Netflix ‘n’ Εκδίωξη του Άλλου

H καλύτερη εκδήλωση αυτού που ο Byung Chul Han ονομάζει «Εκδίωξη του Άλλου» είναι το πώς όλα μας ανεξαιρέτως λατρεύουμε να καθόμαστε σπίτι να κάνουμε binge watching τρώγοντας παγωτό ή πίτσα. Όχι μόνο το λατρεύουμε αλλά το προτιμάμε και από τις περισσότερες άλλες επιλογές. Ποιος δεν έχει ακυρώσει σχέδια ή δεν έχει νιώσει ανακούφιση με την ακύρωση τους επειδή μπορεί να κάτσει άνετα και χωρίς τύψεις μπροστά σε μικρή ή καπως μεγαλύτερη οθόνη να δει 7 επεισόδια στη σειρά χωρίς καμία διακοπή? Όχι μονο αυτό αποτελεί μια κορυφαία πηγή απόλαυσης αλλά το γεγονός ότι αποτελεί εκδηλώνεται συχνά και με την μορφή humble bragging καθώς συνοδεύεται με μια μικρή δόση περηφάνιας. Αυτό φυσικά δεν είναι άσχετο με το γεγονός ότι το να είσαι αυτάρκης και ανεξάρτητος, να μην έχεις ανάγκη κανέναν, να μην αφήνειας κανέναν να επηρεάζει τη διάθεσή σου, προβάλλεται επιθετικά ως υπέρτατο ιδανικό από την ακραία ατομικιστική νεοφιλελεύθερη κοινωνία. Ε να λοιπόν, είμαστε τόσο αυτάρκεις που θα μπορούσαμε να μείνουμε σπίτι μας μόνοι μας ένα μήνα αρκεί να είχαμε  ιντερνετ και delivery. Βασικά, το κάναμε κιολας στην καραντίνα. Μπορεί να μην προσφέρει κάποια ιδιαίτερη συγκίνηση ή νέα εμπειρία αλλά είναι comfortable και αποκλείται να μας προκαλέσει οποιαδήποτε απογοήτευση ή ταραχή -εκτός ίσως από το μικρό υπαρξιακό κενό που νιώθουμε κάθε φορά που τελειώνει μια σειρά και μέχρι να βρούμε την επόμενη.

Η κατάσταση αυτή περνάει απαρατήρητη και θεωρείται είτε ως σχεδόν φυσικό επακόλουθο του πόσο καλύτερες έχουν γίνει οι σειρές είτε ως προσωπική κατάκτηση του καθενός που έχει βρει την εσωτερική γαλήνη ώστε να μπορεί να είναι μόνος του. Γίνεται κάπως ανησυχητικό βέβαια όταν συνειδητοποιήσει κανείς πόσο ταιριάζει με τις φιλελεύθερες αξίες και πόσο επικίνδυνη είναι πολιτικά η απομόνωση που συνεπάγεται. Αυτό που ο Byung Chul Han εννοεί με τον όρο «εκδιωγμό του Άλλου» είναι ο εξοβελισμός οτιδήποτε μας φέρνει αντιμέτωπους με την πραγματική διαφορά, την ετερότητα, το ξένο, το απρόβλεπτο και αυτό που δεν ταιριάζει με τις δικές μας προτιμήσεις ή ταυτότητες. Απόρροια αυτού είναι η τρομακτική δυσφορία που νιώθουμε κατά τη συνάντησή μας με κάποιον ή κάτι που δεν μπορούμε να ελέγξουμε, η περιφρόνηση που αισθανόμαστε προς οτιδήποτε δεν επιβεβαιώνει την ταυτότητά μας.

Μα, θα πει κάποιος εύλογα, δεν είναι καλό αυτό? Δεν είναι καλό που δεν ανεχόμαστε πλέον τους φασίστες ή τους κακοποιητικούς ανθρώπους στη ζωή μας? Που προτιμάμε να κάτσουμε σπίτι μας να δουμε σειρές αντί να κάνουμε ατελειώτο small talk στο οικογενειακό τραπέζι για το πόσα μαθήματα χρωστάμε ή το γιατί δεν έχουμε παντρευτεί ακόμα? Είναι δύσκολο να το αρνηθεί κανείς αυτό. Από την άλλη είναι δύσκολο να διαψευστεί η παραπάνω πρόταση όταν ως κακοποίηση μπορεί να χαρακτηριστεί οποιαδήποτε άβολη στιγμή μας με τους άλλους. Τα πάντα μπορούν να χαρακτηριστούν ως κακοποιητικά με την κατάλληλη ταμπέλα, πχ «trauma dumping”, “gas lighting”. Και οι πάντες μπορούν να χαρακτηριστούν ως «τοξικοί», για παράδειγμα είτε ως «avoidant” είτε ως «anxiously attached» δλδ ως άνθρωποι που θέλουν είτε παραπάνω είτε λιγότερη σύνδεση από όση επιθυμούμε εμείς.

Κατά μια έννοια η συζήτηση περί «ορίων» που πήρε τα πάνω της και με την διάδοση της ψυχοθεραπείας έχει να κάνει και με το πώς οι πάντες νιώθουμε διαρκώς ότι όλοι οι υπόλοιποι παραβιάζουν τα όριά μας. Καθώς ο φιλελευθερισμός ανάγει τους ανθρώπους σε περιχαρακωμένες μονάδες με αδιάτρητα σύνορα, ο Άλλος εκλαμβάνεται διαρκώς σαν κίνδυνος, σαν κάποιος που συνεχώς πολιορκεί και καταπατά αυτά τα όρια. Αυτός είναι και ο λόγος που μέρος του διαλόγου περί «παραβιαστικής συμπεριφοράς» έχει μετατοπιστεί από το έμφυλο θέμα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης στα υποκειμενικά όρια του καθενός που νιώθει δυσφορία με τα δικά του προσωπικα κριτήρια. Τις προάλλες μια σελίδα με το όνομα «The political Feminist» έκανε ένα ολόκληρο rant για την ευαισθησία της στις έντονες μυρωδιές και το πώς θα πρέπει να το λαμβάνουμε αυτό υπόψη μας όταν ψεκαζόμαστε με άρωμα. Ούτε πολύ φεμινιστικό, ούτε ιδιαίτερα πολιτικό.

Σε αυτό το κλίμα γίνεται ολο και πιο εύκολο να ξεκόψουμε ανθρώπους για κάποια ‘προβληματική’ τους συμπεριφορά. Ναι αλλά δεν είναι καλό αυτό θα επιμείνει κάποιος? Δεν είναι καλό να μην ανέχεσαι τους ρατσιστές και τους μισογύνηδες? Ναι, κάποιοι χρειάστηκαν απίστευτη εσωτερική δύναμη να ξεκόψουν κάποιο χειριστικο σύντροφο ή έναν αδιανόητα controlling γονέα. Δεν είμαι πολύ σίγουρη όμως, ως κάποια που το έχει κάνει πολλάκις, ότι το να ξεκόψουμε έναν θείο που τον ενοχλεί το pride ή θεωρεί τη έκτρωση δολοφονία ή ένα date επειδή αρνήθηκε ότι ως Έλληνας έχει λευκό προνόμο ενέχει το ίδιο κόστος ή έχει οποιδήποτε αντίκτυπο. Εκ των υστέρων φαίνεται περισσότερο ως μία επιβεβαίωση της ταυτότητάς μου -είμαι τοσο φεμινίστρια που μπορώ να τσακωθώ με ολους και να την πω σε κάποιον που έτσι κι αλλιώς δεν τον έχω κάποια ανάγκη γιατι δεν είναι το αφεντικό μου. Είναι μια μάλλον κενή στιγμή αυτοεπιβεβαίωσης και προσωπικού empowerment παρά μια αυθεντικά πολιτική πράξη.

Η εκδίωξη του Άλλου όμως δεν έχει να κάνει μόνο με την προσωπική ζωή ούτε μονο με τον εξοστρακισμό προσώπων. Ακόμα και σε έναν πολιτικό χώρο είναι δύσκολο να συνυπάρξεις με άτομα με τα οποία οι απόψεις σας δεν ταυτίζονται 100%, είτε επειδή δεν μπορείς να ανεχτείς ότι διαφωνείτε σε ένα από τα 100 θέματα, εκ των οποίων στα 99 συμφωνείτε, είτε επειδή η συνύπαρξη μαζί τους μπορεί να μιάνει την δική σου πολιτική ταυτότητα.

Ταυτόχρονα είναι όλο και πιο δύσκολο να έρχεσαι σε επαφή με την σύγκρουση ή την απορριψη καθώς οι περισσότερες επαφές σου διαμεσολαβούνται πλέον από το διαδίκτυο και τον αλγόριθμο που. Μα, θα αντικρούσει πάλι κάποιος, δεν κάνει το διαδίκτυο ευκολότερη την επαφή και την σύνδεση, δεν συνεχίζει η σύγκρουση και η απόρριψη να υφίστανται απλώς απλώς με διαφορετικές μορφές? Είναι όμως έτσι? Ο Zygmunt Bauman γράφει στο κείμενό του “Consuming Life:


«Αν το δει κανείς από την πλευρά εκείνου που μένει απ’ έξω, το «δίκτυο» μοιάζει ανησυχητικά περισσότερο με έναν αμμόλοφο από κινούμενη άμμο που τον παρασέρνει ο άνεμος, παρά με ένα εργοτάξιο όπου χτίζονται αξιόπιστοι κοινωνικοί δεσμοί. Όταν τα ηλεκτρονικά δίκτυα επικοινωνίας εισέρχονται στον βιότοπο του ατομικού καταναλωτή, είναι εξαρχής εξοπλισμένα με έναν μηχανισμό ασφαλείας: τη δυνατότητα άμεσης, χωρίς κόπο και (ελπίζουμε) ανώδυνης αποσύνδεσης — της διακοπής της επικοινωνίας με τρόπο που αφήνει ορισμένα τμήματα του δικτύου χωρίς φροντίδα και τα στερεί από τη σημασία τους, μαζί με τη δύναμή τους να γίνονται ενοχλητικά. Αυτός ο μηχανισμός ασφαλείας, και όχι η ευκολία της επικοινωνίας, πόσο μάλλον της μόνιμης συνύπαρξης, είναι που καθιστά το ηλεκτρονικό υποκατάστατο της πρόσωπο με πρόσωπο κοινωνικότητας τόσο ελκυστικό για άνδρες και γυναίκες εκπαιδευμένους να λειτουργούν σε έναν κόσμο διαμεσολαβημένο από την αγορά. Σε έναν τέτοιο κόσμο, η ουσία της ατομικής ελευθερίας βρίσκεται πολύ περισσότερο στην πράξη της απαλλαγής από ό,τι είναι ανεπιθύμητο, παρά στην απόκτηση αυτού που επιθυμεί κανείς. Ο μηχανισμός ασφαλείας που επιτρέπει την άμεση αποσύνδεση κατά βούληση ταιριάζει απόλυτα με τις βασικές επιταγές της καταναλωτικής κουλτούρας· όμως οι κοινωνικοί δεσμοί —και οι δεξιότητες που απαιτούνται για να δημιουργούνται και να συντηρούνται— αποτελούν τα πρώτα και σημαντικότερα παράπλευρα θύματά της.”

Με λίγα λόγια είναι πιο εύκολο να επιχειρίσεις επαφή και να διαχειριστείς την απόρριψη όταν ο Άλλος είναι ένα μακρινό άβαταρ. Είναι πιο εύκολο να διαχειριστείς την ακραία άποψη που σου πετάει ως rage bait ο αλγόριθμος όταν μπορείς να επιλέξεις αν θα κάνεις engage ή θα την μπλοκάρεις. Ακομα και οι θλιβεροί haters μου που διαβάζουν ευλαβικά τα κατεβατά στο blog μου και σχολιάζουν εμμονικά σε αυτό το κάνουν από την άνεση του σπιτιού τους επιλέγοντας την στιγμή που έχουν όρεξη να εκτονωθούν κι εγώ φυσικά επιλέγω να τους αφήνω επειδή τους βλέπω μόνο ως επέκταση του εαυτού μου -ως ανθρώπους που ετεροκαθρρίζονται από μένα και που βελτιώνουν κάπως τα στατιστικά μου. Είμαι δε σίγουροι ότι κάποιες θα πατήσουν το κουμπί του unfollow εξαιτίας αυτού του κειμένου ισχυριζόμενες ότι καλώ τις γυναίκες να ανεχτούν βιαστές ή κάτι τέτοιο. Και ποια από εμάς δεν έχει πατήσει το unfollow ή το μπλοκ σε απάντηση κάποιας σελίδας με την οποία συμφωνεί στην πρώτη διαφωνία που εκλάβαμε ως προσωπική προδοσία.  

Ο ιστορικός Hobsbawm παρατηρεί το πώς η υποχώρηση των κινημάτων συνδέθηκε και με την εισαγωγή της τηλεόρασης ως μιας οικογενειακής δραστηριότητας στο σπίτι σε σχέση με την συλλογική παρακολούθηση ταινιών στο σινεμά ή την μετάδοσης αθλητικών γεγονότων σε δημόσιο χώρο. Η εκδίωξη του Άλλου ξεκινά από το πώς δεν χρειάζεται πλέον να δούμε μια ταινία απλά επειδή παίζει στην τηλεόραση και να ανεχτούμε τις διαφημίσεις πληρώνοντας ένα αντίτιμο και επεκτείνεται στο πώς περιμένουμε τα πάντα στη ζωή μας να είναι customized, ελεγχόμενα και απόλυτα συμβατά με τα γούστα μας. Την ίδια ώρα βέβαια που ο έλεγχος της ζωής μας στον καπιταλισμό ξεφεύγει όλο και περισσότερο από τα χέρια μας κι εμείς αδυνατούμε να δράσουμε πολιτικά για να το σταματήσουμε. Ίσως αυτά τα δύο να μην είναι τόσο άσχετα μεταξύ τους.

Σχολιάστε