριστοκρατικές ονειρώξεις που μας δίδαξαν στο σχολείο με την Ιλιάδα ανήκουν ευτυχώς σε άλλες εποχές

Στις πατριαρχικές αξίες της μάχης σωμα με σώμα ο κόσμος του αγώνα προτάσσει τη συλλογική δύναμη που βρίσκεται στους αριθμούς των καταπιεσμένων, στην οργανωμένη δύναμη του Κράτους και του Κεφαλαίου προτάσσει τον ανταρτοπόλεμο.

Και επειδη το θέμα έχει κουκουλωθεί (pun intended) επιμελώς απο τα ΜΜΕ, οι συγκρούσεις έγιναν συγκεκριμένα για τον απεργο πείνας Γ. Μιχαηλίδη που διεκδικεί την αποφυλακισή του έχοντας συμπληρώσει όλες τις τυπικές προυποθέσεις γι αυτήν.