παραθέτω περίληψη άρθρου που είχαμε να κάνουμε ως assignment για το μάθημα Φιλοσοφία της Βιολογίας επιλέγοντας ανάμεσα από λίστα άρθρων
Pre-Theoretical Assumptions in Evolutionary Explanations of Female Sexuality
της Elisabeth A. Lloyd
To άρθρο Pre-Theoretical Assumptions in Evolutionary Explanations of Female Sexuality της Elisabeth A. Lloyd εξετάζει την σχέση μεταξύ γυναικείας σεξουαλικότητας και αναπαραγωγής, μια σχέση που θεωρεί σημαντική εξαιτίας της διασταύρωσης της βιολογίας με την πολιτική και τις φεμινιστικές διεκδικήσεις. Η βασική θέση της συγγραφέως είναι οτι τα βιολογικά και δη εξελικτικά επιχειρήματα που υποστηρίζουν την σύνδεση της γυναικείας σεξουαλικότητας με την αναπαραγωγή δεν είναι καλά θεμελιωμένα αλλά οφείλονται περισσότερο στην επιρροή κοινωνικών πεποιθήσεων και κοινωνικής ατζέντας στην βιολογία.
Το κυρίως άρθρο χωρίζεται σε δύο μέρη: πρώτα η επισκόπηση μελετών για την σεξουαλικότητα των θηλυκών τόσο σε ζώα όσο και ανθρώπους με σκοπό την ανάδειξη των αντιφάσεων και ελαττωματων τους και στη συνέχεια η ερμηνεία που προκρίνει η ίδια για την γυναικεία σεξουαλικότητα.
Η Lloyd ξεκινάει με την ανάδειξη των προβλημάτων και μεροληψιών στην έρευνα της σεξουαλικότητας των θηλυκών. Αρχικά αναδεικνύει τα προβλήματα του μοντέλου σύμφωνα με το οποίο η σεξουαλική συμπεριφορά του θηλυκού ορίζεται ορμονικά σύμφωνα με την γονιμότητα του. Η συγγραφέας καταδεικνύει το γεγονός οτι συχνά ο οίστρος ορίζεται όχι ως συγκεκριμένο κομμάτι του έμμηνου κύκλου ενός θηλυκού αλλά με τρόπο ταυτολογικό ως η περίοδο κατά την οποία αυτό ειναι πρόθυμο να συμμετέχει σε σεξουαλικές δραστηριότητες παρόλο που, όπως αναφέρει, ανεξάρτητες έρευνες δείχνουν πως η σεξουαλική δραστηριότητα πολλών θηλυκών πρωτεύοντων δεν συμπίπτει με τις γόνιμες μέρες τους. Άλλο πρόβλημα στην ταύτιση της σεξουαλικότητας με την αναπαραγωγή θέτει η παρατηρούμενη ομοφυλοφιλική δραστηριότητα θηλυκών πρωτεύοντων. Παρόλο που τα θηλυκά, που δεν βρίσκονται σε οίστρο, έχουν οργασμό πολύ συχνότερα κατά τη διάρκειά τέτοιας δραστηριότητας απ ό,τι κατά τη διάρκεια ετεροφυλόφιλων συνευρέσεων η συγγραφές αναφέρεται στην μεροληψία έρευνας του θηλυκού οργασμού εστίασε στην ετεροφυλόφιλη δραστηριότητα ως «πιο σημαντική» για την μελέτη της σεξουαλικότητας του θηλυκού.
Στην συνέχεια η συγγραφές περνάει στην περίπτωση των ανθρώπων όπου κι εκεί υποθέτεται από ερευνητές πως το ενδιαφέρον των θηλυκών για σεξ θα κορυφώνεται κατά τις γόνιμες μέρες τους παρόλο που αυτό δεν υποστηρίζεται από τις έρευνες σύμφωνα με τις οποίες μόνο ένα πολύ μικρό ποσοστό γυναικών βιώνει κορύφωση της σεξουαλικής επιθυμίας κατά την ωορρηξία .Η συγγραφέας επιτίθεται στην επικρατούσα θεωρία σύμφωνα με την οποία ο οργασμός του θηλυκού ενισχύει τον δεσμό του ζεύγους αναφέροντας ότι στις περισσότερες ετεροφυλόφιλες συνευρέσεις δεν σημειώνεται γυναικείος οργασμός. Στην συνέχεια επιτίθεται σε μια εναλλακτική θεωρία σύμφωνα με την οποίο ο οργασμός συνδέεται με την όρθια στάση των ανθρώπων αποσκοπώντας στην ελαχιστοποίηση της διαρροής σπέρματος αμέσως μετά την συνεύρεση καθώς υποτίθεται ο οργασμός οδηγεί το θηλυκό στο να μην βρεθεί αμέσως μετά σε όρθια στάση λόγω της εξάντλησης και νύστας που προακαλεί. Η συγγραφέας παρατηρεί πως ακόμα και η έρευνα που παραθέτουν οι υποστηρικτές αυτής της θεωρίας αναφέρει πως ο οργασμός έχει τέτοια επίδραση μόνο στον άνδρα και όχι την γυναίκα. Επιπλέον οι παρατηρήσεις στα ζώα δείχνουν πως η διαρροή σπέρματος δεν οδήγησε σε μείωση της πιθανότητας σύλληψης.
Στη συνέχεια η συγγραφέως αναφέρεται στην ερμηνεία του γυναικείου οργασμού που προκρίνει η ίδια και η οποία προτάθηκε από τον D. Symons to 1979. Σύμφωνα με αυτήν ο γυναικείος οργασμός δεν είναι προσαρμογή για τα θηλυκά. Επειδή όμως ήταν ισχυρά επιλεγμένος για τα αρσενικά και εξαιτίας της κοινής εμβρυολογικής μορφής των φύλων, τα θηλυκά γεννιούνται κι αυτά με την δυνατότητας να έχουν οργασμό. Η Lloyd υποστηρίζει πως μια τέτοια ερμηνεία θα μπορούσε να ερμηνευτεί και ως χειραφετητική από το φεμινιστικό κίνημα καθώς στηρίζει την αυτονομία της γυναικείας σεξουαλικότητας από την αναπαραγωγή.
Η συγγραφέας κλείνει με τα συμπεράσματά της για την φιλοσοφία της επιστήμης. Πρώτον θεωρεί οτι η τάση να συνδεθεί η γυναικεία σεξουαλικότητα με την αναπαραγωγή οφείλεται στις ισχυρές επιρροές αφενός του προσαρμοτισμού αφετέρου της μακράς κοινωνικής παράδοσης η γυναίκα να ταυτίζεται με τις αναπαραγωγικές της ικανότητες. Κατά συνέπεια, κι αυτό αποτελεί το δεύτερο συμπέρασμά της, μια purist προσέγγιση της φιλοσοφίας της επιστήμης που βλέπει την τελευταία ως απομονωμένη από τις πολιτικές επιρροές δεν κάνει τίποτα άλλο από το να ενισχύει ακριβώς αυτές τις επιρροές στην επιστήμη. Μια πιο εκλεπτυσμένη προσέγγιση της επιστημονικής γνώσης θα απαιτούσε να βλέπουμε την επιστήμη ως (εν μέρει) συνέχιση της πολιτικής.