Η Υποταγή της Γυναίκας ως Ρομαντισμός

Προσέξτε πώς στην εποχή του #MeToo η αρρενωπότητα κατορθώνει να επαναπροσδιορίζεται ως μη βίαιη παραμένοντας όμως τοξική. Ο ανδρισμός εξακολουθεί να επιβεβαιώνεται μέσω της υποταγής μιας γυναίκας, η ιεραρχική σχέση συνεχίζει να υπάρχει, ρομαντικοποιείται όμως και παρουσιάζεται ως οικειοθελής. Η γυναίκα έτσι μπορει να «παραδίνεται», λέξη που ενεργοποιεί πολύ ρομαντικούς και παθιασμένους συνειρμούς μέχρι να σκεφτείς ότι κανείς ποτέ δεν είπε οτι η θηλυκότητα επιβεβαιώνεται όταν ο άντρας σου παραδίνεται. Η θηλυκότητα αντιθέτως επιβεβαιώνεται ακριβώς μέσω της παράδοσης σε έναν άντρα γιατί ορίζεται πάντα ως προς το ανώτερο αρσενικό.

Η αναπαράσταση αυτή της αγαπης και του έρωτα ως υποταγής και παραδοσης της γυναίκας στον άντρα χωρίς βία κάνει την πατριαρχική ιεραρχία πιο ευπεπτη και φυσική -το αντίθετο χτυπάει άσχημα όπως φανερώνουν και φράσεις τύπου «τον έβαλε στο βρακί της», «πέφτει παντόφλα» κτλ. Οι γυναίκες μαθαίνουν να βλέπουν τις σχέσεις και τις εαυτές τους μέσα από αυτή την αντρική οπτική και αφομοιώνουν το πρότυπο της υποταγής τους ως συναινετικό -δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι η συγκεκριμένη σελίδα τσιτάτων φαίνεται να είναι γραμμένη από τη γυναικεία οπτική ενώ ταυτόχρονα πλασάρεται ως empowering για τις γυναίκες.

Γιατί το Νομοσχέδιο της ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗΣ Συνεπιμέλειας αποτελεί πατριαρχική παρακμή

Έχω την εντύπωση ότι η αντίδραση του γυναικείου κινήματος απέναντι στο σχέδιο νόμου για την ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ συνεπιμέλεια είναι κάπως μουδιασμένη. Την ώρα που αφίσες με τη χειριστικότατη προπαγάνδα των Ενεργών Μπαμπάδων έχουν τοποθετηθεί σε εκατοντάδες panels δίπλα από στάσεις αστικών λεωφορείων σε όλη την Αττική, την ώρα που χωρίς αντίλογο το γνωστό λόμπυ πιπιλίζει τ’ αυτιά της κοινής γνώμης σε τηλεοράσεις και ραδιόφωνα, οι φωνές που εκπροσωπούν τις γυναίκες, αν και υπαρκτότατες, ακούγονται κάπως διασκορπισμένες, λες και σαν κίνημα δεν έχουμε αντιληφθεί το διακύβευμα του επίμαχου ζητήματος, λες και θεωρούμε ότι δεν μας αφορά, λες και παρακολουθούμε απαθώς τα σχετικά με το σχέδιο νόμου δρώμενα σαν ένα ατύχημα που αναμένουμε να συμβεί από στιγμή σε στιγμή. Πρόκειται βέβαια για ένα μούδιασμα, μια αμηχανία εν μέρει κατανοητά, διότι ο τρόπος που πλασάρεται το νομοσχέδιο ίσως έχει κάνει πολλές από εμάς να πιστεύουμε ότι θα επιφέρει την πολυπόθητη ισότιμη συμμετοχή των αντρών στις οικογενειακές υποχρεώσεις και ΝΕ ΤΙ, ΑΥΤΟ ΔΕ ΘΕΛΟΥΜΕ ΤΟΣΟ ΚΑΙΡΟ;

Το λόμπυ των μπαμπάδων έχει εκμεταλλευτεί κάθε μέθοδο πειθούς για να μας αποδείξει ότι δήθεν αδικείται από το νόμο: επίκληση στο συναίσθημα, ψευδοεπιστήμη, επίμονες πιέσεις σε πολιτικά πρόσωπα, βομβαρδισμό φθηνών τσιτάτων σε πανό, αφίσες, αυτοκόλλητα, διαδικτυακές διαφημίσεις, ενώ έχει τη στήριξη ισχυρών «συμμάχων», από διαφημιστικές εταιρείες μέχρι καθεστωτικά ΜΜΕ, που προωθούν τον έντονα πατριαρχικό του λόγο συχνά αφιλοκερδώς. Όμως η συναινετική συνεπιμέλεια ΗΔΗ προβλέπεται από το νόμο, ευτυχώς όμως ως τώρα ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ.

Για να ξεδιαλύνουμε ορισμένες ασάφειες λοιπόν, όχι, το εν λόγω νομοσχέδιο που τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση χθες δεν προσφέρει «επιλογές», διότι καθιστά τη συνεπιμέλεια κατόπιν διαζυγίου ΕΞ ΑΡΧΗΣ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ, ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ, ΕΠΙΒΑΛΛΟΜΕΝΗ, ΠΩΣ ΤΟ ΛΕΝΕ ΤΕΛΟΣΠΑΝΤΩΝ. Η ελευθερία και άνεση επιλογής εντός μιας τέτοιας συνθήκης είναι παρόμοια με το να κλειδώσουμε δύο άτομα σε ένα κελί και μετά να τους δείξουμε μια πόρτα που αχνοφαίνεται κάπου στο βάθος λέγοντάς τους «δεν καταλαβαίνω την έκρηξή σας, να, ορίστε, εκεί είναι η πόρτα, περπατήστε μέχρι εκεί και φύγετε αν αυτό θέλετε», ενώ παράλληλα ισχυριζόμαστε ότι τα κλειδώσαμε εκεί για το καλό τους, το οποίο εμείς με τις τηλεπαθητικές μας ιδιότητες γνωρίζουμε εκ των προτέρων. Η απόσταση ανάμεσα σε μια μητέρα και αυτή την πόρτα όμως είναι ανάλογη με τα εμπόδια που μπαίνουν μπροστά της αρχικά από τον ίδιο τον προτεινόμενο νόμο, από τον πατέρα και κατ’ επέκταση από την πατριαρχία.

Αν μια γυναίκα ή το παιδί της είναι θύματα ενδοοικογενειακής ή σεξουαλικής βίας από τον πατέρα, πράγμα δυστυχώς αρκετά συχνό στην Ελλάδα, προβλέπεται ότι ο πατέρας θα χάσει τη γονική μέριμνα ή την επιμέλεια του παιδιού κατόπιν ΑΜΕΤΑΚΛΗΤΗΣ καταδίκης. Δηλαδή, για περίπου 5 – 8 χρόνια, ένας κακοποιητής θα έχει πρόσβαση στο άτομο που κακοποίησε ανενόχλητος, με τη μητέρα ουσιαστικά να εγκλωβίζεται σε μία τοξική και δυνητικά επικίνδυνη συνύπαρξη μαζί του, με την ελπίδα ότι η αστική δικαιοσύνη θα τη δικαιώσει. Εισαγγελική παρέμβαση προβλέπεται «σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις» μονάχα ως προς την προστασία του παιδιού, και όχι του γονέα που έχει κακοποιηθεί, αφήνοντας δεκάδες γυναίκες παντελώς εκτεθειμένες, πράγμα που σίγουρα δε συμφέρει ούτε το παιδί.

Ο διάλογος σχετικά με την ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ συνεπιμέλεια συχνά δομείται γύρω από τη συκοφάντηση των μητερών ως εκδικητικές μέγαιρες που στο βωμό μιας πενιχρής διατροφής, η οποία ούτε κατά διάνοια δεν μπορεί να καλύψει τις υποτιπώδεις ανάγκες ενός παιδιού, είναι υποτίθεται ικανές να εκβιάσουν τους πατεράδες εις βάρος του παιδιού τους. Προβάλλεται ως επιστημονικό δεδομένο ένα σύνδρομο που δεν υπάρχει, και συχνά δικαιολογεί την απουσία ενός γονιού από τη ζωή του παιδιού του, γιατί αυτή η εξήγηση είναι καλύτερη από το γεγονός ότι ο απών γονιός απλά αδιαφορεί. Καταπνίγονται έτσι η έμφυλη διάσταση του οικογενειακού δικαίου, αλλά και η καθημερινότητα των γυναικών που προσπαθούν να τα βγάλουν πέρα αντιμετωπίζοντας την απροθυμία των πρώην συζύγων να είναι στη ζωή του παιδιού τους ή να καταβάλουν διατροφή, σε έναν κόσμο έντονων μισθολογικών διαφορών και ανεργίας εις βάρος των γυναικών, και παράλληλα σε έναν κόσμο που ως επί τω πλείστον οι γυναίκες επωμίζονται το βάρος ολόκληρης της οικογενειακής φροντίδας.

Παρόλο που το συμφέρον του παιδιού έχει μπει στη σέντρα της μπαμπορητορικής, μια τέτοια νομοθεσία δεν θα είναι τίποτε περισσότερο από ένας βραχνάς, ένας glorified μοχλός πίεσης και εκβιασμού των γυναικών από τους πρώην συζύγους τους, αυτή τη φορά powered by κυβέρνηση. Τρανή απόδειξη αυτού είναι ότι μέχρι τώρα, στο σημείο μηδέν λίγο πριν την ψήφιση του σχεδίου νόμου, οι αρμόδιες αρχές δεν έχουν πραγματοποιήσει οποιονδήποτε διάλογο με τις γυναικείες οργανώσεις που έχουν κινητοποιηθεί επί του ζητήματος, οι φωνές που έχουν ακουστεί ως τώρα αντιδρούν στις προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις με τις δικές τους δυνάμεις, χωρίς τις «πλάτες» του συστήματος που ευθαρσώς τις αντιμάχεται.

Μη σας μπερδέυει λοιπόν το επιτηδευμένα «προοδευτικό» λεξιλόγιο όλης αυτής της προπαγάνδας, ο νόμος δεν καταπατά τα δικαιώματα κανενός μπαμπα, ενώ για όποια προβλήματα πιστεύει ότι έχει, η ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ συνεπιμέλεια σίγουρα ΔΕΝ αποτελεί λύση ή δρόμο προς την ισότητα.

~Valide Sultan

Γιατί γυναίκες που εχουν κάνει εκτρωση είναι Εναντίον του δικαιώματος άλλων γυναικών

Το να λές ότι είσαι κατά της έκτρωσης γιατί είσαι υπέρμαχος της πρόληψης είναι σαν να λές οτι είσαι κατά της διασωλήνωσης των ασθενών με covid γιατί είσαι υπέρμαχος της πρόληψης, της χρήσης μάσκας και αντισηπτικού. Καταρχάς, το αν θα νοσήσεις δεν εξαρτάται πάντα μόνο από σένα, όσο και αν προσέχεις. Κατά δεύτερον, φανταστείτε μια φασιστική κοινωνία που θα άφηνε τους ανθρώπους τιμωρητικά να υποστούν τις συνέπειες των λαθών τους στην υγεία τους επειδη απλά δεν πρόσεχαν αρκετά. Η λογική αυτή ειναι βαθιά μισάνθρωπη, καθώς με το πρόσχημα της πρόληψης αφαιρεί από τα άτομα την δυνατότητα να κάνουν σφάλματα και να μάθουν (ή και όχι) από αυτα.


Το πόσο βαθιά υποκριτική είναι αυτή η στάση φαίνεται και από το γεγονός οτι η συντάκτρια δεν βρίσκει καμία αντίφαση ανάμσεα στα όσα υποστηρίζει και στο γεγονός οτι η ίδια έχει υποστεί την επέμβαση. Αυτό που ουσιαστικά μας λέει είναι οτι η ίδια είχε μια ευκαιρία που δεν αναγνωρίζει στις υπόλοιπες, είχε την ευκαιρία να μην πληρώσει ένα λάθος που χρεώνει στον εαυτό της και ελεύθερη από τις συνέπειες έχει τώρα την άνεση να κριτικάρει τις άλλες γυναίκες. Με λίγα λόγια, η ίδια είχε την πολυτέλεια μιας δεύτερης ευκαιρίας να ορίσει το σώμα της και να επιλέξει τις συνθηκες κάτω από τις οποίες θα εγκυμονήσει και θα γίνει μητέρα, είχε την πολυτέλεια μετά απο αυτή την επέμβαση -που η ίδια βίωσε τραυματικά- να μάθει για παράδειγμα να εφαρμόζει καλύτερη αντισύλληψη. Όσες όμως είναι στο στάδιο που βρισκόταν η ίδια ΠΡΙΝ από αυτή τη διαδικασία το θεωρεί αποδεκτό να έχουν λιγότερες ευκαιρίες από την ίδια -όπως δηλαδή ψήφισε ο συγκεκριμένος πολιτικός τον οποίο και υποστηρίζει.


Μπορούμε έτσι να αντιλληφθούμε την εναντίωση κάποιων γυναικών στο δικαίωμα στην έκτρωση όχι σαν ένα σεβασμό προς «τη ζωή», την οικογένεια ή τις παραδοσιακές αξίας αλλά μια καθαρά εγωιστική επιλογή να αφαιρέσουν από άλλες γυναικες δικαιώματα που οι ίδιες είχαν αλλά νιώθουν, από προνομιακή πια θέση, οτι δεν χρειάζονται πια. Το ιδιο βέβαια μπορεί να ειπωθεί και γενικότερα για την εναντίωση γυναικών στον φεμινισμό, ο οποίος φυσικά και τις βοήθησε να να ανέλθουν σε μια θέση όπου έχουν πλέον την ψευδαίσθηση ότι δεν τον χρειάζονται πια.

Φαντάζομαι ότι με την ίδια λογική το δικαίωμα να πάρουμε το λεωφορεία είναι γελοίο γιατί έτσι απλά δηλώνουμε σκλάβες στην αποτυχία μας να έχουμε οι ίδιες ένα δικό μας αυτοκίνητο, κάτι που συνάδει πάρα πολύ με την νεοφιλελεύθερη λογική

Ένα Λουλούδι στην Κυρία που Αντέχει την Πατριαρχία

Eδώ είναι ένα παράδειγμα καλοπροαίρετου σεξισμού που συνδυάζεται άψογα με passive-aggressiveness.


Η ευχή για τη μέρα που έτσι κι αλλιώς δεν ήταν ποτέ γιορτή έχει σκοπό να υπενθυμίσει στις γυναίκες τον φυσικό τους ρόλο που είναι να γεννάνε τα παιδιά των αντρών και να τους κανακεύουν με την συναισθηματική εργασία που καταβάλουν τάχα επειδη αυτές είναι εκ φύσεως ευαίσθητες ενώ οι άντρες «χοντρόπετσοι». Οι γυναίκες έτσι εκπαιδεύονται να μην περιμένουν καμία εκδήλωση συναισθημάτων από τους άντρες, να μην έχου κανένα σημάδι για την δική τους αγαπη παρά μόνο κανένα λουλούδι μια στο τόσο, ξέρετε, όπως δεν έχουμε κανένα σημάδι για την ύπαρξη του Θεού αλλά πρέπει να συνεχίσουμε να πιστεύουμε σε αυτόν.


Καλλιεργούνται έτσι οι χαμηλές προσδοκίες και το «με αγαπάει με το δικό του τρόπο, απλά δεν το δείχνει» που μπορεί να ειπωθεί ακόμα και για κακοποιητικές σχέσεις ενώ ταυτόχρονα οι γυναικες οφείλουν να δείχνουν διαρκώς τρυφερότητα και στοργή καλύπτοντας τις ανασφάλειες και τις συναισθηματικές ανάγκες των γύρω τους. Φυσικά όλο αυτό ενισχύεται και από τις ενοχές που καλλιεργούνται ότι τάχα «τους πρήζουμε» και τους «χαλάμε τη ζωή» και άρα αυτοί μας ανέχονται απλά για τα ανταλλάγματα που προσφέρει η υποτιθέμενη γυναικεία μας φύση.


Το οτι το ποστ αυτό έχει χιλιάδες likes είναι δυστυχώς η απόδειξη ότι το διαχρονικό αυτό πατρονάρισμα είναι ο ευκολότερος τρόπος οι ίδιες οι γυναίκες να εσωτερικευσουν τον ρόλο που τους επιβάλλει η πατριαρχία.

Το Παράπονο του Ισαποστάκια

Σε σημερινό κείμενο στη Lifo ο συντάκτης τάχθηκε υπερ της πιο καταπιεσμένης, περιθωριοποιημένης και άδικα βαλλόμενης ομάδας των τελευταίων ημερών: τους ισαποστάκηδες.

Για να απαντήσουμε στο αγωνιώδες ερώτημά του: κανείς δεν στέρησε από κάποιον το δικαίωμα να μένει αμέτοχος, απλά τους άσκησε κριτική για την αδιαφορία και την αποστασιοποιησή τους. Το οτι θελουν να μείνουν εκτός πολιτικών πραγμάτων δεν σημαίνει οτι κέρδισαν το δικαίωμα να είναι εκτός κριτικής.

Οσον αφορά πάλι το αφήγημα περί «δύο αντίθετων απόψεων» το έχουμε ήδη πει: δεν υπάρχουν δύο «αντίθετες απόψεις», δεν υπάρχουν καν απλά δύο κόμματα. Υπάρχει η υπάρχουσα κατάσταση, το status quo, και αυτοί που θέλουν να τα αλλάξουν. Υπάρχει η αδικία, η καταπίεση, η φτώχια, η εκμετάλλευση και η βίαιη καταστολή που παρατηρείται και αυτοί που θέλουν να τις σταματήσουν. Είναι προφανές πως όταν δεν παίρνεις θέση υπερ της αλλαγής, το status quo θα εξακολουθήσει να υφίσταται αν μη τι άλλο λόγω αδράνειας.

Γι αυτό και κάθε παράπονο περί «διχασμού» ή «εμφυλίου» που ακούγεται αυτές τις μέρες είναι αποπροσανατολιστικό: δεν υπαρχουν δύο πλευρές που διχάζουν, αυτό που διχάζει είναι η πραγματικότητα όπου η μία πλευρά έχει την απόλυτη εξουσία και η άλλη βρίσκεται στο απόλυτο έλεος της, καταδικασμένη σε καταστολή και βίαιη τιμωρία αν την αμφισβητήσει και δεν πειθαρχήσει πλήρως στις επιταγές της. Η βία δεν φέρνει βία σε έναν αέναο κύκλο χωρίς αρχή μέση και τέλος, είναι η βία του συστήματος που απλά γεννά αντίδραση. Αν πιάνεις αυτή τη σειρά από τη μέση κάνοντας το δικό σου μοντάζ, απλά παραποιείς την ιστορική πραγματικότητα.


H αντίληψη αυτή του κόσμου σε καμία περίπτωση δεν είναι «μανιχαιστική», γιατί δεν τίθεται με όρους καλού-κακού, δεν είναι τόσο μια ηθική αξιολόγηση. Τίθεται με όρους καταπιεστή και καταπιεζόμενου, ισχυρού και ανίσχυρου, εξουσιαστή και εξουσιαζόμενου. Τίθεται συγκεκριμένα με όρους ΔΟΜΙΚΗΣ καταπίεσης, δηλαδη΄καταπίεσης που βρίσκεται στον πυρήνα της οργάνωσης της κοινωνίας και του κράτους, δεν αλλάζει αυτό με κάποια επεισόδια κάποια Τρίτη βράδυ.


Btw, το «είτε είσαι μαζί μας είτε είσαι εναντίον μας» που είχε πει ο Bush όταν κήρυξε το «πόλεμο κατά τις τρομοκρατίας» δεν ήταν χυδαίο επειδή εγκάλεσε κάποιους υποτιθέμενους ισαποστάκηδες, αλλά γιατί ήταν ένας εκβιασμός που ειπώθηκε από την πλευρά της ισχυρότερης πολεμικής μηχανής παγκοσμίως απειλώντας έμμεσα όποι@ δεν συνταχθεί μαζί της. Επιπλέον, στον πόλεμο αυτό τα δύο μέρη όπως ξέρουμε πλέον καλά δεν ήταν πραγματικά οι ΉΠΑ και οι τρομοκράτες, ο πόλεμος αυτός ήταν πάλι πόλεμος μεταξύ ασύμμετρων δυνάμεων και είχε χιλιάδες αθώα θύματα.

Οι ισαποστάκηδες συνήθως ξεκινούν ως άτομα που έχουν απλά απορροφήσει την κυρίαρχη ιδεολογία, που αναμασούν τσιτάτα και κλισέ κενά περιεχομένου γιατί όλα μας έχουμε εκπαιδευτεί σε αυτά και βαριούνται να ψαχτούν παραπάνω. Συχνά όμως εξελίσσονται σε άτομα που πεισματικά αρνούνται να ενημερωθουν, που αντιστέκονται σε κάθε προσπάθεια πολιτικής ανάλυσης, που φυλάνε την άγνοια τους ως κόρη οφθαλμού. Άλλοτε είναι βολεμένοι και αυτό είναι απόδειξης της προνομιάρας τους, άλλοτε προτιμούν να ζουν σε άρνηση νιώθοντας αδύναμοι να σηκώσουν το βάρος της αδικίας και της καταπίεσης γιατί νίωθουν υποσυνείδητα ότι θα τους συνθλίψει.
Όπως και να έχει όμως, με τα λόγια του Νοτιο-Αφρικάνου Desmond Tutu: Aν είσαι ουδέτερος σε συνθήκες αδικίας, έχεις επιλέξει την πλευρά του καταπιεστή.

Οι Γυναίκες ως Δώρο

Δεν είναι κακό να βιώνεις την παρουσία κάποιου προσώπου στη ζωή σου ως «δώρο» εξ ουρανού. Κακό είναι να αντικειμενοποιείς ένα ολόκληρο φύλο ως «δώρο» γιατί αυτό σημαίνει οτι ετεροκαθορίζεται εξ ολοκλήρου ώς προς το άλλο φύλο, το αντρικό, προς το οποίο αποτελεί και το δώρο. Δεν είναι τυχαίο που δεν λέγεται ΠΟΤΕ «οι άντρες είναι ένα υπέροχο δώρο». Αυτό θα υπονοούσε οτι οι γυναικες ειναι το πρωταρχικό φύλο και αυτοί υπάρχουν μόνο ως συμπλήρωμα στις ζωές τους. Παράλληλα, η μεταφορά του «ξετυλίγματος» μπορεί μεν να εννοεί οποιδήποτε ψυχική προσέγγιση, παραπέμπει έντονα όμως και στο γδύσιμο, προσθέτοντας την σεξουαλική αντικειμενοποίηση στην γενικότερη.
Ο λεγόμενος «καλοπροαίρετος» σεξισμός παραμένει επικινδυνος γιατί αντικειμενοποιεί τις γυναίκες ύπουλα ενώ προσποιείται ότι τις εξυψώνει και έτσι δημιουργεί την εντύπωση πως δεν μπορεί να υπάρχει μισογυνισμός και πατριαρχία γιατι να, για τις γυναίκες μονο θετικά πράγματα λέγονται. Ταυτόχρονα, ανάγοντας τις γυναίκες σε «δώρα», σε εξυψωμένες αιθέριες υπάρξεις που δρουν καταπραυντικά στις ζωές των αντρών, καλλιεργούν την έντονη εχθρότητα προς τις γυναικες που δεν αναποκρίνονται σε αυτό το ρόλο. Αν έχεις γαλουχηθεί με την ίδέα πως οι γυναικες ομορφαίνουν τη ζωή σου και ξαφνικά συνειδητοποιήσεις πως δεν το κάνουν, το αίσθημα ματαίωσης και το ακυρωμένο entitlement μπορεί ευκολότερα να οδηγήσει στη βία ενάντια στην γυναικα που στο φινάλε δεν είναι «πραγματική» γυναικα και κατ’επέκταση δεν είναι καν άνθρωπος.

Εικόνες αστυνομικής βίας και πώς έγινε ένας κακός άνθρωπος

O μέσος νοικοκυραίος που βλέπει εικόνες αστυνομικής βίας σε πορείες και υποθέτει ότι οι διαδηλωτές κάτι θα έκαναν και θα την προκάλεσαν δεν διαφέρει σε τίποτα από τον μέσο νοικοκυραίο που βλέπει εικόνες έμφυλης βίας και υποθέτει ότι κάτι θα έκανε η γυναίκα και θα την προκάλεσε -πιθανότατα θα κεράτωσε ή θα τον έπρηξε με την γκρίνια της τον κακομοίρη. Χωρίς κανένα στοιχείο ή απόδειξη φαντάζονται το υποτιθέμενο χαμένο κομμάτι του παζλ γιατί αυτόματα μπαίνουν σε λειτουργεία αντανακλαστικά που έχουν για χρόνια καλλιεργηθεί από τα ΜΜΕ και την κυρίαρχη ιδεολογία και γίνεται χρήση προκατ εικόνων και αφηγημάτων που εκβιάζουν ένα νόημα και μια σειρά γεγονότων που δεν αντιστοιχεί στην πραγματικότητα.


Το αποτέλεσμα είναι η βία που δέχεσαι αντί να σε μετατρέπει σε θύμα να γίνεται απόδειξη ότι είσαι ΕΣΥ ο θύτης αφού διαφορετικά κανείς δε θα αναγκαζόταν κανείς να χρησιμοποιήσει βία εναντίον σου. Η θεωρία του δίκαιου κόσμο έτσι επιβεβαιώνεται εξαιτίας της αδυναμίας και της άρνησης κάποιων να παραδεχθούν ότι ο κόσμος ΔΕΝ είναι δίκαιος και ο ισχυρός δρα σε καθεστώς πλήρους ατιμωρησίας ενάντια στον ανίσχυρο. Η όλη λογική έχει και μια θρησκευτική νότα, ξέρετε όπως το «αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα», γιατί και πάλι ο κοσμος αδυνατούσε να παραδεχτεί ότι η ζωή είναι άδικη και προτιμουσε να το αποδώσει σε κάποιες προυπάρχουσες αμαρτίες. Και όλη αυτή η λύσσα ενάντια στον καταπισμένο μου θυμίζει και το παρακάτω ποίημα με τίτλο « Πώς έγινε ένας κακός άνθρωπος

Θα σας πω πώς έγινε
Έτσι είναι η σειρά


Ένας μικρός καλός άνθρωπος αντάμωσε στο
δρόμο του έναν χτυπημένο
Τόσο δα μακριά από κείνον ήτανε πεσμένος και λυπήθηκε
Τόσο πολύ λυπήθηκε
που ύστερα φοβήθηκε

Πριν κοντά του vα πλησιάσει για να σκύψει να
τον πιάσει, σκέφτηκε καλύτερα
Τι τα θες τι τα γυρεύεις
Κάποιος άλλος θα βρεθεί από τόσους εδώ γύρω,
να ψυχοπονέσει τον καημένο
Και καλύτερα να πούμε
Ούτε πως τον έχω δει


Και επειδή φοβήθηκε
Έτσι συλλογίστηκε

Τάχα δεν θα είναι φταίχτης, ποιον χτυπούν χωρίς να φταίξει;
Και καλά του κάνουνε αφού ήθελε vα παίξει με τους άρχοντες
Αρχισε λοιπόν και κείνος
Από πάνω να χτυπά
Ε. Βακαλό

Ο Κουφοντίνας και η Θεωρία των Δύο Άκρων

Στην καρδιά κάθε θεωρίας των δύο άκρων περί «αριστερών και δεξιών φασιστών» βρίσκεται η παραδοχή πως η υπάρχουσα κατάσταση, το status quo, είναι μια επιθυμητή ισορροπία ανάμεσα στα δύο εξισου ανεπιθύμητα άκρα την οποία οφείλουμε να αποδεχτούμε και να διαφυλάξουμε. Και ότι η κατάσταση αυτή τάχα απέχει ίσα από τον φασισμό και από κάποια αριστερή ουτοποία λες και το υπάρχον σύστημα δεν έχει στηριχθεί στο ρατσισμό, τον εθνικισμό, την ταξική και την έμφυλη καταπίεση.


Αυτό που δεν κατανοεί όποιος ενστερνίζεται τη θεωρία των δύο άκρων είναι ότι η υπάρχουσα κατάσταση ούτε επιθυμητή ούτε δίκαιη ούτε υγιής είναι. Κρύβει μέσα της ήδη βία και αδικία. Το ότι την δεχόμαστε ως σημείο μηδέν, ως ουδέτερη, ως αυτό που οφείλουμε με κάθε κόστος να διατηρήσουμε είναι μέρος του προβλήματος. Αυτό είναι σαν να πιστεύεις ότι το επιθυμητό σημείο είναι η λίγη ανισοτητα ανάμεσα στην ισότητα και την ακραία ανισότητα, η λίγη αδικία ανάμεσα στην καθόλου αδικία και την πολλή αδικία. Ότι η επιθυμητή κατάσταση είναι να είσαι άρρωστος ανάμεσα στο να είσαι εντελώς υγιής και το να είσαι νεκρός.


Μην σας ξεγελά, δεν είναι η χρήση βίας που δικαιολογεί τη θεωρία των δύο άκρων. Η θεωρία των δύο άκρων δεν εξισώνει μόνο την τάδε τρομοκρατική οργάνωση με την Χρυσή Αυγή. Εξισώνει πχ διαρκώς και τις φεμινίστριες με τους αντιφεμινιστές (και αυτή θα ήταν μια άκυρη σύγκριση ακόμα και στην περίπτωση των σουφραζετών που όντως χρησιμοποίησαν βία). Γιατί αντιλαμβάνεται την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων ως επιθυμητή και άρα θορυβείται από οτιδήποτε την διαταράζει, είτε παλεύοντας για την δικαιοσύνη είτε κάνοντας την αδικία που ενυπάρχει στο σύστημα ιδιαιτέρως προφανή και ακραία. Για τους ισαποστάκηδες τα δύο αυτά είναι απολύτως ανάλογα ακριβώς γιατί αποδέχονται την υπάρχουσα αδικία και ακριβώς επειδή την αποδέχονται δεν είναι οι αμερόληπτες, αντικειμενικές ηθικές πυξίδες που νομίζουν ότι είναι.

Το ότι η θεωρία των δύο άκρων μόνο ουδέτερη δεν είναι φαίνεται και πολύ εύκολα από τους γελοίους συμψηφισμούς που είναι διατεθειμένοι να κάνουν οι οπαδοί της, πχ την εξίσωση ανάμεσα στο να ικανοποιηθούν τα δίκαια αιτήματα ενός ήδη εδώ και 20 χρόνια κρατούμενου για μεταφορά σε μια φυλακή -αίτημα που συνάδει με τον νόμο που ψηφίστηκε από την ίδια την κυβέρνηση- και την αποφυγή της φυλακής στην οποία έχει καταδικαστεί κρυμμένος πίσω από το προνόμιο να ανήκεις σε μια ελίτ. Στο μυαλό των ισαποστάκηδων όμως ο περιθωριοποιημένος φυλακισμένος που στερείται δικαιωμάτων του είναι ακριβώς το ίδιο με τον κοστουμαρισμένο ευρωβουλευτή που ευνοήθηκε όσο τον έπαιρνε από το υπάρχον σύστημα.


Η διαφορά ανάμεσα σε εμάς και τους ισαποστάκηδες είναι ότι εμείς αναλύουμε κάθε ζήτημα λαμβάνοντας υπόψη τους άξονες της συστημικής εξουσίας, κάτι που οι ισαποστάκηδες τείνουν να παραβλέπουν ακριβώς γιατί θεωρούν ότι η υπάρχουσα κατάσταση δεν επέρχεται ως αποτέλεσμα άσκησης βίας της εξουσίας αλλά ως φυσική και αβίαστη ισορροπία. Και έτσι καταδικάζουν μόνο την βία που δεν προέρχεται απο΄το ίδιο το σύστημα.

Οι οπαδοί της θεωρίας των δύο άκρων θα είναι πάντα πιο κοντά στους φασίστες από ότι στους Αριστερούς ακριβώς επειδή είναι πιο κοντά στην λίγη ακόμα αδικία, ανισότητα και καταπίεση παρά στο να κατανοήσουν και να παραδεχτούν ότι αυτές δεν είναι απαραίτητες και επιθυμητές παρά μόνο από όσους βολεύονται και επωφελούνται.

To victim-blaming το ορθόδοξο

To αρχετυπικό victim-blaming ειναι αυτό που ευθέως κατηγορεί τα θύματα αποδίδοντάς τους μεγαλύτερη ευθύνη από τον ίδιο τον θύτη. Έτσι κι εδώ, η συντάκτρια της ανάρτησης θεωρεί πως το πρόβλημα ξεκινάει από τις γυναίκες που ειναι «ηλίθιες» και δεν αντιδρούν παρά από αυτούς που κάνουν «τα αίσχη». Αυτό φυσικά υπονοεί πως τα αίσχη αυτα δε θα διαπράττονταν αλλά είναι οι ίδιες οι γυναικες που τα προκαλούν με την αδύναμία και την παθητικότητά τους, με λίγα λόγια ο κόσμος μας ήταν όμορφος και αγγελικά πλασμένος μέχρι που εμφανίστηκαν οι «ηλίθιες» και τότε κάποιοι άντρες, που μέχρι πριν δε θα τους περνούσε από το μυαλό, σκέφτηκαν «ρε μπας και να δοκιμάσουμε να κάνουμε τα αίσχη και να δούμε πώς θα πάει αυτό»? Υπάρχει μια αντίστροφη αιτιακή σχέση εδώ, όπου αντί να συνειδητοποιούμε οτι η πατριαρχία γεννά την παθητικότητα του θύματος, συμβαίνει το αντίθετο, η παθητικότητα του θύματος προκαλεί τον σεξισμό και τις παρενοχλήσεις.

Κεντρική θέση στο επιχειρημα της συντάκτριας εδώ έχει η δική της εμπειρία την οποία χρησιμοποιεί από τη μία για να επιβεβαιώση την κοσμοθεωρία ενός «δίκαιου κόσμου», και από την άλλη για να επιβεβαιώσει την ιδια ως δυναμική γυναικα που δεν της αξίζει η κακοποιηση, σε αντίθεση με τις άλλες, γιατί αυτό που την ενδιαφέρει περισσότερο είναι να εξυψωθεί η ιδια σε σχέση με τις αλλες γυναικες.

Η ειρωνεία είναι πως ενώ δέχεται πως οι παρενοχλήσεις και οι κακοποιήσεις είναι ο κανόνας, μεταφέρει την ευθύνη στα θύματα και την αντίδραση τους που λαμβάνει χώρα σε δεύτερο επίπεδο. Για την ίδια δηλαδή δεν έχει τόση σημασία που παρενοχλήθηκε στα 12 αλλά το οτι έγινε «χαμός» μετά, λες και ο χαμός θα ξε-κάνει, θα αντιστρέψει το τραύμα και την παρενόχληση. Με τον τρόπο αυτό καταφέρενει όχι μόνο να θεωρεί συνυπεύθυνα 12χρονα ή και μικρότερα παιδιά αλλά ουσιαστικά αποσιωπά και όλες αυτές τις περιπτώσεις που τα θύματα δολοφονήθηκαν ακριβώς επειδη αντέδρασαν και γι αυτό δεν μπόρεσε να ακολουθήσει κανένας χαμός γιατί έχασαν την φωνή τους για πάντα.

Η συντάκτρια καταλήγει να ξεπλένει τους κακοποιητές μεταφέροντας την ευθύνη στους πάντρες εκτός από τους ίδιους και για άλλη μια φορά βλέπουμε ότι το victim blaming αυτό δεν το κάνουν γυναίκές που είχαν την τύχη να μην παρενοχληθούν ποτέ αλλά γυναικες που είναι και οι ίδιες θύματα, κατάφεραν όμως το τραύμα τους αυτό να το εργαλοποιήσουν εναντίον άλλων γυναικών για να διατηρήσουν την προσωπική ψευδαίσθηση ασφάλειας, δικαιοσύνης και δικής τους ανωτερότητας.

Το πρόβλημα με το Bridgerton

*****SPOILER ALERT για τη σειρά Bridgerton****

To πρώτο σήριαλ που αποφάσισα να καταβροχθίσω χωρίς τύψεις το 2021 ήταν το πολυσυζητημένο Bridgerton. Όταν λέω πολυσυζητημένο εννοώ πολυσυζητημένο στο newsfeed μου το οποίο αποτελείται σχεδόν αποκλειστικά από σελίδες φεμινιστικού περιεχομένου και ενδιαφέροντος. Όταν μια σειρά ή μια ταινία λοιπόν εμφανίζεται επανειλημμένως στο newsfeed μου είναι εύλογο να θεωρήσω ότι είναι αν όχι φεμινιστική, τουλάχιστον φεμινιστικής ή έστω γυναικείας οπτικής και άρα μπορώ να την παρακολουθήσω χαλαρώνοντας χωρίς να μου ανεβαίνει η πίεση σε κάθε δεύτερη σκηνή. Το μόνο άλλο που χρειαζόταν να ξέρω γι αυτή τη σειρά ήταν πως αποτελεί ένα ρομάντζο εποχής, δηλαδή θα έχει ίντριγκα, έρωτες και βικτωριανά κοστούμια τα οποίο ομολογώ είναι ικανή συνθήκη για να με κάνει να δω κυριολεκτικά οτιδήποτε -αλήθεια, ακόμα να γυριστεί μια zombie apocalypse ταινία όπου τα ζόμπι φορώντας κορσέδες και κρινολίνα θα περιφέρονται στα ερειπωμένα αρχοντικά καταβροχθίζοντας αριστοκράτες;


Προετοιμάστηκα λοιπόν να δω κάτι σε Gossip Girl μόνο με πραγματική βασίλισσα αντί για Queen B και στο πιο woke. Και δεν είναι ότι απογοητεύτηκα ως προς την αισθητική του πράγματος. Είχα όμως από την αρχή την ανησυχητική αίσθηση ότι παρακολουθώ έναν γυναικείο χαρακτήρα μιας άλλης εποχής, μιας εποχής πριν δεχτώ τον φεμινισμό ως Κύριο και Σωτήρα μου, μόνο που ερχόταν σε περιτύλιγμα Γυναικείου Δυνατού Χαρακτήρα. Η πρωταγωνίστρια για παράδειγμα ήθελε διακαώς να παντρευτεί έναν καλό γαμπρό και να κάνει παιδιά αλλά δεν ήταν καμια παραδοσιακιά γυναίκα, ήταν μια δυνατή, καθόλου παθητική ηρωίδα που εξασκούσε την αυτενέργειά της κάνοντας πράγματα να συμβούν αντί να τα περιμένει.


Όλα καλά μέχρι εδώ, τίποτα κακό με μία γυναίκα που έχει ως όνειρο το γάμο και την οικογένεια, ακόμα και αν δολοπλοκεί ή πιέζει λίγο για να τα πετύχει και κάπως έτσι βρίσκεται μετά από κάποια ντράβαρα παντρεμένη με έναν δούκα υπεργκόμενο και μπράβο της. Έλα όμως που ο δούκας ξεκαθάρισε από την αρχή ότι δεν μπορεί να της χαρίσει παιδιά. Οκ, αυτή κατάλαβε ότι υπάρχουν θέματα γονιμότητας, ο άλλος δεν το διασαφήνισε αλλά τελοσπάντων εκείνη το δέχτηκε και ο γάμος βασίστηκε στην παραδοχή ότι δε θα υπήρχαν απογόνοι. Στην πραγματικότητα αυτό που τον εμπόδιζε να γίνει πατέρας ήταν ένας όρκος που πήρε στο νεκροκρέβατο του πατέρα του για να τον εκδικηθεί σταματώντας έτσι το όνομα και τη γραμμή καταγωγής-το οποίο προσωπικά το βρίσκω μια χαρά legit λόγο, το να κάνεις πράγματα απλά out of spite για τους γονείς σου παραμένει άλλωστε ένα διαχρονικό κίνητρο που δίνει δουλειά σε χιλιάδες ψυχολόγους.


Η παρεξήγηση συνεχίστηκε εξαιτίας της έλλειψης σεξουαλικής παιδείας της πρωταγωνίστριας καθώς αυτή δεν καταλάβαινε γιατί εκείνος τραβιόταν στο τέλος κάθε ερωτικής περίπτυξης μέχρι που ψυλλιάστηκε την φάση, ρώτησε μια υπηρέτρια πώς ακριβώς γίνονται τα παιδάκια και επιβεβαίωσε τις υποψίες της. Στην επόμενη σκηνή λοιπόν την βλέπουμε με ψυχρό, αποφασιστικό βλέμμα να καβαλάει τον καυτό Δούκα του οποίου η ηδονή γρήγορα μετατρέπεται σε ανησυχία και σοκ αφότου μάταια ψελλίζει «περίμενε» μπας και καταφέρει να τραβηχτεί, εκείνη όμως δεν τον αφήνει. Η σκηνή λήγει με εκείνη να ξεκαβαλάει έξαλλη σαν να είναι η ίδια το θύμα, κατηγορώντας τον ότι της είπε ψέματα και της στέρησε, αυτό που επιθυμούσε περισσότερο, την μητρότητα, παρόλο που αυτό τέθηκε στο τραπέζι πριν τον γάμο και μάλιστα ως λόγος που προέβαλε ο Δούκας για να μην παντρευτούν καθώς δεν ήθελε να την αφήσει άτεκνη.

Φανταστείτε τώρα αν τα φύλα ήταν ανεστραμμένα. Αν ήταν η γυναίκα εκείνη που δεν ήθελε παιδιά και ήταν ο άντρας που τέλειωνε χωρίς προειδοποίηση μέσα της παρόλο που το γνώριζε, και το έκανε όχι από κάποιο ατύχημα αλλά επίτηδες για να την αφήσει έγκυο. Φανταστείτε επίσης αν ήταν ο άντρας εκείνος που προσπαθούσε να αποδείξει ότι η γυναίκα κάνει λάθος που δε θέλει παιδιά και προσπαθούσε να την πείσει να αλλάξει γνώμη, νιώθοντας κιόλας θιγμένος που του στερεί την ευκαιρία να γίνει πατέρας ακόμα και αν αυτή δεν του έδωσε ποτέ ελπίδες για το αντίθετο. Η σειρά όμως όχι μόνο δεν αντιμετωπίζει τον άντρα σαν θύμα αλλά συνεχίζει την ροή παρουσιάζοντας την Δούκισσα ως την ριγμένη που μάλιστα στο υπόλοιπο της σεζόν επιδίδεται σε μια προσπάθεια να θεραπεύσει τα παιδικά τραύματα του συζύγου της για να του αλλάξει γνώμη, κάτι που περιλαμβάνει την παραβίαση της προσωπικής αλληλογραφίας με τον πατέρα του.


Όλα αυτά είναι πάρα πολύ ενοχλητικά και βαθιά πατριαρχικά, αυτό που με εξοργίζει περισσότερο όμως είναι ότι είναι περιβεβλημένα με έναν μανδύα ψευτοφεμινισμού εξαιτίας του Δυνατού Γυναικείου Χαρακτήρα όπως και της γυναικείας οπτικής της σειράς. Για το πρόβλημα με τους Δυνατούς Γυναικείους Χαρακτήρες γενικά έχω μιλήσει αλλού, η συγκεκριμένη σειρά όμως αυτοπλασάρεται ως woke απλά και μόνο επειδή η πρωταγωνίστρια είναι αρκετά sassy και το cast αρκετά φυλετικά diverse. Στην πραγματικότητα όμως βλέπουμε, όπως και στο Witcher, άλλη μια γυναικα που, ενώ αρχικά έκανε συνειδητά μια επιλογή που θα της στοίχιζε την μητρότητα για να πάρει αυτό που θέλει, πασχίζει στο υπόλοιπο της σειράς να γίνει μητέρα γιατί οι σεναριογράφοι δεν μπορούν να επινοήσουν καλύτερο plot device ή κίνητρο για τις γυναίκες άλλο από το «μητρικό ένστικτο». Και όχι μόνο η δυναμικότητα αποκρύπτει έναν κατά τ’άλλα επίπεδο χαρακτήρα, αλλά μέρος της δυναμικότητας αυτής είναι να στερεί από έναν άντρα τη δική του αυτοδιάθεση στο σώμα και τις αναπαραγωγικές του ικανότητες λες και αυτό την κάνει απλώς κάπως πιο «πικάντικη» και διεκδικητική. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι η γυναίκα από πάνω στο σεξ ταυτίζεται με την δυναμικότητα του χαρακτήρα της και την θέση της στη σχέση, λες και ο μόνος τρόπος η γυναίκα να μην είναι παθητική είναι να γίνεται ενεργητική στο κρεβάτι υιοθετώντας (θεωρούμενα ως) αντρικά χαρακτηριστικά.

Και δεν φτάνει που θα έχουμε τους αντιφεμινιστές που -δικαίως αυτή τη φορά- θα μας πρήξουν για την ρομαντικοποίηση της σεξουαλικής βίας από γυναίκα σε άντρα, θα έχουμε και αυτές που θα δουν στην πρωταγωνίστρια μια γυναίκα που διεκδικεί και παίρνει αυτό που θέλει λες και είναι κάτι ανατρεπτικό. Μόνο που όταν αυτό που θέλει το κερδίζει με την γυναικεία της σεξουαλικότητα και την γυναικεία συναισθηματική εργασία που καταβάλει για να «θεραπεύσει» τον άντρα, τότε δεν έχουμε τίποτα ανατρεπτικό. Έχουμε απλά μια ανακύκλωση παμπάλαιων πατριαρχικών κλισέ με μια προοδευτική επίφαση.


Τελοσπάντων, 4/5 αστεράκια επειδη κοστούμια και περούκες.