Ο Κουφοντίνας και η Θεωρία των Δύο Άκρων

Στην καρδιά κάθε θεωρίας των δύο άκρων περί «αριστερών και δεξιών φασιστών» βρίσκεται η παραδοχή πως η υπάρχουσα κατάσταση, το status quo, είναι μια επιθυμητή ισορροπία ανάμεσα στα δύο εξισου ανεπιθύμητα άκρα την οποία οφείλουμε να αποδεχτούμε και να διαφυλάξουμε. Και ότι η κατάσταση αυτή τάχα απέχει ίσα από τον φασισμό και από κάποια αριστερή ουτοποία λες και το υπάρχον σύστημα δεν έχει στηριχθεί στο ρατσισμό, τον εθνικισμό, την ταξική και την έμφυλη καταπίεση.


Αυτό που δεν κατανοεί όποιος ενστερνίζεται τη θεωρία των δύο άκρων είναι ότι η υπάρχουσα κατάσταση ούτε επιθυμητή ούτε δίκαιη ούτε υγιής είναι. Κρύβει μέσα της ήδη βία και αδικία. Το ότι την δεχόμαστε ως σημείο μηδέν, ως ουδέτερη, ως αυτό που οφείλουμε με κάθε κόστος να διατηρήσουμε είναι μέρος του προβλήματος. Αυτό είναι σαν να πιστεύεις ότι το επιθυμητό σημείο είναι η λίγη ανισοτητα ανάμεσα στην ισότητα και την ακραία ανισότητα, η λίγη αδικία ανάμεσα στην καθόλου αδικία και την πολλή αδικία. Ότι η επιθυμητή κατάσταση είναι να είσαι άρρωστος ανάμεσα στο να είσαι εντελώς υγιής και το να είσαι νεκρός.


Μην σας ξεγελά, δεν είναι η χρήση βίας που δικαιολογεί τη θεωρία των δύο άκρων. Η θεωρία των δύο άκρων δεν εξισώνει μόνο την τάδε τρομοκρατική οργάνωση με την Χρυσή Αυγή. Εξισώνει πχ διαρκώς και τις φεμινίστριες με τους αντιφεμινιστές (και αυτή θα ήταν μια άκυρη σύγκριση ακόμα και στην περίπτωση των σουφραζετών που όντως χρησιμοποίησαν βία). Γιατί αντιλαμβάνεται την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων ως επιθυμητή και άρα θορυβείται από οτιδήποτε την διαταράζει, είτε παλεύοντας για την δικαιοσύνη είτε κάνοντας την αδικία που ενυπάρχει στο σύστημα ιδιαιτέρως προφανή και ακραία. Για τους ισαποστάκηδες τα δύο αυτά είναι απολύτως ανάλογα ακριβώς γιατί αποδέχονται την υπάρχουσα αδικία και ακριβώς επειδή την αποδέχονται δεν είναι οι αμερόληπτες, αντικειμενικές ηθικές πυξίδες που νομίζουν ότι είναι.

Το ότι η θεωρία των δύο άκρων μόνο ουδέτερη δεν είναι φαίνεται και πολύ εύκολα από τους γελοίους συμψηφισμούς που είναι διατεθειμένοι να κάνουν οι οπαδοί της, πχ την εξίσωση ανάμεσα στο να ικανοποιηθούν τα δίκαια αιτήματα ενός ήδη εδώ και 20 χρόνια κρατούμενου για μεταφορά σε μια φυλακή -αίτημα που συνάδει με τον νόμο που ψηφίστηκε από την ίδια την κυβέρνηση- και την αποφυγή της φυλακής στην οποία έχει καταδικαστεί κρυμμένος πίσω από το προνόμιο να ανήκεις σε μια ελίτ. Στο μυαλό των ισαποστάκηδων όμως ο περιθωριοποιημένος φυλακισμένος που στερείται δικαιωμάτων του είναι ακριβώς το ίδιο με τον κοστουμαρισμένο ευρωβουλευτή που ευνοήθηκε όσο τον έπαιρνε από το υπάρχον σύστημα.


Η διαφορά ανάμεσα σε εμάς και τους ισαποστάκηδες είναι ότι εμείς αναλύουμε κάθε ζήτημα λαμβάνοντας υπόψη τους άξονες της συστημικής εξουσίας, κάτι που οι ισαποστάκηδες τείνουν να παραβλέπουν ακριβώς γιατί θεωρούν ότι η υπάρχουσα κατάσταση δεν επέρχεται ως αποτέλεσμα άσκησης βίας της εξουσίας αλλά ως φυσική και αβίαστη ισορροπία. Και έτσι καταδικάζουν μόνο την βία που δεν προέρχεται απο΄το ίδιο το σύστημα.

Οι οπαδοί της θεωρίας των δύο άκρων θα είναι πάντα πιο κοντά στους φασίστες από ότι στους Αριστερούς ακριβώς επειδή είναι πιο κοντά στην λίγη ακόμα αδικία, ανισότητα και καταπίεση παρά στο να κατανοήσουν και να παραδεχτούν ότι αυτές δεν είναι απαραίτητες και επιθυμητές παρά μόνο από όσους βολεύονται και επωφελούνται.

To victim-blaming το ορθόδοξο

To αρχετυπικό victim-blaming ειναι αυτό που ευθέως κατηγορεί τα θύματα αποδίδοντάς τους μεγαλύτερη ευθύνη από τον ίδιο τον θύτη. Έτσι κι εδώ, η συντάκτρια της ανάρτησης θεωρεί πως το πρόβλημα ξεκινάει από τις γυναίκες που ειναι «ηλίθιες» και δεν αντιδρούν παρά από αυτούς που κάνουν «τα αίσχη». Αυτό φυσικά υπονοεί πως τα αίσχη αυτα δε θα διαπράττονταν αλλά είναι οι ίδιες οι γυναικες που τα προκαλούν με την αδύναμία και την παθητικότητά τους, με λίγα λόγια ο κόσμος μας ήταν όμορφος και αγγελικά πλασμένος μέχρι που εμφανίστηκαν οι «ηλίθιες» και τότε κάποιοι άντρες, που μέχρι πριν δε θα τους περνούσε από το μυαλό, σκέφτηκαν «ρε μπας και να δοκιμάσουμε να κάνουμε τα αίσχη και να δούμε πώς θα πάει αυτό»? Υπάρχει μια αντίστροφη αιτιακή σχέση εδώ, όπου αντί να συνειδητοποιούμε οτι η πατριαρχία γεννά την παθητικότητα του θύματος, συμβαίνει το αντίθετο, η παθητικότητα του θύματος προκαλεί τον σεξισμό και τις παρενοχλήσεις.

Κεντρική θέση στο επιχειρημα της συντάκτριας εδώ έχει η δική της εμπειρία την οποία χρησιμοποιεί από τη μία για να επιβεβαιώση την κοσμοθεωρία ενός «δίκαιου κόσμου», και από την άλλη για να επιβεβαιώσει την ιδια ως δυναμική γυναικα που δεν της αξίζει η κακοποιηση, σε αντίθεση με τις άλλες, γιατί αυτό που την ενδιαφέρει περισσότερο είναι να εξυψωθεί η ιδια σε σχέση με τις αλλες γυναικες.

Η ειρωνεία είναι πως ενώ δέχεται πως οι παρενοχλήσεις και οι κακοποιήσεις είναι ο κανόνας, μεταφέρει την ευθύνη στα θύματα και την αντίδραση τους που λαμβάνει χώρα σε δεύτερο επίπεδο. Για την ίδια δηλαδή δεν έχει τόση σημασία που παρενοχλήθηκε στα 12 αλλά το οτι έγινε «χαμός» μετά, λες και ο χαμός θα ξε-κάνει, θα αντιστρέψει το τραύμα και την παρενόχληση. Με τον τρόπο αυτό καταφέρενει όχι μόνο να θεωρεί συνυπεύθυνα 12χρονα ή και μικρότερα παιδιά αλλά ουσιαστικά αποσιωπά και όλες αυτές τις περιπτώσεις που τα θύματα δολοφονήθηκαν ακριβώς επειδη αντέδρασαν και γι αυτό δεν μπόρεσε να ακολουθήσει κανένας χαμός γιατί έχασαν την φωνή τους για πάντα.

Η συντάκτρια καταλήγει να ξεπλένει τους κακοποιητές μεταφέροντας την ευθύνη στους πάντρες εκτός από τους ίδιους και για άλλη μια φορά βλέπουμε ότι το victim blaming αυτό δεν το κάνουν γυναίκές που είχαν την τύχη να μην παρενοχληθούν ποτέ αλλά γυναικες που είναι και οι ίδιες θύματα, κατάφεραν όμως το τραύμα τους αυτό να το εργαλοποιήσουν εναντίον άλλων γυναικών για να διατηρήσουν την προσωπική ψευδαίσθηση ασφάλειας, δικαιοσύνης και δικής τους ανωτερότητας.

Το πρόβλημα με το Bridgerton

*****SPOILER ALERT για τη σειρά Bridgerton****

To πρώτο σήριαλ που αποφάσισα να καταβροχθίσω χωρίς τύψεις το 2021 ήταν το πολυσυζητημένο Bridgerton. Όταν λέω πολυσυζητημένο εννοώ πολυσυζητημένο στο newsfeed μου το οποίο αποτελείται σχεδόν αποκλειστικά από σελίδες φεμινιστικού περιεχομένου και ενδιαφέροντος. Όταν μια σειρά ή μια ταινία λοιπόν εμφανίζεται επανειλημμένως στο newsfeed μου είναι εύλογο να θεωρήσω ότι είναι αν όχι φεμινιστική, τουλάχιστον φεμινιστικής ή έστω γυναικείας οπτικής και άρα μπορώ να την παρακολουθήσω χαλαρώνοντας χωρίς να μου ανεβαίνει η πίεση σε κάθε δεύτερη σκηνή. Το μόνο άλλο που χρειαζόταν να ξέρω γι αυτή τη σειρά ήταν πως αποτελεί ένα ρομάντζο εποχής, δηλαδή θα έχει ίντριγκα, έρωτες και βικτωριανά κοστούμια τα οποίο ομολογώ είναι ικανή συνθήκη για να με κάνει να δω κυριολεκτικά οτιδήποτε -αλήθεια, ακόμα να γυριστεί μια zombie apocalypse ταινία όπου τα ζόμπι φορώντας κορσέδες και κρινολίνα θα περιφέρονται στα ερειπωμένα αρχοντικά καταβροχθίζοντας αριστοκράτες;


Προετοιμάστηκα λοιπόν να δω κάτι σε Gossip Girl μόνο με πραγματική βασίλισσα αντί για Queen B και στο πιο woke. Και δεν είναι ότι απογοητεύτηκα ως προς την αισθητική του πράγματος. Είχα όμως από την αρχή την ανησυχητική αίσθηση ότι παρακολουθώ έναν γυναικείο χαρακτήρα μιας άλλης εποχής, μιας εποχής πριν δεχτώ τον φεμινισμό ως Κύριο και Σωτήρα μου, μόνο που ερχόταν σε περιτύλιγμα Γυναικείου Δυνατού Χαρακτήρα. Η πρωταγωνίστρια για παράδειγμα ήθελε διακαώς να παντρευτεί έναν καλό γαμπρό και να κάνει παιδιά αλλά δεν ήταν καμια παραδοσιακιά γυναίκα, ήταν μια δυνατή, καθόλου παθητική ηρωίδα που εξασκούσε την αυτενέργειά της κάνοντας πράγματα να συμβούν αντί να τα περιμένει.


Όλα καλά μέχρι εδώ, τίποτα κακό με μία γυναίκα που έχει ως όνειρο το γάμο και την οικογένεια, ακόμα και αν δολοπλοκεί ή πιέζει λίγο για να τα πετύχει και κάπως έτσι βρίσκεται μετά από κάποια ντράβαρα παντρεμένη με έναν δούκα υπεργκόμενο και μπράβο της. Έλα όμως που ο δούκας ξεκαθάρισε από την αρχή ότι δεν μπορεί να της χαρίσει παιδιά. Οκ, αυτή κατάλαβε ότι υπάρχουν θέματα γονιμότητας, ο άλλος δεν το διασαφήνισε αλλά τελοσπάντων εκείνη το δέχτηκε και ο γάμος βασίστηκε στην παραδοχή ότι δε θα υπήρχαν απογόνοι. Στην πραγματικότητα αυτό που τον εμπόδιζε να γίνει πατέρας ήταν ένας όρκος που πήρε στο νεκροκρέβατο του πατέρα του για να τον εκδικηθεί σταματώντας έτσι το όνομα και τη γραμμή καταγωγής-το οποίο προσωπικά το βρίσκω μια χαρά legit λόγο, το να κάνεις πράγματα απλά out of spite για τους γονείς σου παραμένει άλλωστε ένα διαχρονικό κίνητρο που δίνει δουλειά σε χιλιάδες ψυχολόγους.


Η παρεξήγηση συνεχίστηκε εξαιτίας της έλλειψης σεξουαλικής παιδείας της πρωταγωνίστριας καθώς αυτή δεν καταλάβαινε γιατί εκείνος τραβιόταν στο τέλος κάθε ερωτικής περίπτυξης μέχρι που ψυλλιάστηκε την φάση, ρώτησε μια υπηρέτρια πώς ακριβώς γίνονται τα παιδάκια και επιβεβαίωσε τις υποψίες της. Στην επόμενη σκηνή λοιπόν την βλέπουμε με ψυχρό, αποφασιστικό βλέμμα να καβαλάει τον καυτό Δούκα του οποίου η ηδονή γρήγορα μετατρέπεται σε ανησυχία και σοκ αφότου μάταια ψελλίζει «περίμενε» μπας και καταφέρει να τραβηχτεί, εκείνη όμως δεν τον αφήνει. Η σκηνή λήγει με εκείνη να ξεκαβαλάει έξαλλη σαν να είναι η ίδια το θύμα, κατηγορώντας τον ότι της είπε ψέματα και της στέρησε, αυτό που επιθυμούσε περισσότερο, την μητρότητα, παρόλο που αυτό τέθηκε στο τραπέζι πριν τον γάμο και μάλιστα ως λόγος που προέβαλε ο Δούκας για να μην παντρευτούν καθώς δεν ήθελε να την αφήσει άτεκνη.

Φανταστείτε τώρα αν τα φύλα ήταν ανεστραμμένα. Αν ήταν η γυναίκα εκείνη που δεν ήθελε παιδιά και ήταν ο άντρας που τέλειωνε χωρίς προειδοποίηση μέσα της παρόλο που το γνώριζε, και το έκανε όχι από κάποιο ατύχημα αλλά επίτηδες για να την αφήσει έγκυο. Φανταστείτε επίσης αν ήταν ο άντρας εκείνος που προσπαθούσε να αποδείξει ότι η γυναίκα κάνει λάθος που δε θέλει παιδιά και προσπαθούσε να την πείσει να αλλάξει γνώμη, νιώθοντας κιόλας θιγμένος που του στερεί την ευκαιρία να γίνει πατέρας ακόμα και αν αυτή δεν του έδωσε ποτέ ελπίδες για το αντίθετο. Η σειρά όμως όχι μόνο δεν αντιμετωπίζει τον άντρα σαν θύμα αλλά συνεχίζει την ροή παρουσιάζοντας την Δούκισσα ως την ριγμένη που μάλιστα στο υπόλοιπο της σεζόν επιδίδεται σε μια προσπάθεια να θεραπεύσει τα παιδικά τραύματα του συζύγου της για να του αλλάξει γνώμη, κάτι που περιλαμβάνει την παραβίαση της προσωπικής αλληλογραφίας με τον πατέρα του.


Όλα αυτά είναι πάρα πολύ ενοχλητικά και βαθιά πατριαρχικά, αυτό που με εξοργίζει περισσότερο όμως είναι ότι είναι περιβεβλημένα με έναν μανδύα ψευτοφεμινισμού εξαιτίας του Δυνατού Γυναικείου Χαρακτήρα όπως και της γυναικείας οπτικής της σειράς. Για το πρόβλημα με τους Δυνατούς Γυναικείους Χαρακτήρες γενικά έχω μιλήσει αλλού, η συγκεκριμένη σειρά όμως αυτοπλασάρεται ως woke απλά και μόνο επειδή η πρωταγωνίστρια είναι αρκετά sassy και το cast αρκετά φυλετικά diverse. Στην πραγματικότητα όμως βλέπουμε, όπως και στο Witcher, άλλη μια γυναικα που, ενώ αρχικά έκανε συνειδητά μια επιλογή που θα της στοίχιζε την μητρότητα για να πάρει αυτό που θέλει, πασχίζει στο υπόλοιπο της σειράς να γίνει μητέρα γιατί οι σεναριογράφοι δεν μπορούν να επινοήσουν καλύτερο plot device ή κίνητρο για τις γυναίκες άλλο από το «μητρικό ένστικτο». Και όχι μόνο η δυναμικότητα αποκρύπτει έναν κατά τ’άλλα επίπεδο χαρακτήρα, αλλά μέρος της δυναμικότητας αυτής είναι να στερεί από έναν άντρα τη δική του αυτοδιάθεση στο σώμα και τις αναπαραγωγικές του ικανότητες λες και αυτό την κάνει απλώς κάπως πιο «πικάντικη» και διεκδικητική. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι η γυναίκα από πάνω στο σεξ ταυτίζεται με την δυναμικότητα του χαρακτήρα της και την θέση της στη σχέση, λες και ο μόνος τρόπος η γυναίκα να μην είναι παθητική είναι να γίνεται ενεργητική στο κρεβάτι υιοθετώντας (θεωρούμενα ως) αντρικά χαρακτηριστικά.

Και δεν φτάνει που θα έχουμε τους αντιφεμινιστές που -δικαίως αυτή τη φορά- θα μας πρήξουν για την ρομαντικοποίηση της σεξουαλικής βίας από γυναίκα σε άντρα, θα έχουμε και αυτές που θα δουν στην πρωταγωνίστρια μια γυναίκα που διεκδικεί και παίρνει αυτό που θέλει λες και είναι κάτι ανατρεπτικό. Μόνο που όταν αυτό που θέλει το κερδίζει με την γυναικεία της σεξουαλικότητα και την γυναικεία συναισθηματική εργασία που καταβάλει για να «θεραπεύσει» τον άντρα, τότε δεν έχουμε τίποτα ανατρεπτικό. Έχουμε απλά μια ανακύκλωση παμπάλαιων πατριαρχικών κλισέ με μια προοδευτική επίφαση.


Τελοσπάντων, 4/5 αστεράκια επειδη κοστούμια και περούκες.

Τι εννοούν με το όρο «γυναικοκρατία»

Οι γυναίκες ζουν σε έναν κόσμο όπου ο φυσικός τους χώρος θεωρείται οτι είναι το σπιτι ενώ οι δουλειες θεωρείται ότι ανήκουν στους άντρες και άρα αυτές τους τις κλέβουν -με παρόμοιο τρόπο που οι δουλείες θεωρούνται ιδιοκτησία των ντόπιων και τους τις κλέβουν οι μετανάστες. Στο πλαίσιο αυτό ως «γυναικοκρατία» θεωρείται η απλή παρουσία των γυναικών στο δημόσιο χώρο και σε επαγγέλματα από την αστυνομία και τον στρατό μέχρι τις τράπεζες και τις εφορίες. Οχι δηλαδή απλά στους παραδοσιακά ‘ανδοκτρατούμενους’ χώρους αλλά στον επαγγελματικό χώρο εν γένει. Όχι η πλειοψηφία των γυναικών ούτε η άσκηση εξουσίας, αλλά η απλή παρουσία τους «παντού στο δημόσιο» -τόσο χαμηλά ειναι ο πήχης της «γυναικοκρατίας».

Όταν τα ουσιαστικά μισογυνικά κινήματα υπερ των αντρικών δικαιωμάτων κλαίγονται για την «γυναικοκρατία», την «μητριαρχία» τον «φεμιναζισμό» και τα γυναικεία προνόμια στην πραγματικότητα εννοουν κάθε δικαίωμα που κέρδισαν οι γυναικες σε σχέση με την παραμονή τους στο σπίτι και την πλήρη οικονομική τους εξάρτηση από τους άντρες. Είναι με λίγα λόγια το male entitlment που τους κάνει να βλέπουν κάθε βήμα προς την ισότητα ως δική τους απώλεια.

Το ότι οι γυναικες είναι αυτές που εκετελούσαν την οικιακή εργασία του μαγειρέματος άμισθα, αλλά ταυτόχρονα οι άντρες θεωρείται ότι τις τάιζαν και όχι το αντίστροφο είναι ακριβώς ο τρόπος που η γυναικεία εργασία καθίσταται αόρατη λες και αυτές μαγειρεύουν και καθαρίζουν από χόμπι. Όταν το σπιτικό φαγητό αντικαθίσταται από το έτοιμο θα έπρεπε αν μη τι άλλο να γίνεται εμφανές ότι η γυναικεία οικιακή εργασία παράγει υπεραξία, την οποία εκμεταλλεύεται ο σύζυγος χωρίς να καταβάλει οποιοδήποτε μισθό -έχει δηλαδή περισσότερες ομοιότητες με την δουλεία παρά με την εργασία.

Σε κάθε περίπτωση, η ταύτιση των γυναικών με τον οικιακό χώρο δικαιολογεί κάθε παρενόχληση και έμφυλη βία που υφίσταται αυτή στους χώρους εργασίας και γενικότερα τους δημόσιους χώρους. Θα μπορούσε κάποι@ να πει οτι η εχθρότητα αυτή στον επαγγελματικό χώρο όπως και η δικαιολογήσή της είναι ακριβώς ένας τρόπος να τις εξαναγκάσουν να γυρίσουν στην κουζίνα όπου θα υπηρετούν τους άντρες.

Το ‘διαβάστηκε’ είναι ολοκληρωμένη απάντηση

Είναι βαθιά προβληματικό ότι υπάρχουν πάρα πολλοί άντρες που θεωρούν αποδεκτό να σε πρήξουν μέχρι να απαντήσεις αντί να αποδεχτούν οτι απλά δεν ενδιαφέρεσαι. Αυτό που υποδηλώνει αυτή η στάση, την οποία πολλές γυναικες βιώνουν καθημερινά στο πετσί τους, είναι οτι δε θεωρούν το φλερτ και την εποικοινωνία ως μια αμοιβαία διαδικασία ούτε έχουν μάθει να δέχονται την απόρριψη αλλά θεωρούν επιθυμητή την έστω και απρόθυμη ανταπόκριση των γυναικών με κάθε μέσο.

Αυτό γίνεται ακόμα πιο επικίνδυνο όταν επεκτείνεται στο σεξ όπου και πάλι η απρόθυμη συναίνεση των γυναικών θεωρείαι αποδεκτό να αποσπαστεί με χίλια τεχνάσματα, χειραγώγηση, πίεση, ψυχολογικό πόλεμο ή οτιδήποτε χρειαστεί μέχρι να «υποκύψει» έστω και από ντροπή, αμηχανία ή αδυναμία. Η λογική αυτή όμως, ακόμα και όταν δεν γίνεται εγκληματική, είναι μέρος μιας ευρύτερης κουλτούρας που δίνει στον άντρα το ρόλο του αρπακτικού και στη γυναικα αυτό του θηράματος που πρέπει να στριμωχτεί και να παγιδευτεί γιατι δεν αποτελεί παρά έναν κινούμενο στόχο.

Πάντα μου φαινόταν βαθριά αναξιοπρεπές το να σε πιέσει κάποιος συνειδητά να ανταποκριθείς στα μηνύματα ή γενικά την προσέγγισή του όταν αντιλαμβάνεται ότι δεν το κάνεις με ενθουσιασμό, δυστυχώς όμως η πατριαρχία επιβραβεύει τέτοιες συμπεριφορές γιατί η ενθουσιώδης συναίνεση των γυναικών δεν θεωρούταν ποτέ απαραίτητη. Αντιθέτως αυτές εκλαμβάνονται ως πάντα εγγενώς αδιάφορες και παθητικές οπότε αρκεί να τις σπρώξουν με το ζόρι εκεί που θέλουν οι ίδιοι.

Αν μάθουν μερικοί να αποδέχονται το «διαβάστηκε» ως ολοκληρωμένη απάντηση και να προχωρούν παρακάτω, θα είναι ένα καλό πρώτο βήμα για την εξυγίανση τως σχέσεων τους.

Η Απάντηση της Πατριαρχίας στο #MeToo είναι να μας πείσει ότι οι γυναικες αξίζουν και γουστάρουν το ξύλο

Μα γιατί ο «δημοσιογράφος» του zougla.gr έκανε αφιέρωμα στην Rihanna τώρα, θα αναρωτηθεί κάποι@. Μήπως έβγαλε καινούριο τραγούδι? Εμφανίστηκε σε κάποια ταινία? Έγινε εστω hostess του SNL? Όχι, τίποτα από τα παραπάνω, το site δημοσίευσε αυτό το αφιέρωμα τώρα γιατι η συγκυρία του ελληνικού #metoo και η ανάδειξη της έμφυλης βίας τους πανικόβαλε και νιώθουν την υποχρέωση να μας υπενθυμίσουν τις δύο βασικές γραμμές υπεράσπισης της πατριαρχίας: 1)οι γυναίκες ΑΞΙΖΟΥΝ το ξύλο γιατί είναι έκφυλες 2)οι γυναικες ΓΟΥΣΤΑΡΟΥΝ το ξύλο γιατί είναι μαζόχες.


Για να πετύχουν το πρώτο αρκεί να μοστράρουν μια αποκαλυπτική φωτογραφία της γιατί η σύνδεση που δημουργεί η πατριαρχία στο μυαλό του μέσου μισογύνη είναι αυταπόδεικτη: γυναικείο σώμα = εγγενώς άξιο βίας. Και για να πετύχουν το δεύτερο ακρεί να παρουσιαστεί ένα σκηνικό έμφυλης βίας ως κάτι που η ίδια η γυναίκα αποζητά. Δεν χρειάζεται να το στηρίζουν κάτι, αν σε χυπήσει ένας γκόμενος είναι προφανές, σύμφωνα με την πατριρχική λογική, οτι το αποζητούσες γιατί αλλιώς δε θα είχες γκόμενο. Η κυκλική αυτή λογική είναι πολύ χρήσιμη για κάθε περίπτωση: αν οι γυναικες δεν γούσταραν το ξύλο τότε γιατί θα υπήρχαν άντρες που τις δέρνουν? Σαν να λέμε, αν δεν γουστάρεις να σε τσιμπάνε τα κουνούπια γιατί δεν κάθεσαι σπίτι σου τυλιγμένη με μια κουνουπιέρα, μάλλον καταβάθος πας γυρεύοντας για ελονοσία. Αν καθόσουν σπιτι σου τα κουνούπια θα πέθαιναν από ασιτία αρα κατα βάθος εσύ τα συντηρείς.


Είναι αστείο πως στο ακριβώς προηγούμενο άρθρο τόσοι πολλοί εξέφρασαν την ανακούφισή τους που γράφτηκε στο μακρινό 2013, και εξέφρασαν τη βεβαιότητα πως τίποτα τέτοιο δε θα δημοσιευόταν σήμερα που ζούμε σε μια φεμινιστική ουτοπία. Καλό θα ήταν να ξυπνήσουμε και να συνειδητοποιήσουμε οτι η πατριαρχία νιώθει την φεμινιστική απειλή και γι αυτό ακριβώς παλεύει με κάθε όπλο για να διαρηρηθεί στη θέση της. Κάθε ιδέα περί γραμμικής εξέλιξης και προόδου προς ένα εστω λιγότερο μισογυνικό μέλλον δεν είναι παρά wishful thinking. Η αλλαγή θέλει επαγρύπνση και αγώνα, κανείς δε θα μας τη δώσει στο πιάτο.

Η Ρομαντικοποίηση της Σεξουαλικής Παρενόχλησης

Όταν οι φεμινίστριες μιλάνε για την κουλτούρα του βιασμού που ωραιοποιεί την έμφυλη βία και την σεξουαλική παρενόχληση μας βγάζουν τρελές. Μα όχι, που του ακούσατε αυτό, μας λένε, όλοι σύσσωμοι καταδικάζουν τη βία και την παραβίαση του γυναικείου σώματος, μόνο κάτι «ανώμαλοι» περιθωριακοί την θεωρούν αποδεκτή.

Στο μεταξύ τέτοια άρθρα σε site τεράστιας επισκεψιμότητας όχι μόνο την κανονικοποιούν αλλά την εκθειάζουν κιόλας, παρουσιάζοντας την όχι μόνο ως κάτι αναπόφευκτο αλλά ως κάτι όμορφο και ρομαντικό, αναπολώντας την εποχή που οι γυναίκες παραβιάζονταν ακόμα συχνότερα, θεωρώντας το παραβιαστικό χούφτωμα «τέχνη» και την αγωνία των γυναικών στα μέσα μαζικής μεταφοράς μια «περιπέτεια».

Ο συντάκτης, μιλώντας ξεκάθαρα από τη οπτική του θύτη μας διαβεβαιώνει πως ο εφαψίας δεν είναι κανένας αγάμητος, απλά αντλεί απόλαυση από την παραβίαση των γυναικείων ορίων (άλλο ένα πράγμα που όταν το λένε οι φεμινίστριες τις βγάζουν τρελές). Ταυτόχρονα όμως υπονοεί οτι υπάρχουν γυναικες που την απολαμβάνουν κι αυτές. Ο άνθρωπος δηλαδή πιστεύει οτι υπάρχουν γυναίκες που ανυπομονούν να έρθει ο κάθε γλοιώδης τύπος να τις αγγίξει στο δρόμο τους για τη δουλειά ή το σπίτι γίατι η κουλτούρα του βιασμού έχει και αυτό το αποτέλεσμα: οι θύτες να θεωρούν πως τα θύματα καταβάθος γουστάρουν.

Τόσο πολύ έχει εμποτίσει ο μισογυνισμός τις συνειδήσεις τέτοιων αντρών και τόσο πολύ έχει διαστρεβλώσει την πραγματικότητά τους που δεν είναι να απορεί κανείς που βιαστές πείθουν τον εαυτό τους πως όντως τα θύματα απολαμβάνουν τον βιασμό τους επειδη παγώνουν από το φόβο ή ότι το παίζουν δύσκολες όταν αντιστέκονται.

Νοσταλγία, ρομαντικοποίηση, glorification της χρυσής εποχής της πατριαρχίας γιατί θα είναι και ο ρεπόρτερ «άντρας παλιάς κοπής» και μάλλον ο φεμινισμός θα του χαλάει την «μαγεία’.

Ας μην γενικεύουμε: δεν είναι όλες οι γενικεύσεις κακές

H αντίληψη ότι οι γενικεύσεις, έτσι γενικά και αόριστα, είναι κακές προέρχεται από μία εσκεμμένη αποφυγή οποιασδήποτε συστημικής ανάλυσης. Προφανώς χωρίς γενικεύσεις δεν μπορεί να υπάρξει κοινωνιολογία ή γενικά οποιδήποτε επιστήμη. Οι γενικεύσεις είναι απαραίτητες για την ταξινόμηση της πραγματικότητας, την εξαγωγή συμπερασμάτων και την αντιμετώπιση των δομικών προβλημάτων.

Το πρόβλημα με τα σεξιστικά στερεότυπα δεν είναι απλά οτι αποτελούν γενικεύσεις. Η απάντηση δηλαδή στο σεξιστικό στερεότυπο ότι οι γυναικες μιλάνε πολύ δεν είναι «όχι όλες». Η απάντηση στην παρατήρηση πως οι μετανάστες κλέβουν δεν είναι «όχι όλοι». Η απάντηση στην κατηγορία πως οι μουσουλμάνοι είναι μισογύνηδες δεν είναι «όχι όλοι». Η απάντηση στο αστείο πως οι Έλληνδες είναι τεμπέληδες δεν είναι «οχι όλοι». Κάτι τέτοιο θα αποτύγχανε να εξετάσει ποιες ακριβώς λειτουργίες εξυπηρετούν αυτά τα στερεότυπα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο συστημικής καταπίεσης των συγκεκριμένων ομάδων.

Το στερεότυπο πως οι γυναικες μιλάνε πολύ χρησιμοποιείται ακριβώς για να φιμώσει μια ομάδα των οποίων η φωνή έχει αφαιρεθεί στη δημόσια σφαίρα επί αιώνες. Η σύνδεση των μεταναστών με την κλοπή χρησιμοποιείται ακριβώς για να κατασκευαστεί ο Άλλος ως απειλητικός και να αυξήσει την καταστολή χωρίς να εξαταστεί καν γιατί κάποιος μπορεί να οδηγηθεί στην εξαθλιωση και από εκεί στην κλοπή. Η απόδοση του μισογυνισμού στους μουσουλμάνους χρησιμοποιείται ακριβώς ως αντιπερισπασμός από τον μισογυνισμο των Δυτικών που έτσι αυτόματα θεωρούνται προοδευτικοί και άρα ανώτεροι. Η απεικόνιση των Ελλήνων και άλλων φτωχών λαών ως τεμπέληδων χρησιμοποιείται ακριβώς για να εκλογικεύσει την οικονιμική καταπίεση των χωρών της περιφέρειας από αυτές του κέντρου εντός ενός παγκοσμιοποιημένου καπιταλιστικού συστήματος.

Ο συντάκτης του ποστ εδώ εντέχνως αγνοεί το συστημικό αυτό συγκείμενο προσποιούμενος οτι ΚΑΘΕ γενίκευση είναι κακή, λες και οι άντρες δεν έχουν όντως τον έλεγχο της δημόσιας σφαίρας, λες και η πατριαρχία δεν τους καλλιεργεί το entitlement και την υποτίμηση των γυναικών που εκλαμβάνονται ως φλύαρες, κουραστικές και χαζές. Δεν μιλάνε όλοι οι άντρες πολύ, ούτε πατρονάρουν όλοι οι άντρες γιατί δεν εσωτερικεύουν όλοι οι άντρες την πατριαρχία στον ίδιο βαθμό. Αλλά είναι γεγονός πως η πατριαρχική εξουσία έρχεται με προνόμια και ένα από αυτά είναι η φωνή τους και η σπουδαιότητά τους να εκλαμβάνεται πιο σοβαρά και έτσι να τους δίνεται περισσότερος χώρος, χρόνος και αυτοπεποίθηση ώστε να ακούγονται περισσότερο. Αυτό δεν είναι απλά μια «γενίκευση», είναι ακριβώς ό τρόπος που λειτουργεί η πατριαρχία και κάθε σύστημα εξουσίας.

Το να αντιμετωπίζεις τις γενικεύσεις αποκομμένες από το πλέγμα εξουσίας εντός των οποίων διατυπώνονται είναι μια πολύ βολική τακτική νεοφιλελέδων που κάνουν ότι δεν βλέπουν χρώμα, φυλή και φύλο. Κάθε γενίκευση, ακόμα και όταν φαντάζει εμπειρικά αληθής, θα πρέπει πάντα να εξετάζεται αν είναι απλά μια προσπάθεια διατήρησης του status quo ή, αντιθέτως, μια προσπάθεια να ανατραπούν οι υπάρχουσες δυναμικές εξουσίας.0People Reached33EngagementsBoost Post

Τι σημαίνει το «Έντονο Φλερτ»

Παιδιά όταν εγώ λέω «φλερτάρω έντονα» εννοώ ότι ανταλλάζω 45 memes τη μέρα, ανάμεσά τους διάσπαρτα εντέχνως και μερικά «this could be us but you playing”. Τώρα, δεν ξέρω τι εννοεί ο υπόλοιπος κόσμος αλλά το στοιχείο της ανταλλαγής (βλεμμάτων, κομπλιμέντων, μηνυμάτων, υπονοούμενων) είναι το θεμελιώδες χαρακτηριστικό του φλερτ. Χωρίς ανταπόκριση δεν είναι φλερτ, είναι στην καλύτερη πρήξιμο, στην χειρότερη παρενόχληση. Η ένταση δηλαδή μετριέται από την αμοιβαιότητα, δεν μετριέται από το πόση προσπάθεια βάζεις εσύ μονόπλευρα κάνοντας το άλλο μέρος να νιώσει άβολα. Ούτε από το πόσο γουστάρεις εσύ από την πλευρά σου μόνο, χωρίς να λάβεις υπόψη αυτή και τ@ άλλ@.

Το να σου πει κάποιος ότι ζεσταίνεται και να τον παραινέσεις να γδυθεί για να καβλώσεις εσύ δεν είναι έντονο φλερτ, είναι στην καλύτερη γλοιώδες καγκούρικο πέσιμο. Το escalation από το «ζεσταίνομαι» στο «γδύσου» είναι πολύ απότομο για να υπονοεί συναίνεση και αμοιβαιότητα.

Και επειδή η σεξουαλικη παρενόχληση έχει να κάνει με τη δημιουργία «εκφοβιστικού εχθρικού, εξευτελιστικού, ταπεινωτικού ή επιθετικού περιβάλλοντος», υπάρχουν πολλές περιπτώσεις που η συγκεκριμένη ατάκα θα μπορούσε να αποτελέσει σεξουαλική παρενόχληση, πχ αν σου τη έλεγε το αφεντικό σου, ο καθηγητής σου, κάποιος που είχε έλεγχο πάνω στην καριέρα σου ή άλλες πτυχές της ζωής σου ή ίσως και κάποιος άγνωστος που σε ακολουθεί κάνοντας σε να αισθάνεστε απειλή. Η σεξουαλική παρενόχληση δεν έχει να κάνει τόσο με το σεξ όσο με τις δυναμικές εξουσίας, με αυτό που υπονοείται ότι μπορεί να περιμένει το ανίσχυρο μέρος αν αρνηθεί τις προτάσεις του άλλου. Δεν ειναι ανταλλαγή ανάμεσα σε δύο ισότιμα μέρη.

Gay Panic

Τα πρωτοσέλιδα δεν λένε ποτέ «ετεροφυλόφιλοι ηθοποιοί χάνουν τον ύπνο τους» για τον ίδιο λόγο που δεν μιλάνε για «Έλληνες βιαστές». Γιατί η κοινωνία δεν θέλει να κάνει μια κουβέντα για την πατριαρχία και την τοξική αρρεωνοπότητα ούτε να έρθει αντιμετωπη με το γεγονός οτι η συντριπτική πλειοψηφία όσων βιάζουν και παρενοχλούν σεξουαλικά είναι άντρες. Έτσι, χρησιμοποιεί τον εγκληματία Άλλο ως αντιπερισπασμό, για να εκτροχιάσει τη συζήτηση αλλά και ταυτόχρονα να επιβεβαιώσει προυπάρχυντα ομοφοβικά στερεότυπα περί γκέι παιδεραστών και μουσουλάνων βιαστών. Εννοείται πως κανείς ποτέ δε θα έλεγε ότι κάποιος που παρενοχλεί ή βιάζει μια γυνάικα την κάνει ετεροφυλόφιλη -ούτε καν αν αυτή ήταν λεσβία. Τίποτα δε σε κάνει ετερο/αμφι/ομοφυλόφιλο παρά η έλξη σου προς τα ανάλογα φυλα.

Η λεζάντα δίνει ταυτόχρονα την εντύπωση πως οι ομοφυλόφιλοι διαφεντεύουν το χώρο του θεάματος -μια κλασική ομοφοβική αντίληψη- ενώ ταυτόχρονα μιλάει για «κρυφογκέι» σαν κάποιο είδος κατηγορίας, σαν απόδειξη της ανεντιμότητάς τους. Μα αν ήταν τόσο ισχυροί που «διαφέντευαν» τον χώρο, ποιος ο λόγος να κρυφτούν?Μηπως κρύβονται γιατί ακόμα και στον χώρο της τέχνης επικρατεί η ομοφοβία?

Οι μαρτυρίες σεξουαλικής κακοποίησης και παρενόχλησης από ομοφυλόφιλα άτομα αντί να δώσει κι άλλες διαστάσεις στο θέμα της έμφυλης βίας γίνεται αφορμή για να ξεράσουν κάποιοι την ομοφοβία τους ακριβώς λόγω του στιγματισμού του ομοφυλόφιλου σεξουαλικού προσανατολισμού. Η έλξη προς άτομα του ίδιου φύλου παραμένει στα μάτια της κοινωνίας μεγαλύτερο έγκλημα από την έλλειψη συναίνεσης. See Less