Περί παιδεραστίας και ηλικιακής διαφοράς

Την μέρα που έκλεισα τα 18 τα έφτιαξα με κάποιον 20 χρόνια μεγαλύτερο. Ήταν  οικογενειακός φίλος και τον γούσταρα από μικρή -ίσως 15 ή 16. Ονειρευόμουν κάποιον σαν αυτόν -γοητευτικό, γιατρό, με σπορ  αμάξι- και αστειευόμασταν ότι θα με παντρευτεί. Φλερτάραμε έντονα (με δική μου πρωτοβουλία) αρκετές βδομάδες πριν αλλά ήθελε να είναι τυπικός οπότε περίμενε τα γενέθλια μου για να με φιλήσει. Η σχέση μας κράτησε 2-3 μήνες και έληξε άδοξα όταν τον παράτησα για έναν 23χρονο. Μου φέρθηκε μια χαρά και δεν με πίεσε ποτέ να κάνουμε σεξ -δεν το πήγαμε ποτέ τόσο μακριά. Δεν νιώθω ούτε ότι με εκμεταλλεύτηκε ούτε ότι με κακοποίησε με οποιδήποτε τρόπο. Δεν θυμάμαι αυτή τη σχέση ούτε ως τραυματική, ούτε ως παραβιαστική. Βασικά μετά βίας την θυμάμαι καθώς, όπως οι περισσότερες εφηβικές και μετεφηβικές σχέσεις, ήταν μάλλον ανάξια λόγου. Παρολαυτα, χρόνια μετά, κάθε φορά που την σκέφτομαι μου μένει μια βασανιστική απορία ή οποία δεν φαινόταν να με απασχολεί καθόλου τότε: τι στο διάλο έκανε κοτζάμ χειρούγος, 40 χρονών, με ένα κορίτσι που έδινε πανελλήνιες και ούτε «ώριμη για την ηλικία της» ήταν ούτε είχε οτιδήποτε ενδιαφέρον να πει αν δεν ήταν εντός εξεταστέας ύλης?!

Η ερώτηση αυτή επανέρχεται στο μυαλό μου κάθε φορά που πέφτω πάνω στο πολύ ενδιαφέρον debate σχετικά με τα όρια συναίνεσης και τις ηλικιακές διαφορές. Η συζήτηση αυτή διχάζει και τις ίδιες τις φεμινίστριες. Από τη μία είναι αυτές που επιμένουν στην αυτοδιάθεση του σώματος και το agency των νεαρών γυναικών εντός ενός μάλλον νεοφιλελεύθερου παραδείγματος όπου η «ελευθερία επιλογής» και η «συναίνεση» είναι το βασικό εργαλείο προσέγγισης. Από την άλλη είναι εκείνες που βλέπουν στις μεγάλες ηλικιακές διαφορές μια συστημική ασυμμετρία λόγω της διαφοράς στη συσσώρευση εμπειριών, εξουσίας, κοινωνικού και οικονομικού στάτους. Με μια μάλλον ακραία εκδοχή της δεύτερης οπτικής, πολλά καταλήγουν να χαρακτηρίζουν άντρες που βγαίνουν με κατά πολύ νεότερες γυναίκες ως παιδεραστές -μια τάση ιδιαίτερα δημοφιλής στην Αμερική που περιλαμβάνει επιθέσεις και σε σταρ όπως ο Leonardo Di Caprio . Δεν είναι όμως μια συζήτηση στην οποία υπάρχει εύκολη απάντηση.

Για να εξετάσουμε βαθύτερο το θέμα θα πρέπει να λάβουμε υπόψη τόσο αφενός την ποικιλία των βιωμάτων όσο και αφετέρου την κατεύθυνση προς την οποία δείχνουν τα κοινωνικά επιβαλλόμενα πρότυπα . Από τη μία πλευρά δηλαδή ξέρω πολλές νεαρές κοπέλες που φλέρταραν ασύστολα με άντρες δεκαετίες μεγαλύτερους επιδιώκοντας ενεργά σχέση μαζί τους χωρίς να είναι παθητικά θύματά τους. Από την άλλη υπάρχουν πολλές γυναίκες που εκ των υστέρων βιώνουν τέτοιες σχέσεις ως τραυματικές, συνειδητοποιώντας ότι υπέκυψαν σε πιέσεις που δεν είχαν τα ψυχολογικά ή και υλικά εφόδια να αντιμετωπίσουν. Το φύλο εδώ έχει κάποια σημασία πέρα από την ηλικία καθώς είναι στα κορίτσια που αφαιρείται από νωρίς το σεξουαλικό agency το οποίο αντιθέτως καλλιεργείται στα αγόρια. Αυτό καθιστά τα κορίτσια ιδιαιτέρως ευάλωτα παρόλο που φυσικά δεν αποκλείεται η αντιστροφή των ρόλων.

 Πέρα από το προσωπικό βίωμα όμως, δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί την πατριαρχική εμμονή της κουλτούρας μας με την γυναικεία απειρία, παρθενία, συστολή και γενικότερη ευαλωτότητα και ταυτόχρονα με την αντρική εξουσία και ανωτερότητα.  Αυτός ο συνδυασμός οδηγεί σε μια επίμονη διαφορά ηλικίας με τον άντρα να είναι σχεδόν σταθερά μεγαλύτερος –το οποίο σχεδόν πάντα σημαίνει ότι είναι και πιο «έμπειρος» αλλά και οικονομικά επιτυχημένος, χαρακτηριστικά που πρέπει να διαθέτει ενας άντρας στην πατριαρχία. Οδηγεί όμως και σε μια φετιχοποίηση του νεαρού της ηλικίας των γυναικών. Πολλοί άντρες δηλαδή δεν επιλέγουν νεαρά κορίτσια παρόλο που είναι νεαρά αλλά ακριβώς επειδή είναι νεαρά. 

Η απάντηση στην αρχική ερώτησή μου λοιπόν, τι στο καλό μου βρήκε ο 40χρονος δεν είναι εύκολη. Σίγουρα όμως δύσκολα μπορεί να αρνηθεί κανείς ότι η ηλικιακή διαφορά ήταν κομμάτι της έλξης του για μένα. Αλλά και αντίστοιχα  ότι υπήρξε κομμάτι της έλξης μου γι αυτόν. Έτσι και οι δύο μας, άθελά μας ή μη, αναπαρήγαμε τον τύπο αυτό σχέσης που υπαγορεύει η πατριαρχία. O Μπουρντιέ στο βιβλίο του Η Ανδρική Κυριαρχία, σχολιάζοντας το γεγονός ότι οι περισσότερες γυναίκες δηλώνουν ότι προτιμούν άντρες που είναι ψηλότεροι και μεγαλύτεροι ηλικιακά από τις ίδιες, βλέπει σε αυτές τους τις προτιμήσεις την διατήρηση της έμφυλης ιεραρχίας που θέλει τον άντρα κυριολεκτικά και μεταφορικά «ανώτερο». Γράφει συγκεκριμένα:

«Επειδή αυτές οι κοινές αρχές απαιτούν σιωπηρά και αδιαμφισβήτητα ότι —τουλάχιστον φαινομενικά και από εξωτερική σκοπιά— ο άνδρας πρέπει να κατέχει την κυρίαρχη θέση μέσα στο ζευγάρι, οι γυναίκες, τόσο για χάρη της αξιοπρέπειας που του αναγνωρίζουν εκ των προτέρων όσο και για τον εαυτό τους, μπορούν να επιθυμούν και να αγαπούν μόνο έναν άνδρα του οποίου η αξιοπρέπεια επιβεβαιώνεται και πιστοποιείται καθαρά από το γεγονός ότι βρίσκεται εμφανώς “πάνω” από αυτές». Φροντίζει μάλιστα να διασαφηνίσει πως η εσωτερίκευση αυτών των προτιμήσεων είναι μια μορφή συμβολικής κυριαρχίας που βρίσκεται πέρα από το δίπολο «επιβολή» και «ελεύθερη επιλογή» ή «εθελοντική υποταγή». Παρατηρεί επίσης ότι η τάση αυτή εξασθενεί όσο και η οικονομική εξάρτηση των γυναικών από τους άντρες αποδυναμώνεται ενώ επιμένει στις κατώτερες τάξεις γυναικών.

Αν λοιπόν η προτίμηση των γυναικών για μεγαλύτερους άντρες είναι απλά έκφανση της έμφυλης ιεραρχίας, πώς μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τους άντρες που προτιμούν μικρότερες γυναίκες -και οι οποίοι επωφελούνται εξ ορισμού από την διατήρηση της ιεραρχιών αυτής? Έχει νόημα να τους κρατάμε υπόλογους για τις προτιμήσεις τους αυτές χαρακτηρίζοντας τους παιδεραστές και ‘predators”? Ή μήπως απλά έτσι μετατρέπουμε ένα συστημικό πρόβλημα σε ατομικό? Ανάγοντάς το δηλαδή στην προσωπική ηθική του καθενός όπως ξέρει ο νεοφιλελευθερισμός πολύ καλά να κάνει? Όταν ένας 50χρονος πλησιάζει ερωτικά μια 14χρονη η απάντηση είναι μάλλον εύκολη, τι γίνεται όμως όταν ένας 22χρονος βγαίνει με μια 16χρονη, όταν ένας 55χρονος βγαίνει μια μια 25 χρονη, ή όταν ένας 45χρονος βγαίνει αποκλειστικά και κατά συρροή μόνο με 18χρονες? Υπάρχουν σε αυτές τις περιπτώσεις διαφοροποίηση ή πρέπει όλοι να περιοριζόμαστε αποκλειστικά στις δικές μας ηλικιακές ομάδες? Ποιος θα ορίσει την αποδεκτή διαφορά ηλικίας? Και που σταματάει η κριτική των προτιμήσεων? Επεκτείνεται και σε αυτές ή αυτούς που επανειλημμένως βγαίνουν με άτομα μόνο της εθνικότητάς ή της φυλής τους πχ? Πώς προσεγγίζουμε ένα 20χρονο άσημο μοντέλο που τα έφτιαξε με έναν 60χρονο ζάμπλουτο και διάσημο ηθοποιό? Ως θύμα εκμετάλλευσης ή ως agent που επιδιώκει τα συμφέροντά του ή/ και την ικανοποίηση των εφηβικών ίσως φαντασιώσεών της? Μήπως την ίδια ως «κυνηγό» ενός ισχυρού άντρα του οποίου η αποδοχή θα επιβεβαιώσει και την δική της αξία στην πατριαρχική τάξη πραγμάτων? Μπορούμε να δεχτούμε μια μοναδική προσέγγιση για κάθε κατηγορία που αναφέρθηκε ή πρέπει να εξετάζεται κάθε σχέση κατά περίπτωση? Τέλος, κάνει τίποτα αυτή η επίθεση σε άντρες για τις προτιμήσεις τους για να αλλάξει τις  υλικές συνθήκες, δηλαδή την ίδια την οικονομική εξάρτηση των γυναικών από τους άντρες, ή περιορίζεται απλά στην καταδίκη των συμπτωμάτων της γιατί αυτή είναι ευκολότερη από την ανατροπή του ίδιου του συστήματος? Μπορεί να λυθούν τα ζητήματα αυτά εντός του καπιταλισμού, που βασίζεται στην αναπαραγωγική εργασία των γυναικών ενώ ταυτόχρονα καθιστά την εργασία αυτή άμισθη και άρα καθιστώντας τις εξαρτημένες οικονομικά από τους άντρες εντός μιας εγχρήματης οικονομίας? Και σε ποιο βαθμό αλλάζει αυτό με την εισαγωγή των γυναικών στην έμμισθη εργασία και για ποιες τάξεις?

Υπάρχει όμως και ένα ακόμα ζήτημα πέρα από το πώς μιλάμε για τους εν λόγω άντρες ή και τις γυναίκες. Η κατηγορία για «παιδεραστία» έχει πάρει διαστάσεις απόλυτου ηθικού πανικού. Η φιγούρα του «παιδεραστη» συμπυκνώνει το απόλυτο κακό, ενάντια στο οποίο όλο ανεξαιρέτως, πέρα από πολιτικές ταυτότητες καλούνται να αντιταχθούν ενωμένοι. Γιατί ποιος δεν θέλει το καλό των παιδιών, μιας τόσο αθώας αλλά και ουδέτερης κατηγορίας, και ποιος είναι διατεθειμένος να υπερασπιστεί ΑΝΩΜΑΛΟΥΣ που γουστάρουν παιδάκια, πέρα δηλαδή από τις υγιές ορμές του αναπαραγωγικού σεξ στις οποίες η πατριαρχία συνήθιζε να αποδίδει μέχρι πράξεις βιασμού. Ο παιδεραστής είναι ένα τέρας γιατί ούτε καν η φύση δεν μπορεί να εξηγήσει τις ορέξεις τους. Εδώ βέβαια υπεισέρχεται μια συγχυση γιατί, καθώς τα ηλικιακά όρια αλλάζουν από πολιτεία και πολιτεία και από χώρα σε χώρα, ο ίδιος ο όρισμος του ανήλικου και γενικά αυτού που χρήζει προστασίας μπορεί να διαστέλλεται ηθικά. Ο εγκέφαλός μας ακούγεται συχνά δεν αναπτύσσεται πλήρως μέχρι τα 25 οπότε ύποπτος θεωρείται και όποιος συνάψει σχέσεις κάτω από αυτή την ηλικία.

Σε αυτό το κλίμα γενικευμένου πανικού, η φιγούρα του παιδεραστή μπορεί να χρησιμοποιηθεί για κάθε λογής περιορισμό των ελευθεριών όπως η φιγούρα του «τρομοκράτη» κατά τη διάρκεια του πολέμου κατά της τρομοκρατίας. Όποιος εκφράσει οποιαδήποτε αντίρρηση μπορεί και ο ίδιος να χαρακτηριστεί ως παιδεραστής ή τελοσπάντων αμφίβολης ηθικής όπως στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας χαρακτηριζόταν «προδότης». Ποιος θα τολμήσει να το κάνει αυτό? Σκεφτείτε για παράδειγμα πώς το Κράτος επιχειρεί να προβεί μελλοντικά στην ταυτοποίηση των λογαριασμών των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στο όνομα της προστασίας των ανηλίκων. Οποιος δε θέλει να προστατέψει τα παιδιά από τους ανώνυμους παιδεραστές του διαδικτύου κινδυνεύει να χαρακτηριστεί και ο ίδιος ύποπτος -λες και τα παιδιά δεν κινδύνευαν ανέκαθεν από την σεξουαλική εκμετάλλευση κυρίως των συγγενών, των δασκάλων και των κοντινών τους ανθρώπων. Θέλει όμως το Κράτος όντως το καλό των παιδιών όταν ξανά και ξανά αποδεικνύει ότι οι ζωές τους, οι ζωές όλων μας, δεν μετράνε τίποτα μπροστά στο κέρδος του Κεφαλαίου? Κάνουν όλα αυτά τα μέτρα κάτι για να προστατέψουν τα παιδιά ή απλά αυξάνουν την καταστολή και την επιτήρηση για όλους μας? Εμπιστευόμαστε το Κράτος να ορίσει ποιος είναι ο παιδεραστής και να αποδώσει μετά δικαιοσύνη κάτι που υποτίθεται είχε ανέκαθεν αναλάβει στην περίπτωση της σεξουαλικής βίας με πενιχρά αποτελέσματα?

Το άλλη ανησυχητικό εδώ είναι οτί το πρίσμα της παιδεραστίας ακριβώς επειδή είναι απολίτικο έχει καταλήξει να εκτοπίσει κάθε άλλο είδος πολιτικής και ταξικής ανάλυσης αναγορευόμενο σε ένα είδος οντολογικού κακού που παραμερίζει κάθε άλλη προσέγγιση, όπως στην περίπτωση των Epstein files που και τα δύο αμερικανικά κόμματα ανέδειξαν ως μείζον θέμα. Μην ξεχνάμε ότι ήταν το ίδιο το Κράτος που συνέλλεξε και κυκλοφόρησε τα αρχεία τα οποία δεν αποδεικνύουν τίποτα πέρα από το γεγονός ότι οι πλούσιοι και ισχυροι κάνουν bonding μεταξύ τους μέσω των γυναικών που καταναλώνουν -και αυτές συχνά είναι ανήλικες. Ταυτόχρονα και η ίδια η φεμινιστική ανάλυση φαίνεται να φτωχαίνει. Για παράδειγμα βλέπω συχνά τα πατριαρχικά κριτήρια ομορφιάς να καταδικάζονται πια ως «παιδοφιλικά», το οποίο βέβαια δεν εξηγεί γιατι εκτός από άτριχα σώματα και ροδαλά μάγουλα οι γυναίκες αναμένεται να έχουν τεράστιους κώλους και γιγάντια βυζιά. Κάπου αλλού είδα το καθεστώς της αρχαίας Σπάρτης να χαρακτηρίζεται ως «φασιστικό και παιδοφιλικό». Σε αυτό το παιχνίδι βέβαια μπορούν να μπουν και οι Δεξιοί οι οποίοι χρόνια τώρα καταδικάζουν το Ισλαμ ως την θρησκεία των παιδεραστών ισχυριζόμενοι ότι ο ίδιος ο Μωάμεθ πήρε μια σύζυγό όταν ήταν ακόμα παιδί, αγνοώντας εσκεμμένα ότι αυτός ήταν παγκοσμίως ο κανόνας  μέχρι πρόσφατα και όπου και να κοιτάξεις στην ιστορία μπορείς να βρεις τέτοια παραδείγματα βασιλιάδων και ηγετών. Ηλικιακά όρια για το γάμο δεν υπήρχαν αν και συνήθως τίθεντο όρια από την αναπαραγωγική δυνατότητα των γυναικών.

Εν ολίγοις η συζήτηση περί παιδεραστίας και ηλικιακής διαφοράς δεν έχει εύκολες απαντήσεις και η αγανάκτηση με την οποία εκφράζονται οι απόψεις σίγουρα δεν διευκολύνει την κουβέντα καθώς συχνά η κάθε πλευρά θέλει να υπερασπιστεί τις επιλογές της και τα βιώματά της. Σίγουρα πάντως μπορεί να γίνει με καλύτερους όρους τόσο από το γενικευμένο κλίμα υστερίας όσο και από το gaslighting της βιολογικοποίησης της έμφυλης ιεραρχίας όπου οι προτιμήσεις μας φυσικοποιούνται και παραμένουν εκτός κρτικής.

To Ghosting και το σύγχρονο νεοφιλελευθερο υποκείμενο

Η λιγοτερο popular αποψη μου για το ghosting είναι οτι δεν αποτελει ελαττωμα χαρακτήρα αυτού που το κάνει αλλα απορρέει απο την ευρύτερη δομή των σχέσεων και συσχετίσεων σήμερα οι οποίες δημιουργούνται ad hoc μονο στο βαθμο που μας προσφέρουν καποια απόλαυση και λύονται τη στιγμή που παύουν να το κάνουν. Από τη στιγμή που δεν βρίσκουμε ότι κάποιος εξυπηρετεί πλέον τις ανάγκες μας δεν υπάρχει σχέση και αφού δεν υπάρχει σχέση δεν υπάρχει οποιοδήποτε άλλο υπόβαθρο που μας υποχρεώνει να απαντήσουμε, να εξηγήσυμε κτλ. Οποιοδήποτε αλλο υπόβαθρο βιώνεται ως «καταπιεστικό» καθώς μας υποχρεώνει να κάνουμε μια άβολη συζήτηση η οποία δεν έχει τίποτα να μας προσφέρει -και οι σχέσεις σήμερα are all about το τι μας προσφέρουν, σαν ένα προιόν που εξυπηρετεί τις ανάγκες του καταναλωτή.

Το ghosting είναι επίσης απόρροια της αντίληψης ότι ο καθενας είναι υπεύθυνος για τα δικά του συναισθήματα. Η Eva Illouz παρατηρεί ότι ενώ στις αρχες του 19 αιώνα, δλδ στις απαρχές της δημιουργίας του ρομαντικού έρωτα και του courting, όταν κάποιος σου έδινε λάθος μηνύματα και καλλιεργούσε ελπίδες (όπως στο Sense and Sensibility) θεωρούταν υπόλογος και η κοινότητα κατηγορύσε αυτον για παραβίαση των άγραφων κανόνων, σήμερα είσαι ΕΣΥ υπεύθυνος να διατηρείς τα όρια σου και ολοι κατηγορούν εσένα που επένδυσες παραπάνω από οσο έπρεπε σε μία σχέση αντί να είσαι επιφυλακτικός. Η υπερβολική επένδυση θεωρείται αδυναμία του δικού σου χαρακτηρα, σίγουρα σύμπτωμα κάποις κρυφής ψυχοπαθολογίας. Ο νεοφιλελεύθερος επιχειρησιακός εαυτός φέρει εδώ όπως και σε κάθε τι άλλο την ευθύνη για ό,τι του συμβεί σε ένα κόσμο που οι δεσμεύσεις μας προς τους άλλους είναι αποδυναμωμενες

Ετικετοποιημένο

Οι 4 Κανόνες του Dating σύμφωνα με τους καλύτερους dating coach

Εστίασε στον εαυτό σου

Βάλε πρώτο τον εαυτό σου. Εστίασε στα δικά σου συναισθήματα -όχι τα δικά του/της. Επένδυσε στον εαυτό σου. Μην αφήσεις το dating να σε αποσπάσει από τους  δικούς σου στόχους. Γίνε ανεξάρτητη, προστάτεψε την αυτονομία σου. Μην αναζητάς την επιβεβαίωση στις σχέσεις σου -βρες την στον ίδιο τον εαυτό σου. Φτιάξε τον εαυτό σου, χτίσε το brand σου, κάνε το growth σου. Στον ύστερο καπιταλισμό είσαι προ πάντων ανθρώπινο κεφάλαιο και οφείλεις να επενδύεις διαρκώς σε αυτό -δλδ στην καριέρα, την υγεία και όλες τις δραστηριότητες αυτές από τις οποίες ο καπιταλισμός μπορει να αντλήσει υπεραξία. Μην έχεις ανάκγη κανέναν και μόνο τότε θα ελκύσεις το κατάλληλο άτομο. Στο απόλυτα σολιψιστικό αυτό σύμπαν υπάρχει μόνο το Εγώ, ενώ ο Άλλος έχει δια παντός εξοστρακιστεί. Υπάρχει μόνο σαν αντανάκλαση σου, σαν ολόγραμμα από άλλη διάσταση, σαν guest star στον ναρκισσιστικό κόσμο της Barbie όπου εσύ πρωταγωνιστείς.

Μείνε στο Νοίκι

Στον ύστερο καπιταλισμό το ιδιοκτησιακό καθεστώς για τον πολύ κόσμο έχει de factο καταργηθεί. Σε κανέναν σχεδόν δεν ανήκει πια τίποτα -από τα σπίτια και το software μέχρι τις ταινίες και τα μουσικά κομμάτια όλα τα νοικιάζουμε πληρώνοντας συνδρομή μέχρι τον θάνατό μας. Οι ανθρώπινες σχέσεις ακολουθούν κι αυτές το ίδιο μοτιβο. Όπως αναγγέλλει μια dating coach της manosphere -and she ‘s onto something- «δεν είναι δική σου, είναι απλά η σειρά σου. Όλες οι σχέσεις είναι απλά προσωρινές συμβάσεις μίσθωσης». Το παλιό μοντέλο του «μέχρι να μας χωρίσει ο θάνατος» έχει πεθάνει, ακριβώς όπως η καριέρα στην ίδια εταιρεία μέχρι την συνταξιοδότηση. Τώρα οι παραγωγικές δυνάμεις απαιτούν ευελιξία και προσαρμοστικότητα. Κάθε σχέση σημαίνει απλά και μόνο ότι ήρθε η σειρά σου μέχρι νεωτέρας και μπορεί να λήξει τόσο έυκολα και γρήγορα όσο η σύμβασή σου. Το μοντέλο μοιάζει με μουσικές καρέκλες -όποιος προλάβει κάθεται. Μπορεί να προσφέρει μια διαρκή ανανέωση, νέες εμπειρίες και την συγκίνηση του καινούριου αντί την πλήξη της επανάληψης. Σημαίνει ταυτόχρονα ότι όλοι είναι έτοιμοι να τους γκοστάρουν όσο έτοιμοι είναι και να  τους πετάξει ο ιδιοκτήτης από το σπίτι τους. Κανένας βέβαια δεν θα  ρίξει πολλά λεφτά στο διαμέρισμα που νοικιάζει ούτε θα σχεδιάσει τη ζωή του βάσει της προσωρινής του διεύθυνσης.

Διαπραγματεύσου

Στον σύγχρονο απόλυτα ρευστό κόσμο των σχέσεων τίποτα δεν θεωρείται δεδομένο, οι μορφές σχέσεων είναι τόσες όσες και τα ζευγάρια. Στον συμβολαιοκρατικό κόσμο του καπιταλισμού τα πάντα είναι ένα ιδιωτικό συμφωνητικο μεταξύ ελεύθερα συμβαλλομένων μερών. Τους όρους πρέπει να τους διαπραγματευτείς έναν έναν. Οι συλλογικές συμβάσεις έχουν καταρρεύσει, είσαι μόνο σου απέναντι στον Άλλον και οι όροι όπως και τα όρια εξαρτώνται από τις διαπραγματευτικές σου ικανότητες. Θες σοβαρή σχέση αντί situationship? Θες ανοιχτή σχέση αντί αποκλειστικότητας? Θες να προσέχεις τα παιδιά αντί να δουλεύεις? Διεκδίκησέ το! Πρέπει να το διαπραγματευτείς παρατάσσοντας όλες τις τακτικές: χρησιμοποίησε επιχειρήματα,  απείλησε με αποχώρηση, μπλόφαρε φουσκώνοντας το value σου. Στο καλύτερο σενάριο? Θα καταλήξεις με μία απόλυτα customized εμπειρία που θα ικανοποιεί και τους δύο. Στο χειρότερο? Θα σε καπελώσει αυτός με την περισσότερη προσωπική, οικονομική, θεσμική και πολιτισμική εξουσία. Θα έχεις όμως μόνο τον εαυτό σου να κατηγορείς. Στον αγχωτικό αυτό τοπίο του αναπόδραστου ανταγωνισμού και της απόλυτης αβεβαιότητας που θυμίζει απορρυθμισμένη αγορά, οι dating coach υπόσχονται να σου προσφέρουν έτοιμες απαντήσεις και προσωπικό empowerment.

Αποστασιοποιήσου

Στον ύστερο καπιταλισμό τα υπερβολικά έντονα συναισθήματα είναι ύποπτα και αντιπαραγωγικά. Πρέπει να υποβάλλονται σε διαρκή έλεγχο, εποπτεία, καταγραφή και εκλογίκευση με την βοήθεια και της ψυχοθεραπείας.  Όπως ισχυρίζεται και μια dating coach, «αν νιώθεις πεταλούδες στο στομάχι, είναι  απλά το σώμα σου που σε προειδοποιεί ότι κάτι δεν πάει καλά» ή «το anxious attachment syndrome σου που βγαίνει στην επιφάνεια» σύμφωνα με την πανταχού παρούσα ψυχοθεραπευτική γλώσσα. Αν θες να σε αγαπήσουν θα πρέπει να ελέγχεις πλήρως τα συναισθήματά σου. Η αυτοπειθαρχία είναι must, η αποστασιοποίηση απαραίτητη. Σου δίνει περισσότερη διαπραγματευτική δύναμη, η απόσταση σε κάνει απλά πιο ποθητό. Μην είσαι needy, μην αφήνεις τον Άλλον να επηρεάζει το mood σου, μην περιμένεις μήνυμά του, μην την σκεφτείς καν -μπορεί να μην το μάθει αλλά θα το ξέρει το σώμα σου, τα επίπεδα κορτιζόλης σου ανεβαίνουν, το healing σταματά. Δεν είσαι πια cool -η ιδανική θερμοκρασία την επιοχής μας. Go no-contact αν χρειαστεί ως μέθοδο απεξάρτησης. Ο έρωτας είναι κι αυτός ένα ναρκωτικό.

Ετικετοποιημένο

O Έρωτας στα χρόνια του Ύστερου Καπιταλισμού

Υπάρχει ένα debate που λαμβάνει χώρα στους κόλπους της κοινωνιολογίας και της φιλοσοφίας σχετικά με τον έρωτα οι οποίες προσπαθούν να εξηγήσουν την σημερινή «κρίση»που φαίνεται να περνούν οι ερωτικές σχέσεις. Η μία πλευρά εστιάζει στην έμφυλη διάσταση: οι γυναίκες ήταν παραδοσιακά εξαρτημένες από τους άντρες, προσφέροντας στη σχέση περισσότερα από ο,τι έπαιρναν πίσω σε όρους οικιακής, αναπαραγωγικής και συναισθηματικής εργασίας. Η απελευθέρωση από αυτό τον καταναγκασμό που επέφερε η είσοδός στην μισθωτή εργασία λειτούργησε αποσταθεροποιητικά για τις σχέσεις. Οι γυναίκες, έχοντας κερδίσει την οικονομική τους ανεξαρτησία από το πλαίσιο της οικογένειας, δεν είναι πια διατεθειμένες να δώσουν χωρίς να παίρνουν και δεν δέχονται τους όρους που θέτουν οι προσκολλημένοι στις παραδοσιακές αξίες άντρες. Και ενώ το κίνημα των incels πλήττεται από την λεγόμενη «male loneliness epidemic”, παραπονιέται ότι οι γυναίκες έχουν γίνει απαιτητικές και τις απειλεί ότι θα μείνουν μόνες, πολλές γυναίκες βιώνουν ακριβώς αυτή την «μοναξιά» ως μια νεοαποκτηθείσα ελευθερία ακριβώς επειδή η εναλλακτική είναι υποταγή τους στους άντρες και η προτεραιοποίηση των δικών τους αναγκών.

Η άλλη πλευρά του debate εστιάζει στην άνοδο του ατομικισμού και του καπιταλισμού: οι ερωτικές σχέσεις σήμερα χαρακτηρίζονται από μια θεμελιώδη ένταση ανάμεσα στην αναζήτηση συντροφικότητας, αναγνώρισης και επιβεβαίωσης από τη μία και στον περιορισμό της προσωπικής αυτονομίας που επιφέρει η αβεβαιότητα του έρωτα και η τρωτότητά μας απέναντι στον Άλλον εντός της ερωτικής σχέσης. Παρόλο που η κοινωνιολόγος Eva Illouz [στο έργο της οποίας περιλαμβάνει must-reads όπως το Γιατί Πληγώνει ο Έρωτας] παραδέχεται ότι η άισθηση της προσωπικής αυτονομίας καλλιεργείται δυνατότερα στους άντρες -με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις σχέσεις το ισχυρότερο εγώ τους, θεωρεί ότι βασική πηγή του πόνου που επιφέρει ο έρωτας αποτελεί ακριβώς η διάσταση ανάμεσα στην νεοφιλελευθερη ρητορική περί αυτονομίας και την κοινωνική πραγματικότητα σύμφωνα με την οποία η ανάγκη αναγνώρισης παραμένει θεμελιώδης για τον άνθρωπο.

Παράλληλα η αίσθηση μιας τεράστιας γκάμας εναλλακτικών ερωτικών συντρόφων που προσφέρουν πχ τα dating apps προωθεί την καπιταλιστική λογική της ορθολογικής επιλογής και της μεγιστοποίησης της χρησιμότητας με αποτέλεσμα η αναζήτηση συντρόφου να εμπεριέχει στοιχεία του ανταγωνισμού της ελεύθερης αγοράς που επιτείνουν την αβεβαιότητα και το υπαρξιακό μας άγχος. Η Αόρατη Επιτροπή στο κείμενο «Τώρα» γράφει πάνω στη διείσδυση της λογικής του κόστους ευκαιρίας σε κάθε πτυχή των ανθρωπίνων σχέσεων:

«Η ζάλη που σχετίζεται με το χρήμα προέρχεται από τη φύση του ως καθαρής δυνατότητας. Η νομισματική συσσώρευση είναι η αναβολή κάθε πραγματικής απόλαυσης, καθώς το χρήμα φέρνει σε ισοδυναμία ως δυνατότητες ολόκληρο το φάσμα των πραγμάτων που μπορούν να αγοραστούν με αυτό. Κάθε δαπάνη, κάθε αγορά είναι πρώτα μια απώλεια, σε σχέση με αυτό που είναι ικανό να προσφέρει το χρήμα. Κάθε συγκεκριμένη απόλαυση που επιτρέπει σε κάποιον να αποκτήσει είναι πρώτα μια άρνηση του συνόλου των άλλων πιθανών απολαύσεων που περιέχει μέσα του. Στην εποχή του ανθρώπινου κεφαλαίου και του ζωντανού νομίσματος, κάθε στιγμή της ζωής και κάθε πραγματική σχέση καλύπτονται από ένα σύνολο πιθανών ισοδυνάμων που τις ροκανίζουν. Το να είσαι εδώ συνεπάγεται την μη διατηρήσιμη αποποίηση του να είσαι οπουδήποτε αλλού, όπου η ζωή είναι φαινομενικά πιο έντονη, όπως έχει επιφορτιστεί να μας ενημερώσει το smartphone μας. Το να είσαι με ένα συγκεκριμένο άτομο είναι μια αφόρητη θυσία όλων των άλλων προσώπων με τα οποία θα μπορούσε κανείς κάλλιστα να είναι μαζί. Κάθε αγάπη ακυρώνεται εκ των προτέρων από όλους τους άλλους πιθανούς έρωτες. Εξ ου και η αδυναμία να είσαι εκεί, η ανικανότητα να είσαι μαζί. Παγκόσμια δυστυχία. Βασανιστήρια από πιθανότητες. Ασθένεια μέχρι θανάτου. «Απελπισία», όπως τη διέγνωσε ο Κίρκεγκωρ»

Σύμφωνα με την πρώτη πλευρά του debate συνεπώς, το να βλέπουμε τις σχέσεις υπό ένα συναλλακτικό πρίσμα είναι μια προσέγγιση μάλλον φεμινιστική ακριβώς επειδή είναι αντίθετη με την παραδοσιακή επιταγή της αυτοθυσίας κυρίως των γυναικών που καλούνταν να αγαπούν χωρίς να λογαριάζουν το κόστος. Σύμφωνα με την δεύτερη, δεν είναι παρά ο θρίαμβος της λογικής της αγοράς και στις ερωτικές σχέσεις που τώρα προσεγγίζονται συναλλακτικά, ως καταναλωτικό αγαθό αλλά και ως επιχειρηματική δραστηριότητα, όπου οι συμβεβλημένοι καλούνται να «επενδύσουν» μετά από έναν υπολογισμό κόστους οφέλους και να υπαναχωρούν οποτεδήποτε νιώθουν ριγμένοι.

Πίσω από τη σύγκρουση αυτών των θέσεων βρίσκεται ένα περισσότερο φιλοσοφικά ερώτημα: Πώς «πρέπει» να αγαπάμε; Ασυγκράτητα ή συγκρατημένα; Να χάνουμε τον εαυτό μας ή να βάζουμε τον εαυτό μας πρώτο? Να δινόμαστε ολόψυχα ή να κρατάμε και καμια πισινή? Κάποιοι φιλόσοφοι όπως ο Badiou στο Εγκώμιο για τον Ερωτα και ο Byung-Chul Han στην Αγωνία του Ερωτα βλέπουν με καχυποψία τη νέα τάση που προωθείται και από την ποπ κουλτούρα και τις διαφημιστικές σύμφωνα με την οποίο ο έρωτας θα πρέπει να είναι μια ανώδυνη και χωρίς ρίσκα πηγή ηδονής. Ανιχνεύουν σε αυτά την ίδια αποφυγή ρίσκου που αναμένεται να δείχνουν και οι επιχειρήσεις με τις ρήτρες ασφαλείας του ασφαλιστικού συμβολαίου ή ακόμα και με τις «ευέλικτες» μορφές εργασίας που προτιμούν οι εργοδότες. Το ηδονιστικό μεταμοντέρνο υποκείμενο αναμένεται να είναι αρκετά αποστασιοποιημένο ώστε να είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμο να ξαποστείλει τον άλλον τη στιγμή που θα βιώσει την παραμικρή δυσφορία ή απειλή για την προσωπική του αυτονομία. Στο σημείο αυτό θα ταίριαζε να αναφερθεί και η διαφήμιση παρόχου ιντερνετ που είχε κατακλύσει το διαδίκτυο και τα ΜΜM τον Φλεβάρη με το ‘Anti-Valentine’ σύνθημα «μείνε ελεύθερος, πακέτα χωρίς δεσμεύσεις»: ο έρωτας δηλαδή ως ασύμβατος με την ελευθερία μας. Όπως γράφει και αλλού (Τοπολογία της Βίας) ο Byung-Chul Han, στη συγχρονη κοινωνία της επίδοσης η δέσμευση πρέπει να αποφεύγεται. «Το υποκείμενο της επίδοσης πρέπει να είναι ένας ευέλικτος άνθρωπος. Η στροφή αυτή οφείλεται κυρίως σε οικονομικους λόγους. Η αυστηρή ταυτότητα εμποδίζει στις μέρες μας την επιτάχυνση των παραγωγικών σχέσεων».

Εδώ και πάλι δεν μπορούμε να αγνοήσουμε την έμφυλη διάσταση. Οι γυναίκες πάρα πολύ συχνά γελοιοποιούνται ή παθολογικοποιούνται ακριβώς επειδή αγαπάνε «υπερβολικά». Χαρακτηρίζονται τρελές, πιεστικές, απελπισμένες, υστερικές ή οριακές και κατηγορούνται ότι «πνίγουν» τους άντρες με την αγάπη τους; Η Mona Chollet στο βιβλίο της «Εφευρίσκοντας των Έρωτα Ξανά: Πώς η πατριαρχία σαμποτάρει τις ετεροφυλόφιλες σχέσεις» γράφει αναφορικά με όλη την παραπάνω συζήτηση: «θέλοντας να επικρίνουμε την εφαρμογή της καπιταλιστικής ορθολογικότητας στις ερωτικές σχέσεις, καταλήγουμε να νομιμοποιούμε και να υποθάλπουμε επικίνδυνα τις μαζοχιστικές τάσεις που καλλιεργούνται στις γυναίκες […] με κίνδυνο να τις παραδώσουμε δεμένες χειροπόδαρα σε κακοποιητικούς συντρόφους». Έτσι φαίνεται να οδηγούμαστε σε αδιέξοδο αφού κινδυνεύουμε είτε να επικυρώσουμε την υποταγή των γυναικών εντός της ερωτικής σχέσης είτε την λογική του καπιταλισμού περί ανταγωνισμού και παιγνίου μηδενικού αθροίσματος.

Το ζήτημα βέβαια εκτείνεται πέρα από την σωστή διαχείριση των γκομενικών μας: οι ερωτικές σχέσεις είναι αυτές στις οποίες στρεφόμαστε πλέον υποχρεωτικά για την άντληση επιβεβαίωσης, συντροφικότητας και στοργής σε έναν κόσμο που έχει διαλύσει κάθε έννοια κοινότητας και σταθερότητας. Όπως το θέτει και η Illouz “η δύναμη [της αγάπης] πηγάζει από το πρωταρχικό γεγονός ότι ο έρωτας παρέχει ένα ισχυρό έρεισμα για την αναγνώριση, την αντίληψη και τη συγκρότηση της αξίας του ατόμου, σε μια εποχή κατά την οποία η κοινωνική αξία είναι αβέβαιη και υπό συνεχή διαπραγμάτευση». Αυτό κάνει το θέμα των ερωτικών σχέσεων πιεστικό σε βαθμό αυτοσαμποτάζ. Και για να μην φανούν όλα τα παραπάνω ως ένα νοσταλγικό αν όχι συντηρητικό ξέσπασμα, ας τονίσουμε ότι δεν είναι μόνο οι ερωτικές σχέσεις που φαίνεται να υποφέρουν. Οπως παρατηρεί ο H. Rosa στο βιβλίο του Επιτάχυνση και Αλλοτρίωση, όχι μόνο οι ερωτικές σχέσεις αλλά ακόμα και οι φιλικές και οι οικογενειακές διέπονται πλέον από τους νόμους του ανταγωνισμού εφόσον «αν δεν είμαστε αρκετά ενδιαφέροντες ή διαθέσιμοι ακόμα και οι φίλοι και οι συγγενείς μπορει να μας ξεγράψουν σε έναν διαρκώς επιταχυνόμενο κόσμο όπου η θέση κανενός δεν είναι εξασφαλισμένη σε κανένα τομέα». Όσο κι αν στοχεύουμε λοιπόν να οικοδομήσουμε υγιέστερες ερωτικές σχέσεις, απώτερος στόχος θα πρέπει να είναι ένας κόσμος όπου το να είσαι single δε θα ταυτίζεται με το να είσαι μόνο σου. Και αυτός σίγουρα δεν είναι ο κόσμος του καπιταλισμού.