Netflix ‘n’ Εκδίωξη του Άλλου

H καλύτερη εκδήλωση αυτού που ο Byung Chul Han ονομάζει «Εκδίωξη του Άλλου» είναι το πώς όλα μας ανεξαιρέτως λατρεύουμε να καθόμαστε σπίτι να κάνουμε binge watching τρώγοντας παγωτό ή πίτσα. Όχι μόνο το λατρεύουμε αλλά το προτιμάμε και από τις περισσότερες άλλες επιλογές. Ποιος δεν έχει ακυρώσει σχέδια ή δεν έχει νιώσει ανακούφιση με την ακύρωση τους επειδή μπορεί να κάτσει άνετα και χωρίς τύψεις μπροστά σε μικρή ή καπως μεγαλύτερη οθόνη να δει 7 επεισόδια στη σειρά χωρίς καμία διακοπή? Όχι μονο αυτό αποτελεί μια κορυφαία πηγή απόλαυσης αλλά το γεγονός ότι αποτελεί εκδηλώνεται συχνά και με την μορφή humble bragging καθώς συνοδεύεται με μια μικρή δόση περηφάνιας. Αυτό φυσικά δεν είναι άσχετο με το γεγονός ότι το να είσαι αυτάρκης και ανεξάρτητος, να μην έχεις ανάγκη κανέναν, να μην αφήνεις κανέναν να επηρεάζει τη διάθεσή σου, προβάλλεται επιθετικά ως υπέρτατο ιδανικό από την ακραία ατομικιστική νεοφιλελεύθερη κοινωνία. Ε να λοιπόν, είμαστε τόσο αυτάρκεις που θα μπορούσαμε να μείνουμε σπίτι μας μόνοι μας ένα μήνα αρκεί να είχαμε  ιντερνετ και delivery. Βασικά, το κάναμε κιολας στην καραντίνα. Μπορεί να μην προσφέρει κάποια ιδιαίτερη συγκίνηση ή νέα εμπειρία αλλά είναι comfortable και αποκλείται να μας προκαλέσει οποιαδήποτε απογοήτευση ή ταραχή -εκτός ίσως από το μικρό υπαρξιακό κενό που νιώθουμε κάθε φορά που τελειώνει μια σειρά και μέχρι να βρούμε την επόμενη.

Η κατάσταση αυτή περνάει απαρατήρητη και θεωρείται είτε ως σχεδόν φυσικό επακόλουθο του πόσο καλύτερες έχουν γίνει οι σειρές είτε ως προσωπική κατάκτηση του καθενός που έχει βρει την εσωτερική γαλήνη ώστε να μπορεί να είναι μόνος του. Γίνεται κάπως ανησυχητικό βέβαια όταν συνειδητοποιήσει κανείς πόσο ταιριάζει με τις φιλελεύθερες αξίες και πόσο επικίνδυνη είναι πολιτικά η απομόνωση που συνεπάγεται. Αυτό που ο Byung Chul Han εννοεί με τον όρο «εκδιωγμό του Άλλου» είναι ο εξοβελισμός οτιδήποτε μας φέρνει αντιμέτωπους με την πραγματική διαφορά, την ετερότητα, το ξένο, το απρόβλεπτο και αυτό που δεν ταιριάζει με τις δικές μας προτιμήσεις ή ταυτότητες, το οποίο όμως έχει και την ικανότητα να μας μεταμορφώσει βαθιά. Απόρροια αυτού είναι η τρομακτική δυσφορία που νιώθουμε κατά τη συνάντησή μας με κάποιον ή κάτι που δεν μπορούμε να ελέγξουμε, η περιφρόνηση που αισθανόμαστε προς οτιδήποτε δεν επιβεβαιώνει την ταυτότητά μας.

Μα, θα πει κάποιος εύλογα, δεν είναι καλό αυτό? Δεν είναι καλό που δεν ανεχόμαστε πλέον τους φασίστες ή τους κακοποιητικούς ανθρώπους στη ζωή μας? Που προτιμάμε να κάτσουμε σπίτι μας να δουμε σειρές αντί να κάνουμε ατελειώτο small talk στο οικογενειακό τραπέζι για το πόσα μαθήματα χρωστάμε ή το γιατί δεν έχουμε παντρευτεί ακόμα? Είναι δύσκολο να το αρνηθεί κανείς αυτό. Από την άλλη είναι δύσκολο να διαψευστεί η παραπάνω πρόταση όταν ως κακοποίηση μπορεί να χαρακτηριστεί οποιαδήποτε άβολη στιγμή μας με τους άλλους. Τα πάντα μπορούν να χαρακτηριστούν ως κακοποιητικά με την κατάλληλη ταμπέλα, πχ «trauma dumping”, “gas lighting”. Και οι πάντες μπορούν να χαρακτηριστούν ως «τοξικοί», για παράδειγμα είτε ως «avoidant” είτε ως «anxiously attached» δλδ ως άνθρωποι που θέλουν είτε παραπάνω είτε λιγότερη σύνδεση από όση επιθυμούμε εμείς.

Κατά μια έννοια η συζήτηση περί «ορίων» που πήρε τα πάνω της και με την διάδοση της ψυχοθεραπείας έχει να κάνει και με το πώς οι πάντες νιώθουμε διαρκώς ότι όλοι οι υπόλοιποι παραβιάζουν τα όριά μας. Καθώς ο φιλελευθερισμός ανάγει τους ανθρώπους σε περιχαρακωμένες μονάδες με αδιάτρητα σύνορα, ο Άλλος εκλαμβάνεται διαρκώς σαν κίνδυνος, σαν κάποιος που συνεχώς πολιορκεί και καταπατά αυτά τα όρια. Αυτός είναι και ο λόγος που μέρος του διαλόγου περί «παραβιαστικής συμπεριφοράς» έχει μετατοπιστεί από το έμφυλο θέμα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης στα υποκειμενικά όρια του καθενός που νιώθει δυσφορία με τα δικά του προσωπικα κριτήρια. Τις προάλλες μια σελίδα με το όνομα «The political Feminist» έκανε ένα ολόκληρο rant για την ευαισθησία της στις έντονες μυρωδιές και το πώς θα πρέπει να το λαμβάνουμε αυτό υπόψη μας όταν ψεκαζόμαστε με άρωμα. Ούτε πολύ φεμινιστικό, ούτε ιδιαίτερα πολιτικό.

Σε αυτό το κλίμα γίνεται ολο και πιο εύκολο να ξεκόψουμε ανθρώπους για κάποια ‘προβληματική’ τους συμπεριφορά. Ναι αλλά δεν είναι καλό αυτό θα επιμείνει κάποιος? Δεν είναι καλό να μην ανέχεσαι τους ρατσιστές και τους μισογύνηδες? Ναι, κάποιοι χρειάστηκαν απίστευτη εσωτερική δύναμη να ξεκόψουν κάποιο χειριστικο σύντροφο ή έναν αδιανόητα controlling γονέα. Δεν είμαι πολύ σίγουρη όμως, ως κάποια που το έχει κάνει πολλάκις, ότι το να ξεκόψουμε έναν θείο που τον ενοχλεί το pride ή θεωρεί τη έκτρωση δολοφονία ή ένα date επειδή αρνήθηκε ότι ως Έλληνας έχει λευκό προνόμο ενέχει το ίδιο κόστος ή έχει οποιδήποτε αντίκτυπο. Εκ των υστέρων φαίνεται περισσότερο ως μία επιβεβαίωση της ταυτότητάς μου -είμαι τοσο φεμινίστρια που μπορώ να τσακωθώ με ολους και να φερθώ τιμωρητικά σε κάποιον που έτσι κι αλλιώς δεν τον έχω κάποια ανάγκη γιατι δεν είναι το αφεντικό μου. Είναι μια μάλλον κενή στιγμή αυτοεπιβεβαίωσης και προσωπικού empowerment παρά μια αυθεντικά πολιτική πράξη.

Η εκδίωξη του Άλλου όμως δεν έχει να κάνει μόνο με την προσωπική ζωή ούτε μονο με τον εξοστρακισμό προσώπων. Ακόμα και σε έναν πολιτικό χώρο είναι δύσκολο να συνυπάρξεις με άτομα με τα οποία οι απόψεις σας δεν ταυτίζονται 100%, είτε επειδή δεν μπορείς να ανεχτείς ότι διαφωνείτε σε ένα από τα 100 θέματα, εκ των οποίων στα 99 συμφωνείτε, είτε επειδή η συνύπαρξη μαζί τους μπορεί να μιάνει την δική σου πολιτική ταυτότητα.

Ταυτόχρονα είναι όλο και πιο δύσκολο να έρχεσαι σε επαφή με την σύγκρουση ή την απορριψη καθώς οι περισσότερες επαφές σου διαμεσολαβούνται πλέον από το διαδίκτυο και τον αλγόριθμο που σε βυθίζει όλο και πιο βαθιά σε μια έρημο του ίδιου. Μα, θα αντικρούσει πάλι κάποιος, δεν κάνει το διαδίκτυο ευκολότερη την επαφή και την σύνδεση, δεν συνεχίζει η σύγκρουση και η απόρριψη να υφίστανται απλώς με διαφορετικές μορφές? Είναι όμως έτσι? Ο Zygmunt Bauman γράφει στο κείμενό του “Consuming Life:


«Αν το δει κανείς από την πλευρά εκείνου που μένει απ’ έξω, το «δίκτυο» μοιάζει ανησυχητικά περισσότερο με έναν αμμόλοφο από κινούμενη άμμο που τον παρασέρνει ο άνεμος, παρά με ένα εργοτάξιο όπου χτίζονται αξιόπιστοι κοινωνικοί δεσμοί. Όταν τα ηλεκτρονικά δίκτυα επικοινωνίας εισέρχονται στον βιότοπο του ατομικού καταναλωτή, είναι εξαρχής εξοπλισμένα με έναν μηχανισμό ασφαλείας: τη δυνατότητα άμεσης, χωρίς κόπο και (ελπίζουμε) ανώδυνης αποσύνδεσης — της διακοπής της επικοινωνίας με τρόπο που αφήνει ορισμένα τμήματα του δικτύου χωρίς φροντίδα και τα στερεί από τη σημασία τους, μαζί με τη δύναμή τους να γίνονται ενοχλητικά. Αυτός ο μηχανισμός ασφαλείας, και όχι η ευκολία της επικοινωνίας, πόσο μάλλον της μόνιμης συνύπαρξης, είναι που καθιστά το ηλεκτρονικό υποκατάστατο της πρόσωπο με πρόσωπο κοινωνικότητας τόσο ελκυστικό για άνδρες και γυναίκες εκπαιδευμένους να λειτουργούν σε έναν κόσμο διαμεσολαβημένο από την αγορά. Σε έναν τέτοιο κόσμο, η ουσία της ατομικής ελευθερίας βρίσκεται πολύ περισσότερο στην πράξη της απαλλαγής από ό,τι είναι ανεπιθύμητο, παρά στην απόκτηση αυτού που επιθυμεί κανείς. Ο μηχανισμός ασφαλείας που επιτρέπει την άμεση αποσύνδεση κατά βούληση ταιριάζει απόλυτα με τις βασικές επιταγές της καταναλωτικής κουλτούρας· όμως οι κοινωνικοί δεσμοί —και οι δεξιότητες που απαιτούνται για να δημιουργούνται και να συντηρούνται— αποτελούν τα πρώτα και σημαντικότερα παράπλευρα θύματά της.”

Με λίγα λόγια είναι πιο εύκολο να επιχειρίσεις επαφή και να διαχειριστείς την απόρριψη όταν ο Άλλος είναι ένα μακρινό άβαταρ. Είναι πιο εύκολο να διαχειριστείς την ακραία άποψη που σου πετάει ως rage bait ο αλγόριθμος όταν μπορείς να επιλέξεις αν θα κάνεις engage ή θα την μπλοκάρεις. Και γίνεται όλο και πιο εύκολο να μεταφέρεις αυτό το μπλοκ και στην εκτός δικτύου ζωή. Ακομα και οι θλιβεροί haters μου που διαβάζουν ευλαβικά τα κατεβατά στο blog μου και σχολιάζουν εμμονικά σε αυτό το κάνουν από την άνεση του σπιτιού τους επιλέγοντας την στιγμή που έχουν όρεξη να εκτονωθούν κι εγώ φυσικά επιλέγω να τους αφήνω επειδή τους βλέπω μόνο ως επέκταση του εαυτού μου -ως ανθρώπους που ετεροκαθρρίζονται από μένα και που βελτιώνουν κάπως τα στατιστικά μου. Είμαι δε σίγουρη ότι κάποιες θα πατήσουν το κουμπί του unfollow εξαιτίας αυτού του κειμένου ισχυριζόμενες ότι καλώ τις γυναίκες να ανεχτούν βιαστές ή κάτι τέτοιο. Και ποια από εμάς δεν έχει πατήσει το unfollow ή το μπλοκ σε απάντηση κάποιας σελίδας με την οποία συμφωνεί στην πρώτη διαφωνία που εκλάβαμε ως προσωπική προδοσία, ποιος δεν έχει κατατάξει ένα προφίλ στην λίστα των «εχθρών» για κάποιο στάτους του το μακρινό 2018 το οποίο ούτε που θυμόμαστε πια?

Ο ιστορικός Hobsbawm παρατηρεί το πώς η υποχώρηση των κινημάτων συνδέθηκε και με την εισαγωγή της τηλεόρασης ως μιας οικογενειακής δραστηριότητας στο σπίτι σε σχέση με την συλλογική παρακολούθηση ταινιών στο σινεμά ή την μετάδοσης αθλητικών γεγονότων σε δημόσιο χώρο. Η εκδίωξη του Άλλου ξεκινά από το πώς δεν χρειάζεται πλέον να δούμε μια ταινία απλά επειδή παίζει στην τηλεόραση και να ανεχτούμε τις διαφημίσεις πληρώνοντας ένα αντίτιμο και επεκτείνεται στο πώς περιμένουμε τα πάντα στη ζωή μας να είναι customized, ελεγχόμενα και απόλυτα συμβατά με τα γούστα μας. Την ίδια ώρα βέβαια που ο έλεγχος της ζωής μας στον καπιταλισμό ξεφεύγει όλο και περισσότερο από τα χέρια μας κι εμείς αδυνατούμε να δράσουμε πολιτικά για να το σταματήσουμε. Ίσως αυτά τα δύο να μην είναι τόσο άσχετα μεταξύ τους.

Η Οικονομική Κρίση ως επιστημολογικό πρόβλημα:

Σχολιασμός πάνω στο άρθρο “Economic Crisis and the Peculiarities of Economic Science”

Μια μίνι εργασία που έγραψα για το προπτυχιακό μου πάνω στην εξέλιξη (ή μάλλον των εκφυλισμό) των οικονομικών-εύκολο 10αράκι

Περίληψη

Στο κείμενο αυτό θα αναλυθεί το άρθρο των Fine and Milonakis με τίτλο ‘Useless but True’: Economic Crisis and the Peculiarities of Economic Science που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Historic Materialism το 2011. Το άρθρο αναλύεται υπό το πρίσμα της φιλοσοφίας των οικονομικών και της ιστορίας της οικονομικής σκέψης. Η έμφαση δίνεται στον μετασχηματισμό της πολιτικής οικονομίας στη σημερινή ορθόδοξη οικονομική επιστήμη που είχε ως αποτέλεσμα τον διαχωρισμό της τόσο από την κοινωνιολογική όσο και την ιστορική ανάλυση με συνέπεια να αδυνατεί να εξηγήσει την κρίση που εμφανίστηκε το 2008. Τα συμπεράσματα του άρθρου άπτονται τόσο μεθοδολογικών όσο και πολιτικών ζητημάτων αναδεικνύοντας ταυτόχρονα το πώς η μεθοδολογία των οικονομικών συνδέεται με την καπιταλιστική οργάνωση της οικονομίας.

Εισαγωγή

Οι συγγραφείς του άρθρου Fine και Milonakis είναι ευρέως γνωστοί στον κύκλο των ετερόδοξων οικονομολόγων για τα δύο βιβλία τους με τίτλο «From Political Economy to Economics: Method, the Social and the Historical in the Evolution of Economic Theory » και  «From Economics Imperialism to Freakonomics: The Shifting Boundaries Between Economics and Other Social Sciences ». Τα δύο αυτά βιβλία «αποτελούν μια εντυπωσιακή ιστορία της οικονομικής σκέψης»  των οποίων σκοπός είναι «να αναδείξουν τις γνώσεις που χάθηκαν κατά τη μετάβαση από την πολιτική οικονομία στην οικονομική και, ως εκ τούτου, να ενθαρρύνουν μια νέα γενιά πολιτικών οικονομολόγων […] να οικοδομήσουν μια πολιτική οικονομία για το μέλλον» (Fleetwood, 2012, σελ. 21)

Το άρθρο των Fine και Milonakis «Useless but true» εμπνεύστηκε το πρώτο μέρος του τίτλου του, όπως μας εξηγούν οι συγγραφείς, από ένα σατιρικό άρθρο του Krugman ( 2010) με τίτλο «Theory of Interstellar Trade». O Krugman αναλύει το διαγαλαξιακό εμπόριο σε συνθήκες κίνησης υπό την ταχύτητα του φωτός όπου το πρόβλημα είναι πως « o χρόνος που απαιτείται για τη μεταφορά θα φαίνεται λιγότερο σε έναν παρατηρητή που ταξιδεύει με τα εμπορεύματα παρά σε έναν ακίνητο παρατηρητή» και καταλήγει πως: «Μια λύση αντλείται από την οικονομική θεωρία και αποδεικνύονται δύο άχρηστα αλλά αληθή θεωρήματα». Η αναφορά των Fine and Milonakis στο άρθρο του Krugman, όπως θα δούμε στη συνέχεια, έχει σκοπό να αναδείξει το πώς η μαθηματικοποίηση και τυποποίηση της οικονομικής επιστήμης είχε ως αποτέλεσμα να εξετάζει μοντέλα αποκομμένα από τη πραγματική ζωή την ίδια ώρα που  αγνοεί υπαρκτά προβλήματα  όπως οι κρίσεις.  Οι λέξεις «άχρηστο αλλά αληθινό» συμπυκνώνουν για τους συγγραφείς το θεμελιώδες πρόβλημα των σύγχρονων οικονομικών που «πρόκειται για θεωρητικές ασκήσεις, που παίρνουν κυρίως μαθηματική μορφή, η οποία μπορεί να είναι έγκυρη μαθηματικά, […]αλλά άχρηστη από οποιαδήποτε άλλη έννοια και κενή οποιασδήποτε πρακτικής σημασίας» ( Fine B, Milonakis  D., 2011,  σελ. 13)

Η οικονομική κρίση ως ζήτημα οικονομικό και πολιτικό

Το εν λόγω άρθρο παίρνει ως σημείο εκκίνησης την οικονομική κρίση που σημειώθηκε λίγα χρόνια πριν, το 2008, και την αδυναμία της οικονομικής επιστήμης τόσο να την προβλέψει όσο και να την εξηγήσει. Η κρίση αυτή αποτελεί ένα παράδοξο γιατί όπως το θέτουν και οι συγγραφείς στο άρθρο παρουσιάστηκε ακριβώς τη στιγμή που «οι υλικές συνθήκες για τη συσσώρευση κεφαλαίου φαίνεται να ήταν εξαιρετικά ευνοϊκές και μάλιστα να γίνονται ολοένα και πιο ευνοϊκές πιο πρόσφατα» (σελ. 5). 

Για τους συγγραφείς το παράδοξο αυτό θέτει τρία ερωτήματα: «γιατί επιβράδυνση, γιατί κρίση και ποιος είναι ο ρόλος της ταξικής πάλης». Ο τρόπος που προσεγγίζουν τα τρία αυτά ερωτήματα είναι, όπως δηλώνουν οι ίδιοι, αυτός που προτάσσει η δική τους ερμηνεία της μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας δηλαδή η διερεύνηση των συνθηκών  «υπό τις οποίες η συσσώρευση και η αναδιάρθρωση του κεφαλαίου λαμβάνει χώρα συνολικά, παγκοσμίως, στην παραγωγή και κυκλοφορία (υπερ)αξίας, και στην κοινωνική, πολιτική καθώς και ιδεολογική αρένα». Η μέθοδος αυτή τους οδηγεί να αναδείξουν ως σημαντικότερο παράγοντα της κρίσης  την διαδικασία της χρηματιστικοποίησης. (σελ. 5).  Ό ρόλος της τελευταίας στην οικονομική κρίση συνοψίζεται από τους συγγραφείς ως εξής:

«Έχει μειώσει τα συνολικά επίπεδα συσσώρευσης μέσω της υποταγής του πραγματικού κεφαλαίου στο πλασματικό, δημιουργώντας ένα χάσμα μεταξύ των δύο· έχει μειώσει την αποτελεσματικότητα της αναδιάρθρωσης του πραγματικού κεφαλαίου και έχει αποβεί επιζήμιο για τις κοινωνικές, πολιτικές και ιδεολογικές συνθήκες υπό τις οποίες έχει προχωρήσει η συσσώρευση» (στο ίδιο)»

Παρόλο που οι συγγραφείς αναγνωρίζουν την ύπαρξη και άλλων παραγόντων, τονίζουν πως η επίδραση της χρηματιστικοποίησης εκτείνεται και στον βιομηχανικό κλάδο καθώς  «το ίδιο το βιομηχανικό κεφάλαιο έχει εμπλακεί στην κερδοσκοπική χρηματιστικοποίηση» ενώ «και το κράτος έχει διαδραματίσει ενεργό ρόλο στην προώθηση της χρηματιστικοποίησης» με αποτέλεσμα την «μεταβολή της μορφή και φύσης της ίδιας της πολιτικής, καθώς η χρηματιστικοποίηση μετατοπίζει τη θέση της λήψης αποφάσεων στις ιδιοτροπίες των χρηματοπιστωτικών αγορών και των χρηματιστών» (σελ. 6).

Για τους συγγραφείς τα παραπάνω εξηγούν και τα παράδοξα στα οποία οδηγήθηκαν οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές που υιοθετήθηκαν από τα περισσότερα κράτη με πρώτο και κύριο «το γεγονός ότι τεράστια χρηματικά ποσά έχουν βρεθεί σε σύντομο χρονικό διάστημα για τη διάσωση τραπεζών, αλλά τα χρήματα για τη διάσωση φτωχότερου δισεκατομμυρίου ανθρώπων του κόσμου δεν μπορούν ποτέ να κινητοποιηθούν» (σελ. 7). Οι συγγραφείς έτσι καταφέρνουν ήδη να εισάγουν την πολιτική οικονομία στην ανάλυσή τους.

Αξίζει να σημειωθεί  πως οι Fine και Milonakis δεν είναι οι μόνοι που βλέπουν την πρόσφατη οικονομική κρίση ως αποτυχία του κλάδου των οικονομικών να την προβλέψουν, να την εξηγήσουν, να την θεραπεύσουν . Στο άρθρο «The Financial Crisis and the Systemic Failure of Academic Economics» οι συγγραφείς σημειώνουν πώς «Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση αποκάλυψε την ανάγκη να επανεξετάσουμε ριζικά τον τρόπο ρύθμισης των χρηματοπιστωτικών συστημάτων. Έχει επίσης καταστήσει σαφή μια συστημική αποτυχία του επαγγέλματος των οικονομικών». (Colander, D., Goldberg, M., Haas, A., Juselius, K., Kirman, A., Lux, T., & Sloth Fleetwood, σελ. 2). Ομοίως, ο W. Buiter στο άρθρο του «The Unfortunate Uselessness of Most ‘State of the Art’ Academic Monetary Economics» δηλώνει κατηγορηματικά πως «Η τυπική μακροοικονομική θεωρία δεν βοήθησε στην πρόβλεψη της κρίσης, ούτε βοήθησε στην κατανόησή της ή στη δημιουργία λύσεων»

Η κρίση ως πρόβλημα επιστημολογικό

Έχοντας θέσει το πρόβλημα της οικονομικής κρίσης ως πρόβλημα όχι μόνο οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό αλλά και θεωρητικό, οι συγγραφείς προχωρούν στην επόμενη ενότητα παρουσιάζοντάς το ως πρόβλημα επιστημολογικό. Εκκινώντας από την κουνιανή θεωρία (Kuhn, 1962) , σύμφωνα με την οποία οι «ανωμαλίες» σε ένα θεωρητικό παράδειγμα οδηγούν σε «κρίση» της επιστήμης και εν τέλει σε επιστημονική επανάσταση, οι Fine και Milonakis εξερευνούν τους λόγους που κάτι τέτοιο δε συνέβη στην περίπτωση των οικονομικών.  Η μέθοδος που χρησιμοποιούν είναι η ιστορική αναδρομή στην θεωρία και μεθοδολογία των οικονομικών κυρίως από την περίοδο λίγο πριν την Μεγάλη Ύφεση και μετά.

Οι συγγραφείς παρατηρούν πως «ολόκληρη την περίοδος μέχρι το κραχ της Wall Street το 1929, η άποψη που κυριαρχούσε στα «νεοκλασικά» οικονομικά ήταν ότι οι αγορές είναι αποτελεσματικές και, αν αφεθούν μόνες τους, θα τείνουν να επιστρέψουν σε ισορροπία πλήρους απασχόλησης» (σελ. 10). Η ομοφωνία αυτή των οικονομολόγων «ήταν βασισμένη στις πιο φρικτά μη ρεαλιστικές υποθέσεις του αντιπροσωπευτικού δρώντα που διατηρεί ορθολογικές προσδοκίες και της υπόθεσης της αποτελεσματικότητας της αγοράς» (σελ. 10).  Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η κρίση του 1929 να αντιμετωπιστεί χωρίς κρατική παρέμβαση. Οι σοβαρές συνέπειες αυτού του είδους της διαχείρισης «κλόνισαν την αξιοπιστία της της νεοκλασικής θεωρίας και την πίστη στις αυτορρυθμιζόμενες ικανότητες της αγοράς σχεδόν ανεπανόρθωτα» (σελ. 10).

Το παραπάνω θεωρητικό κενό ήρθε να γεμίσει ο Keynes με την Γενική Θεωρία του. Οι συγγραφείς αναγνωρίζουν την «επαναστατική» για τον κόσμο των οικονομικών προοπτική της κεϋνσυανής προσέγγισης σε δύο στοιχεία: αφενός την έμφαση  της στην επίτευξη της πλήρους απασχόλησης και αφετέρου σε τρείς τρόπους που ήρθε σε ρήξη με τα νεοκλασικά οικονομικά:

«Πρώτον, απαλλάχθηκε από τις ατομικιστικές, ωφελιμιστικές αποχρώσεις της νεοκλασικής οικονομικής θεωρίας καθώς και του αντιπροσωπευτικού ατόμου. Δεύτερον, κατήγγειλε την τάση αυτοεξισορρόπησης της οικονομίας μέσω των εννοιών της ‘ελλιπούς ζήτησης’ και της ‘ισορροπίας της ανεργίας’». Τρίτον, έδωσε έμφαση στον ρόλο της συστημικής ‘αβεβαιότητας’»

Ωστόσο, παρά τις επιρροές της δουλειάς του Keynes στην πολιτική, τα επαναστατικά της αποτελέσματα στην ίδια την οικονομική επιστήμη ανακόπηκαν από μια άλλη εξέλιξη: «την αυξανόμενη μαθηματικοποίηση, αξιωματοποίηση και τυποποίηση της οικονομικής επιστήμης» (σελ. 11). Όπως παρατηρούν οι Fine και Milonakis, «η επαγωγή και η μαθηματική μοντελοποίηση σταδιακά απέκτησαν το πάνω χέρι εις βάρος άλλων τρόπων ανάλυσης και συλλογισμού» (σελ. 11).  Η παραπάνω διαδικασία έχει σχέση με το βασικότερο θέμα του άρθρου του Fine και Milonakis, δηλαδή την μετάβαση από την πολιτική οικονομία στην οικονομική μέσω της «αποκοπή[ς] του κοινωνικού και ιστορικού στοιχείου […] οδηγώντας σε ένα σχεδόν ολοκαίνουργιο επιστημονικό σώμα εντελώς αποκομμένο από το ιστορικό και κοινωνικό του πλαίσιο (σελ. 11).

O Keynes ήταν το πρώτο θύμα της «φορμαλιστικής επανάστασης» όπως ονομάζουν οι συγγραφείς τη διαδικασία αυτή, καθώς «μόνο εκείνες οι πτυχές της σκέψης του Keynes που μπορούσαν να μοντελοποιηθούν ενσωματώθηκαν σε αυτό που έγινε γνωστό ως «νεοκλασική σύνθεση». Το αποτέλεσμα ήταν ένας «μπάσταρδος κεϋνσυανσιμός» (σελ. 14) που άφηνε απέξω τα ριζοσπαστικότερα στοιχεία της σκέψης του. Την ίδια μοίρα με τον Κεϋνσιανισμό όμως είχε «οποιαδήποτε άλλη προσπάθεια παροχής ενός διαφορετικού τρόπου ανάλυσης, σε τέτοιο βαθμό που, στην εποχή μας, οτιδήποτε δεν μπορεί να μοντελοποιηθεί δεν θεωρείται ως οικονομική και αφήνεται εκτός εξέτασης εντελώς». Το αποτέλεσμα είναι στον κλάδο να επικρατεί μια παντελής έλλειψη ανεκτικότητας για διαφορετικές θεωρίες αλλά ακόμα και εσωτερική κριτική.

Οι συγγραφείς αναφέρουν στο άρθρο πως οι ρίζες τις φορμαλιστικές επανάστασης βρίσκονται στην λεγόμενη οριακή επανάσταση, ένα από τα δύο μεγαλύτερα «σχίσματα» στην ιστορία της οικονομικής σκέψης (Fine και Milonakis, 2008, σελ. 1) . Το θέμα αυτό το αναπτύσσουν εξαντλητικά στο βιβλίο τους From Political Economy to Economics: Method, the Social and the Historical in the Evolution of Economic Theory. Σύμφωνα με το κεφάλαιο του βιβλίου αφιερωμένο στην οριακή επανάσταση, με τους οριακούς ξεκίνησε η «αναζήτηση για μια οικονομική επιστήμη χωρίς αξιολογικές κρίσεις, ισότιμη με τις φυσικές επιστήμες».  Αναφερόμενοι στις απόψεις του Walras, έναν από τους ιδρυτές της σχολής, «Για να γίνει η οικονομική επιστήμη καθαρή επιστήμη, λοιπόν, πρέπει να αντιμετωπίζεται ως φυσική επιστήμη και επειδή ασχολείται με ποσότητες, πρέπει να γίνει κλάδος των μαθηματικών» (σελ. 95). Αυτό είχε ας αποτέλεσμα τον αυτόματα εξοβελισμό όλης της κλασικής πολιτικής οικονομίας  και της Ιστορικής Σχολής εκτός του πεδίου (Fine B. , Milonakis, D.  2008, σελ. 96).

Η μαθηματικοποίηση του κλάδου είχε άμεση σχέση με την εισαγωγή της έννοιας της οριακής χρησιμότητας. Όπως παρατηρούν οι Fine και Milonakis «Μία από τις κύριες συνέπειες της υιοθέτησης αυτής της έννοιας είναι ότι το αντικείμενο της οικονομικής επιστήμης μετατοπίστηκε από την έρευνα των αιτιών του πλούτου και της κατανομής του, στην εξέταση της οικονομικής συμπεριφοράς των ατόμων, ειδικά με τη μορφή της αρχής της μεγιστοποίησης (της ωφέλειας)» (σελ. 97).  Ταυτόχρονα «η χρήση της οριακής ανάλυσης (ένα ουσιαστικά μαθηματικό εργαλείο) και η έννοια της ισορροπίας (δανεισμένη από τη στατική μηχανική) κατέστησαν την οικονομική επιστήμη πιο ευάλωτη στη μαθηματική ανάλυση, ωθώντας την οικονομική επιστήμη περαιτέρω προς την αφαίρεση και τον φορμαλισμό» (στο ίδιο, σελ. 109).

Για τους συγγραφείς ο θρίαμβος της οριακής ανάλυσης ενσαρκώνεται από έναν τριπλό αναγωγισμό: Ατομικιστικό, α-κοινωνικό και αντι-ιστορικό. Όπως το θέτουν

Ο πρώτος είναι ένας ατομικιστικός αναγωγισμός, μέσω του οποίου οι συλλογικοί οικονομικοί παράγοντες αντικαθίστανται από τα άτομα ως βασική μονάδα ανάλυσης, και η οικονομία αντιμετωπίζεται ως η απλή συνάθροιση των μεμονωμένων μελών της. Ο δεύτερος είναι ένας ακοινωνικός αναγωγισμός, όπου η οικονομία αντιμετωπίζεται απομονωμένα από το ευρύτερο κοινωνικό της πλαίσιο, μέσω του πλήρους αποκλεισμού όλων των κοινωνικών (εκτός από τις) σχέσεις της αγοράς από την ανάλυση. Ο τελευταίος είναι ένας αντι-ιστορικιστικός αναγωγισμός, μέσω του οποίου η οικονομική επιστήμη διαχωρίζεται πλήρως από την ιστορία (στο ίδιο, σελ. 109).

Αξίζει να σημειωθεί πως οι παραπάνω εξελίξεις επέφεραν ένα θανατηφόρο πλήγμα στην έννοια της τάξης, η οποία είναι ένα συλλογικό χαρακτηριστικό που δυσκολεύεται να χωρέσει στα πλαίσια του μεθοδολογικού ατομικισμού.

Οι συγγραφείς δεν αρκούνται στο να αποδώσουν την φορμαλιστική επανάσταση στην ιστορία της οικονομικής σκέψης αλλά την συνδέουν άμεσα και με τις ανάγκες της καπιταλιστικής οργάνωσης της οικονομίας και των οικονομικών συμφερόντων που συνδέονται με αυτό. Δηλώνουν λοιπόν ευθαρσώς πως πίσω από αυτό το είδος θεωρίας κρύβεται «η ίδια η φύση του συστήματος και η ιδεολογική ανάγκη για την αιτιολόγησή του»  (Fine B, Milonakis D., 2011, σελ. 17). Ταυτόχρονα συνδέουν την πλήρη επικράτηση του φορμαλισμού με την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης που οδήγησε στην από-νομιμοποίησης της κρατικής παρέμβασης και την επακόλουθη απόλυτη νίκη του νεοφιλελευθερισμού (σελ. 22). Με τον τρόπο αυτό οι Fine και Milonakis λαμβάνουν μια ριζοσπαστική θέση απέναντι στην επιστήμη που την αντιμετωπίζει όχι ως αξιολογικά ουδέτερη αλλά ως μέρος του εποικοδομήματος που προκύπτει από την βάση της καπιταλιστικής οργάνωσης της οικονομίας

Οι Εναλλακτικές

Έχοντας διαγνώσει την χρεωκοπία των ορθόδοξων, κυρίαρχων οικονομικών εξαιτίας της αδυναμίας τους να προβλέψουν και να εξηγήσουν την κρίση, οι Fine και Milonakis προχωρούν στην εξέταση των εναλλακτικών που θα μπορούσαν να υποκαταστήσουν το κυρίαρχο ρεύμα. Διακρίνουν κυρίως τους εξής δρόμους: τον Νέο-Κεϋνσυανισμό, κάποια ακριβέστερα μαθηματικά μοντέλα που θα λαμβάνουν καλύτερα υπόψη τους τις ατέλειες της αγοράς, την επιστροφή σε έναν πιο καθαρό Κεϋνσυανισμό με έμφαση στην συστημική αβεβαιότητα και το animal spirit του καπιταλισμού και νέα ερευνητικά προγράμματα όπως τα συμπεριφορικά οικονομικα, η θεωρία των παιγνίων και τα νευρο-οικονομικά που εκκινούν από επιστήμες εκτός της οικονομικής, όπως η ψυχολογία, τα μαθηματικά και η νευρο-επιστήμη (Fine B., Milonakis D, 2011. Σελ. 17-19). Ωστόσο για τους συγγραφείς τα προγράμματα αυτά δεν αντιπροσωπεύουν έναν αυθεντικό επιστημονικό πλουραλισμό γιατί  «παρά τις διαφορετικές τους απόψεις, όλες αυτές οι προσεγγίσεις έχουν δύο κοινά χαρακτηριστικά: πρώτον, την προσήλωσή τους στην αξιωματική κατασκευή μοντέλων ως την προτιμώμενη μεθοδολογική τους προσέγγιση και, δεύτερον, την εστίασή τους στο άτομο» (σελ. 19). Με λίγα λόγια εμπεριέχουν τα στοιχεία που προκύπτουν από και ταυτόχρονα επιβεβαιώνουν την φορμαλιστική επανάσταση.

Οι συγγραφείς εφιστούν την προσοχή στο γεγονός πως «Αυτό που οι σύγχρονοι ορθόδοξοι οικονομολόγοι δεν κατανοούν είναι ότι αυτό που φταίει δεν είναι κάποια συγκεκριμένη υπόθεση ή χαρακτηριστικό των χρησιμοποιούμενων μοντέλων, αλλά η ίδια η μέθοδος της απαγωγικής-μαθηματικής μοντελοποίησης» (Fine B., Milonakis. D., 2011, σελ. 20). Η μέθοδος αυτή βασίζεται σε δύο εσφαλμένες προϋποθέσεις: αφενός την ύπαρξη ενός κλειστού συστήματος στο οποίο συμβαίνουν κανονικότητες ή συσχετίσεις γεγονότων και αφετέρου τον απομονωμένο, ατομικό δρώντα. Το τελευταίο είναι εσφαλμένο επειδή όπως τονίζουν οι συγγραφείς παραπέμποντας και σε σύγχρονα ευρήματα «τα άτομα διαμορφώνονται από το κοινωνικό τους περιβάλλον με αποφασιστικούς τρόπους», γι αυτό οι ίδιοι προτάσσουν πως «το κοινωνικό πρέπει να έχει προτεραιότητα έναντι του ατόμου, και το μακροεπίπεδο έναντι του μικροεπιπέδου» (στο ίδιο, σελ. 21).

Έχοντας λοιπόν πρώτα επιτεθεί στα ορθόδοξα οικονομικά και στη συνέχεια αναδείξει τις προβληματικές των εναλλακτικών προγραμμάτων, οι συγγραφείς πρεσβεύουν πως «η μόνη ελπίδα για μια πραγματικά εναλλακτική θεωρία έγκειται στην πολιτική οικονομία», ως αυτή που όχι μόνη αποστασιοποιείται από τους δίδυμους πυλώνες της μοντελοποίησης και της έμφασης στο άτομο, αλλά και λαμβάνει υπόψη της τις συγκρούσεις συμφερόντων γύρω από την οικονομική θεωρία και πολιτική χωρίς να τις υποβιβάζει σε απλή ασύμμετρη πληροφόρηση. Ως πολιτικό πρόταγμα τα παραπάνω θα πρέπει για τους συγγραφείς να συνοδευτούν από την απαραίτητη οργάνωση, δηλαδή από ισχυρούς συλλόγους, φοιτητικά κινήματα και κινήματα διδασκόντων.  Ταυτόχρονα οι συγγραφείς ενθαρρύνουν ένα ενωτικό πνεύμα μεταξύ τον ετερόδοξων οικονομολόγων καθώς όπως το θέτουν:

«μέχρι η ισορροπία των δυνάμεων να ευνοήσει περισσότερο τις εναλλακτικές δυνάμεις, το καλύτερο που μπορεί να ελπίζεται για το επάγγελμα των οικονομικών, είναι μια απομάκρυνση από τη μονολιθική προσέγγιση στην οικονομική επιστήμη που χαρακτηρίζει την κυρίαρχη οικονομική θεωρία, η οποία φετιχοποιεί την κατασκευή μοντέλων, προς έναν πλουραλισμό μεθόδων και προσεγγίσεων, και μακριά από ατομικιστικές προσεγγίσεις προς πιο συστημικούς, συγκεντρωτικούς, δυναμικούς, ιστορικά συγκεκριμένους και κοινωνικά ενσωματωμένους τύπους ανάλυσης του καπιταλισμού» (σελ. 25).

Συμπέρασμα

Οι Fine και Milonakis εκκινούν από την οικονομική κρίση για να αναδείξουν την αδυναμία όχι μόνο τον αγορών αλλά της ίδιας της οικονομικής επιστήμης. Για να εξηγήσουν την αδυναμία αυτή κάνουν μία μικρή ιστορική αναδρομή στην επιστημολογία του κλάδου από την περίοδο πριν την Μεγάλη Ύφεση καταλήγοντας ότι στην καρδία της αδυναμίας πρόβλεψης και εξήγησης της κρίσης βρίσκεται η φορμαλιστική επανάσταση με την εμμονή της με τα μαθηματικά μοντέλα και τον μεθοδολογικό ατομικισμό. Συνεπείς με την πολιτική οικονομία που εκπροσωπούν σε αυτό το άρθρο, οι συγγραφείς όχι μόνο βλέπουν τις ρίζες του προβλήματος στην καπιταλιστικό οργάνωση της οικονομίας και την ανάγκη της για ιδεολογική νομιμοποίηση αλλά ταυτόχρονα θεωρούν τη λύση ως επιστημολογική αλλά και πολιτική ταυτόχρονα.

Το υπό ανάλυση άρθρο των Fine και Milonakis είναι μια εναλλακτική ιστορία της οικονομικής σκέψης, αντιπροσωπευτική του συνολικού έργου τους, ιστορία η οποία είναι απαραίτητη γιατί όπως το θέτουν και οι ίδιοι στην εισαγωγή του From Political Economy to Economics (σελ. 9):

«η ιστορία του θέματός μας είναι μια ιστορία, όταν δεν παραμελείται, που έχει γραφτεί από τους νικητές και μέσα από το πρίσμα αυτού που έχει γίνει η τρέχουσα ορθοδοξία. Ακόμα χειρότερα, αυτή η ιστορία συχνά δεν έχει γραφτεί, αλλά απλώς θεωρείται ότι είναι ένα μη προβληματικό πέρασμα από τις ατελείς ανακαλύψεις του παρελθόντος στη βελτίωση και τη βελτίωσή τους στο παρόν». Όπως η χρηματο- οικονομική κρίση του 2008, το πέρασμα αυτό μόνο προβληματικό δεν ήταν»

Βιβλιογραφία

Buiter, Willem H., The Unfortunate Uselessness of Most ‘State of the Art’ Academic Monetary Economics (March 6, 2009). VoxEU, Research-based policy analysis and commentary from leading economists, March 6, 2009, Available at SSRN: https://ssrn.com/abstract=2492949

Colander, D., Goldberg, M., Haas, A., Juselius, K., Kirman, A., Lux, T., & Sloth Fleetwood, Steve. (2012). ‘From Political Economy to Economics’ and Beyond. Historical Materialism. 20. 61-80. 10.1163/1569206X-12341258., B. (2009). THE FINANCIAL CRISIS AND THE SYSTEMIC FAILURE OF THE ECONOMICS PROFESSION. Critical Review21(2–3), 249–267. https://doi.org/10.1080/08913810902934109

Fine, Ben & Milonakis , Dimitris .  (2008). From Political Economy to Economics. Method, the Social and the Historical in the Evolution of Economic Theory. From Political Economy to Economics: Method, the social and the historical in the evolution of economic theory. 1-374. 10.4324/9780203887110.

Fine, Ben & Milonakis , Dimitris . (2011). `Useless but True’: Economic Crisis and the Peculiarities of Economic Science. Historical Materialism. 19. 3-31. 10.1163/156920611X573770.

Fleetwood, Steve. (2012). ‘From Political Economy to Economics’ and Beyond. Historical Materialism. 20. 61-80. 10.1163/1569206X-12341258.

KRUGMAN, PAUL. (2010). The theory of interstellar trade. Economic Inquiry. 48. 1119-1123. 10.1111/j.1465-7295.2009.00225.x.

Kuhn, T. S. (1962). The structure of scientific revolutions. University of Chicago Press.