Δια λόγους τιμής

Σύμφωνα με ένα χαριτωμένο και μοιράσιμο tweet (βλ σχολια) οι γυναίκες είναι «συναισθηματικές», ποτέ δεν έχουμε δει καμία όμως να ρίχνει οξύ στο πρόσωπο κάποιου εξαιτίας των συναισθημάτων της. Ο ισχυρισμός αυτός δεν στέκει μπροστά σε μια ιστορική εξέταση. Στην Ελλάδα, στην δεκαετία του ’50 και του ’60 ήταν συχνό φαινόμενο μια γυναίκα να πετάει βιτριόλι σε έναν άντρα που αθέτησε την υπόσχεση γάμου ή την εγκατέλειψε για άλλη αφού την «διέφθειρε». Η κατηγορία αυτή εγκλημάτων υπαγόταν στα λεγόμενα «εγκλήματα τιμής» που αντιμετωπιζόταν με συμπάθεια από την κοινή γνώμη αλλά και τα δικαστήρια.

Στο βιβλίο «Δια λόγους τιμής: Βία, Συναισθήματα και Αξίες στην μετεμφυλιακή Ελλαδα» που διάβασα για κάποιο μάθημα κοινωνικης ανθρωπολογίας πολλά χρόνια πριν, εξετάζεται η συγκεκριμένη κατηγορία εγκλημάτων που συντελούνταν σύμφωνα με κάποια συγκεκριμένα πολιτισμικά σενάρια. Συνήθως ένας άντρας συγγενής, πατέρας ή αδερφός, μιας γυναίκας, αλλά και η ίδια η γυναίκα, αναλάμβανε να εκδικηθεί εκείνον που την «ατίμασε» ενώ άλλοτε οι άντρες συγγενείς στρέφονται ενάντια στην γυναίκα που «εξέθεσε» την οικογένεια. Σε αυτό το πλαίσιο οι λεγόμενες «βιτριολίστριες» επιτίθεντο στον άντρα τραυματίζοντάς τον και συχνά δηλώνοντας στην αστυνομία αμετανόητες. Άλλες φορές του επιτίθονταν με όπλο ή μαχαίρι κατορθώνοντας να τον σκοτώσουν. Το βιβλίο εξετάζει την πορεία μέσα από την οποία τα εγκλήματα αυτά άρχισαν να αντιμετωπίζονται λιγότερο ευνοικά από τα δικαστήρια και την κοινωνία εν γένει.

Τα παραπάνω δεν τα λέω φυσικά με την έννοια «ε να και οι γυναίκες τα ίδια κάνουν» ή για να ισχυριστω ότι δεν υπάρχει πατριαρχία επειδή και οι γυναίκες ασκούν βία κατά των αντρών. Το ακριβώς αντίθετο. Τα εγκλήματα αυτά άλλωστε έχουν ιδιαιτέρως έμφυλο χαρακτήρα, υπαγορεύονται από άκρως πατριαρχικά αφηγήματα περί τιμής και ντροπής και σχετίζονται άμεσα με την εξουσία των αντρών επί των γυναικών εντός της οικογένειας. Το σημαντικότερο είναι πως οι γυναίκες δράστριες μας βοηθάνε να τεκμηριώσουμε ότι η άσκηση βίας δεν έχει τίποτα το «φυσικό» και το βιολογικό. Οι γυναίκες δεν είναι λιγότερο βίαιες επειδή έχουν πιο ήπια, ήρεμη και υποταγμένη φύση. Αλώστε η μεγαλύτερη υποταγή τους εντός της πατριααρχικής οικογένεια τις προηγούμενες δεκαετίες ήταν ακριβώς αυτό που μπορούσε να της οδηγήσει στη βία όταν ένιωθαν ότι απειλούταν ο πυρήνας της γυναικείας υποκειμενικότητάς τους αλλά και το μέλλον τους στην κοινωνία. Τα εγκλήματά τιμής, και ειδικά όταν διαπράττονταν από τις ίδιες τις γυναίκες, είναι μια εξαιρετική ευκαιρία να αποφυσικοποιήσουμε την βία και να την συνδέσουμε όχι μόνο με τις υλικές συνθήκες (προανώς η οικονομική εξάρτηση των γυναικών από τους άντρες ήταν στην βάση όλων αυτών) αλλά και το πώς αυτές οι συνθήκες συνδέονται με την κουλτούρα και την κατασκευή των ίδιων των συναισθημάτων. Όπως δηλαδή συμβαίνει με τα «εγκλήματα πάθους» και τις γυναικοκτονίες σήμερα.

Σε αυτό θα ήθελα να προσθέσω και το εξής. Η άσκηση βίας, οποιασδήποτε βίας, ακόμα και βίαιης αντίστασης στην εξουσία, καταδικάζεται συχνά ανεξάρτητα από το κίνητρό της . Στην δικαιολόγηση της καταδίκης αυτής έχει πρόσφατα προστεθεί και ένας υποτιθέμενα φεμινιστικός λόγος σύμφωνά με τον οποίο η βία είναι «μάτσο», επειδή είναι άμεσα συνδεδεμένη με την πατριαρχία καθώς ασκείται συνήθως από άντρες και όχι από γυναίκες -το οποιό αληθεύει. Το ιδανικό που προβάλλεται έτσι είναι να γίνουμε όλοι ήπιοι και κατά της βίας όπως οι γυναίκες. Αν η αντρική βία εξαλειφθεί, σύμφωνα με αυτό το σενάριο, όλοι θα είμαστε καλύτερα. Αυτό που δεν λαμβάνει υπόψη της αυτή η λογική είναι ότι στην πατριαρχία το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι οι άντρες μαθαίνουν να εκφράζονται βίαια αλλά και ότι ταυτόχρονα οι γυναίκες μαθαίνουν να την αποφεύγουν. Αυτό δημιουργεί μια δυναμική που θυματοποιεί τις γυναίκες οι οποίες απλά δεν είναι εξοικειωμένες με την βία, δεν έχουν μάθει να την ασκούν από τα νηπιακά τους χρόνια παλεύοντας με συμμαθήτριές τους, δεν είναι εκπαιδευμένες σε αύτη και έτσι τρομοκρατούνται και ελέγχονται ευκολότερα από αυτήν. Το πρόβλημα δεν είναι δηλαδή μόνο στο ποιος ασκεί τη βία αλλά και στο ποιος θεωρείται αδιανόητο να την ασκήσει, δημιουργώντας μια μόνιμη ανισορροπία. Από αυτή την άποψη οι βιτριολίστριες δείχνουν οτι η τάξη αυτη μπορεί να ανατραπεί

Pre-Theoretical Assumptions in Evolutionary Explanations of Female Sexuality (περίληψη άρθρου)

παραθέτω περίληψη άρθρου που είχαμε να κάνουμε ως assignment για το μάθημα Φιλοσοφία της Βιολογίας επιλέγοντας ανάμεσα από λίστα άρθρων

Pre-Theoretical Assumptions in Evolutionary Explanations of Female Sexuality

της Elisabeth A. Lloyd

To άρθρο Pre-Theoretical Assumptions in Evolutionary Explanations of Female Sexuality της Elisabeth A. Lloyd εξετάζει την σχέση μεταξύ γυναικείας σεξουαλικότητας και αναπαραγωγής, μια σχέση που θεωρεί σημαντική εξαιτίας της διασταύρωσης της βιολογίας με την πολιτική και τις φεμινιστικές διεκδικήσεις. Η βασική θέση της συγγραφέως είναι οτι τα βιολογικά και δη εξελικτικά επιχειρήματα που υποστηρίζουν την σύνδεση της γυναικείας σεξουαλικότητας με την αναπαραγωγή δεν είναι καλά θεμελιωμένα αλλά οφείλονται περισσότερο στην επιρροή κοινωνικών πεποιθήσεων και κοινωνικής ατζέντας στην βιολογία.

Το κυρίως άρθρο χωρίζεται σε δύο  μέρη: πρώτα η επισκόπηση μελετών για την σεξουαλικότητα των θηλυκών τόσο σε ζώα όσο και ανθρώπους με σκοπό την ανάδειξη των αντιφάσεων και ελαττωματων τους και στη συνέχεια η ερμηνεία που προκρίνει η ίδια για την γυναικεία σεξουαλικότητα.

Η Lloyd ξεκινάει με την ανάδειξη των προβλημάτων και μεροληψιών στην έρευνα της σεξουαλικότητας των θηλυκών. Αρχικά αναδεικνύει τα προβλήματα του μοντέλου σύμφωνα με το οποίο η σεξουαλική συμπεριφορά του θηλυκού ορίζεται ορμονικά σύμφωνα με την γονιμότητα του. Η συγγραφέας καταδεικνύει το γεγονός οτι συχνά ο οίστρος ορίζεται όχι ως συγκεκριμένο κομμάτι του έμμηνου κύκλου ενός θηλυκού αλλά με τρόπο ταυτολογικό ως η περίοδο κατά την οποία αυτό ειναι πρόθυμο να συμμετέχει σε σεξουαλικές δραστηριότητες παρόλο που, όπως αναφέρει, ανεξάρτητες έρευνες δείχνουν πως η σεξουαλική δραστηριότητα πολλών θηλυκών πρωτεύοντων δεν συμπίπτει με τις γόνιμες μέρες τους. Άλλο πρόβλημα στην ταύτιση της σεξουαλικότητας με την αναπαραγωγή θέτει η παρατηρούμενη ομοφυλοφιλική δραστηριότητα θηλυκών πρωτεύοντων. Παρόλο που τα θηλυκά, που δεν βρίσκονται σε οίστρο, έχουν οργασμό πολύ συχνότερα κατά τη διάρκειά τέτοιας δραστηριότητας απ ό,τι κατά τη διάρκεια ετεροφυλόφιλων συνευρέσεων η συγγραφές αναφέρεται στην μεροληψία έρευνας του θηλυκού οργασμού εστίασε στην ετεροφυλόφιλη δραστηριότητα ως «πιο σημαντική» για την μελέτη της σεξουαλικότητας του θηλυκού.

Στην συνέχεια η συγγραφές περνάει στην περίπτωση των ανθρώπων όπου κι εκεί υποθέτεται από ερευνητές πως το ενδιαφέρον των θηλυκών για σεξ θα κορυφώνεται κατά τις γόνιμες μέρες τους παρόλο που αυτό δεν υποστηρίζεται από τις έρευνες σύμφωνα με τις οποίες μόνο ένα πολύ μικρό ποσοστό γυναικών βιώνει κορύφωση της σεξουαλικής επιθυμίας κατά την ωορρηξία .Η συγγραφέας επιτίθεται στην επικρατούσα θεωρία σύμφωνα με την οποία ο οργασμός του θηλυκού ενισχύει τον δεσμό του ζεύγους αναφέροντας ότι στις περισσότερες ετεροφυλόφιλες συνευρέσεις δεν σημειώνεται γυναικείος οργασμός. Στην συνέχεια επιτίθεται σε μια εναλλακτική θεωρία σύμφωνα με την οποίο ο οργασμός συνδέεται με την όρθια στάση των ανθρώπων αποσκοπώντας στην ελαχιστοποίηση της διαρροής σπέρματος αμέσως μετά την συνεύρεση καθώς υποτίθεται ο οργασμός οδηγεί το θηλυκό στο να μην βρεθεί αμέσως μετά σε όρθια στάση λόγω της εξάντλησης και νύστας που προακαλεί. Η συγγραφέας παρατηρεί πως ακόμα και η έρευνα που παραθέτουν οι υποστηρικτές αυτής της θεωρίας αναφέρει πως ο οργασμός έχει τέτοια επίδραση μόνο στον άνδρα και όχι την γυναίκα. Επιπλέον οι παρατηρήσεις στα ζώα δείχνουν πως η διαρροή σπέρματος δεν οδήγησε σε μείωση της πιθανότητας σύλληψης.

Στη συνέχεια η συγγραφέως αναφέρεται στην ερμηνεία του γυναικείου οργασμού που προκρίνει η ίδια και η οποία προτάθηκε από τον D. Symons to 1979. Σύμφωνα με αυτήν ο γυναικείος οργασμός δεν είναι προσαρμογή για τα θηλυκά. Επειδή όμως ήταν ισχυρά επιλεγμένος για τα αρσενικά και εξαιτίας της κοινής εμβρυολογικής μορφής των φύλων, τα θηλυκά γεννιούνται κι αυτά με την δυνατότητας να έχουν οργασμό. Η Lloyd υποστηρίζει πως μια τέτοια ερμηνεία θα μπορούσε να ερμηνευτεί και ως χειραφετητική από το φεμινιστικό κίνημα καθώς στηρίζει την αυτονομία της γυναικείας σεξουαλικότητας από την αναπαραγωγή.

Η συγγραφέας κλείνει με τα συμπεράσματά της για την φιλοσοφία της επιστήμης. Πρώτον θεωρεί οτι η τάση να συνδεθεί η γυναικεία σεξουαλικότητα με την αναπαραγωγή οφείλεται στις ισχυρές επιρροές αφενός του προσαρμοτισμού αφετέρου της μακράς κοινωνικής παράδοσης η γυναίκα να ταυτίζεται με τις αναπαραγωγικές της ικανότητες. Κατά συνέπεια, κι αυτό αποτελεί το δεύτερο συμπέρασμά της, μια purist προσέγγιση της φιλοσοφίας της επιστήμης που βλέπει την τελευταία ως απομονωμένη από τις πολιτικές επιρροές δεν κάνει τίποτα άλλο από το να ενισχύει ακριβώς αυτές τις επιρροές στην επιστήμη. Μια πιο εκλεπτυσμένη προσέγγιση της επιστημονικής γνώσης θα απαιτούσε να βλέπουμε την επιστήμη ως (εν μέρει) συνέχιση της πολιτικής.