Ο Μύθος της Αντρικής Αυτοθυσίας

«Εντάξει, μπορεί οι άντρες να είναι ο νούμερο ένα κίνδυνος για τις γυναίκες και αυτές να ζουν υπό τη συνεχή απειλή της έμφυλης βίας, αν ομώς βρεθείτε σε ένα πλοίο που ναυαγεί έχετε μεγαλύτερες πιθανότητες να επιβιώσετε λόγω της αντρικής αυτοθυσίας οπότε μια η άλλη σας έρχετε βρε κουτά»
φαίνεται να προσπαθει να μας πει ο ψυχολόγος Σιδηρόπουλος -επιχειρώντας μάλιστα εμμέσως να μας πεισει πως ακόμα και οι σουφραζέτες τσάμπα πάλεψαν για περισσότερα δικαιώματα καθώς ήταν σαφώς πιο ευνοημένες από τους άντρες ακόμα και τότε.

Βέβαια δεν είναι μόνο η ηλιθιότητα του επιχειρήματος, είναι και πως στατιστικά ο μύθος της «αντρικής αυτοθυσίας» δεν ευσταθεί όπως απέδειξε περίτρανα και η έρευνα* των Mikael Elander και Oscar Erixson του Σουδικού Πανεπιστημίου της Uppsala. Oι ερευνητές μελέτησαν τα ναυάγια των τελευταίων 3 αιώνων για τα οποία υπήρχαν διαθέσιμα στοιχεια και βρήκαν πως οι γυναίκες είχαν ακριβώς τις μισές πιθανότητες να επιβιώσουν σε σχέση με αυτές των αντρών. Μόνο σε δύο περιπτώσεις αυτό δε συνέβει, από τις οποίες η μία ήταν αυτή του Τιτανικού και η άλλη του HMS Birkenhea όπου οι γυναίκες αποτελούσαν περίπου το 1% των επιβατών.

Οι ερευνητές σχολίασαν ότι ο μύθος περί «αντρικής αυτοθυσίας» κατασκευάστηκε, όπως μπορούμε να φανταστούμε, ακριβώς ως αντεπιχείρημα ενάντια στους αγώνες της γυναικείας απελευθέρωσης. Στην πραγματικότητα, η έρευνα δείχνει ότι η «ψαλίδα» στα παραπάνω στατιστικά αρχίζει να κλείνει μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πολεμο, ακριβώς δηλαδή όταν οι γυναίκες άρχισαν να αποκτούν περισσότερα δικαιώματα. Επιπλέον να θυμηθούμε οτι η τάξη ήταν καθοριστικός παράγοντας των επιζησ@ντων στον Τιτανικό.

Αν τους άντρες τους διακρίνει τέτοια αυτοθυσία υπερ των γυναικών, γιατί δε θυσιάζουν λιγη από την εξουσία, το κεφάλαιο, το στατους, τις καλύτερες δουλειές και τα προνόμια που απολαμβάνουν κάθε μέρα και περιμένουν να την επιδείξουν τάχα σε καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης?

Ολόκληρο το ποστ του ψυχολόγου εδώ:
https://www.facebook.com/psychologos.stefanos/posts/525799485624375

Η εν λόγω έρευνα: https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC3421183/

Οι παιδοκτονίες και τα παιδιά ως καταπιεσμένη κατηγορία

Πριν δυο χρόνια το πανελλήνικο συγκλονίστηκε (για 2-3 μέρες και μετά το ξέχασε) από την 32χρονη μητέρα στην Πεύκη που σκότωσε την 5χρονη κόρη της και μετά αυτοκτόνησε η ίδια. Μου είχε κάνει τότε εντύπωση διαβάζοντας τα σχόλια ακόμα και σε mainstream ΜΜΕ το πόση κατανόηση έδειχναν όλοι σχολιάζοντας την απουσία πρόνοιας για τις μητέρες και τα ανάπηρα παιδιά. Τόση κατανόηση που σχεδόν είχα αγχωθεί: είχαμε όντως αποκτήση τόση ενσυναίσθηση προς τις μανάδες ως κοινωνία ή ήταν καποιο μισαναπηρικό ένστικτο που έκανε το μέσο σχολιαστή και σχολιάστρια να σκέφτεται ενδόμυχα ότι κι ο ιδιος θα αυτοκτονούσε αν είχε ανάπηρο παιδί. Τέλοσπαντων, ενα μεγάλο μέρος έδειχεν να κατανοεί (χωρίς να δικαιολογεί) οτι η συγκεκριμένη παιδοκτονία έχει να κάνει με το βάρος της φροντίδας ενός παιδιού, φροντίδα που πέφτει πολύ συχνά αποκλειστικά στη μητέρα. Το ότι αυτή θεώρησε ότι αν αυτοκτονήσει δε θα μείνει κανένας να το φροντίζει το ίδιο και άρα καλύτερα να το πάρει μαζί της δεν ήταν παράλογο.

Αυστραλιανή έρευνα* πάνω στις παιδοκτονίες επιβεβαιώνει πως «Οι γυναίκες είναι επίσης πιο πιθανό να σκοτώσουν παιδιά από μια στρεβλή πεποίθηση ότι τους γλιτώνουν από τον πόνο – για παράδειγμα, από την απώλεια ενός γονέα λόγω αυτοκτονίας.» αλλά και ότι «οι άνδρες είναι πιο πιθανό να έχουν ιδιοκτησιακή στάση τόσο για τις γυναίκες όσο και για τα παιδιά και οι γυναίκες κυρίως για τα παιδιά». Η ιδιοκτησιακή αυτή σχέση των τελευταίων είναι προφανές ότι απορρέει και απο την αντίληψη ότι αφου το γέννησαν,το μεγάλωσαν και «τράβηξαν τα πάνδεινα» είναι κτήμα τους.

Τώρα γιατί ο μισογυνικός όχλος έπαθε υστερία επειδή έγραψα πως «στην περίπτωση των γυναικών οι παιδοκτονίες έχουν να κάνουν και με το γεγονός ότι η φροντίδα και η ανατροφή τους πέφτει δυσανάλογα στη μητέρα» λες και ειπα «ε αμα δεν τρώει το φαγητό του το σκασμένο το σκοτώνείς ή δεν το σκοτώνεις?» δε θα επρεπε να μου προκαλεί εντήυπωση δεδομένου το πόσο προσδοκουν περιπτώσεις γυναικών δολοφόνων να να νιώσουν καλά με το πόσο μισογυνικά σκουπίδια (και ενιότε βιαστές και κακοποιητές) είναι.

Οι παιδοκτονίες είναι από τα εγκλήματα που οι γυναίκες διαπράττουν σχεδόν τις μισές σε έναν πατριαρχικό κόσμο που κατά τ’άλλα οι άντρες διαπράττουν λίγο παραπάνω από το 80% του συνόλου των δολοφονιών. Χωρίς μια έμφυλη ανάλυση των κοινωνιολογικών αιτιών της διαφοράς αυτής είμαστε καταδικασμένη ως κοινωνία να επαναλαβάνουμε τις ίδιες συνθήκες που γεννούν το έγκλημα την ίδια ώρα που ο μανιασμένος όχλος απλά ζητά την επαναφορά της θανατικής ποινής και άλλα τέτοια γραφικά τα οποια αποδεδειγμένα δεν οδήγησαν ποτέ και πουθενά στη μείωση του εγκλήματος.

Η S. Firestone στο βιβλίο Η Διαλεκτική του Φύλου κάνει έναν ωραιότατο παραλληλισμό μεταξύ της καταπίεσης των γυναικών και αυτής των παιδιών και τολμά να φανταστεί και να περιγράψει έναν κόσμο που αυτό δε θα ήταν έτσι. Έναν κόσμο όπου τα παιδιά δε θα ήταν τόσο εξαρτημένα από τους γονείς τους εντός της πυρηνικής οικογένειας με αποτέλεσμα αυτοί να έχουν εξουσία ζωής και θανάτου πάνω τους,αλλά θα απολάμβαναν εναν μεγαλύτερο βαθμό ελευθερίας ως ενεργά μέλη ολόκληρης της κοινότητας. Η απελευθέρωση των παιδιών από την εξουσία των γονέων όπως και η απελευθέρωση των γυναικών από την επιβολή της μητρότητας θα πρέπει να συμβαδίζουν.

Σήμερα το να χαστουκίζεις το παιδί σου παραμένει όσο αποδεκτό ήταν πριν κάποιες δεκαετίες να χαστουκίζεις τη γυναίκα σου για να την επαναφέρεις στην τάξη και να της διδάξεις την πειθαρχία και το σεβασμό. Τα παιδιά παραμένουν μια αφανής καταπιεσμένη κατηγορια στο πλαίσιο μάλιστα μιας σαφούς ηλικιακής ιεραρχίας (η οποία αποτυπώνεται και στον πληθυντικό ευγενείας) γιατι η καταπίεση τους φυσικοποιείται ως κάτι που αναπόφευκτα απορρέει απο τη βιολογία -ακριβώς όπως και των γυναικών- ενώ είναι οι οικονομικές, κοινωνικες και πολιτισμικές συνθήκες που την επιτρέπουν, με κυριότερα οχήματα την καπιταλιστική πατριαρχική πυρηνική οικογένεια και την ατομική ιδιοκτησία.

*https://theconversation.com/men-and-women-kill-their…

Οι Γυναίκες ως Γεύμα

Οι incels έχουν φτάσει την αντικειμενοποίηση των γυναικών σε τέτοιο ακραίο επίπεδο που τους αρνούνται το δικαίωμα να πουν οχι στο σεξ παρομοιάζοντάς τις…με φαΐ! Βλέπετε, στην ιστοριούλα αυτή υπονοείται ότι το σεξ είναι κάτι σαν γεύμα που μπορείς να προσφέρεις στον πεινασμένο ως κέρασμα ανεξάρτητα από τις δικές σου ορέξεις. Στην πραγματικότητα βέβαια το σεξ είναι μία πράξη αμοιβαιότητας, κάτι που κάνεις με έναν άλλο άνθρωπο όταν «πεινάς» κι εσύ. Φυσικά όταν βλέπεις τις γυναίκες σαν ένα άψυχο αντικείμενο προς κατανάλωση και όχι σαν άνθρωπο με δικές του επιθυμίες είναι αναμενόμενο να μην καταλαβαίνεις αυτή τη λεπτή διαφορά.


Στην μισογυνική αυτή παραβολή ο μόνος που έχει επιθυμίες είναι ο άστεγος ενώ αυτός που τον προσκαλεί βρίσκεται απλά εκεί για να ικανοποιήσει ή οχι τις δικές του επιθυμίες. Οι άντρες είναι αυτοί που πάντα ζητιανεύουν για σεξ ενω οι γυναίκες με ένα μαγικό τρόπο είναι πάντα καλοταισμένες. Από το αφήγημα απουσιάζει εντελώς ο τρόπος που εκφράζεται και ικανοποιείται η γυνακεία επιθυμία. Οι γυναίκες δεν έχουν δικές τους επιθυμίες για σεξ, υπάρχουν απλά ως αυτές που δέχονται ή αρνούνται να ικανοποιήσουν τις αντρικές επιθυμίες και μάλιστα όταν τις αρνούνται είναι από αναλγησία ή από κάποια σαδιστικό βίτσιο.


Εννοείται πως και ο παραλληλισμός των αντρών με άστεγους δεν είναι τυχαίος. Έχει ως στόχο να κάνει επίκληση στο συναίσθημα παρουσιάζοντάς τους ως το αδύναμο μέρος με το οποίο μπορούμε να ταυτιστούμε. Ταυτόχρονα ο παραλληλισμός της πείνας -μιας βιολογικής ανάγκης την οποία αν δεν ικανοποιήσεις κυριολεκτικά θα πεθάνεις- με την ορμή για σεξ είναι άλλη μια κλασική πατριαρχική σοφιστεία, συστατική της κουλτούρας του βιασμού. Ενώ βέβαια στην περίπτωση των αστέγων οι κάτοχοι του πλούτου πράγματι τους στερούν το δικαίωμα στην στέγαση καταλαμβάνοντας παραπάνω από όση τους αναλογεί και εκμεταλλευόμενοι τους φτωχούς, στην περίπτωση του σεξ δεν μιλάμε για κάποιο άνισο καταμερισμό κάποιων πόρων αλλά το ίδιο το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης του σώματος των γυναικών. Για τους incels όμως το γυνακείο σώμα αποτελεί κι αυτό έναν πόρο που θα έπρεπε να κατανέμετε ισότιμα στους άντρες χωρίς οι γυναίκες να έχουν λογο σε αυτό. Η μισογυνική αυτή αφήγηση προσπαθει έτσι να μας εκβιάσει να επικροτήσουμε τον λιμασμένο άντρα που θα εξεγερθεί και θα βιάσει με το ίδιο τρόπο που θα επικροτούσαμε τον άστεγο που θα εξεγειρόταν και θα έπαιρνε αυτό που δικαιούται.


Φυσικά, το να πιστεύεις ότι είναι απάνθρωπο να σου αρνείται το σεξ μια γυναίκα που φλέρταρε (ή μάλλον, νομίζεις ότι φλέρταρε) μαζί σου είναι σαν να πιστεύεις ότι είναι απάνθρωπο να αρνείται να σε παντρευτεί κάποιος που σου είπε να πάτε 3ήμερο στο Ναύπλιο. Αλήθεια, τι θα έλεγαν τα μισογυνικά σκουπίδια που σταθερά παρουσιάζουν τις γυναίκες ως «πεινασμένες» για γάμο αν εκείνες κλαψούριζαν αποκαλώντας τους άντρες απάνθρωπους επειδή δεν τις οδήγησαν στα σκαλιά της εκκλησίας αφότου τις προσκάλεσαν σε μία ταβέρνα. Ξέρουμε ήδη την απάντηση. Στην πατριαρχία μόνοι οι άντρες έχουν δικαίωμα να εξοργίζονται για την ματαίωση που βιώνουν οι προβολάρες που κάνουν ενώ οι γυναίκες εξευτελίζονται διαρκώςπου είναι τόσο αφελείς και ηλίθιες που πίστεψαν ότι αποτελούν οτιδήποτε άλλο πέρα από αντικείμενα του σεξ. Και αυτή είναι η ουσιά του male entitlement.

Φεμινισμός και Canceling

«Στο πλαίσιο της κουλτούρας του call-out, είναι εύκολο να ξεχάσουμε ότι το άτομο που εγκαλούμε είναι ανθρώπινο ον και ότι διαφορετικά ανθρώπινα όντα σε διαφορετικές κοινωνικές τοποθεσίες θα είναι δεκτικά σε διαφορετικές στρατηγικές για μάθηση και ανάπτυξη. Για παράδειγμα, τα περισσότερα call-outs που έχω δει καθιστούν αμέσως οποιονδήποτε έχει διαπράξει κάποιο λάθος ως ξένο προς την κοινότητα. Μια ενέργεια γίνεται λόγος για να κρίνουμε ολόκληρο το είναι κάποιου, σαν να μην υπάρχει διαφορά μεταξύ ενός μέλους ή ενός φίλου της κοινότητας και ενός τυχαίου άγνωστου που περπατά στο δρόμο (ο οποίος είναι φυσικά και φίλος κάποιου). Η κουλτούρα του call-out μπορεί να καταλήξει να αντικατοπτρίζει όσα μας διδάσκει το βιομηχανικό συγκρότημα των φυλακών για το έγκλημα και την τιμωρία: να διώχνουμε και να απορρίπτουμε άτομα αντί να ασχολούμαστε μαζί τους ως άνθρωπους με περίπλοκες ιστορίες και παρελθόν.»

https://briarpatchmagazine.com/articles/view/a-note-on-call-out-culture

Υπάρχουν δυο αντίθετες απόψεις όσον αφορά τους αποκλεισμούς (το κανσελάρισμα αν θέλετε) γενικότερα και από τα κινήματα ειδικότερα. Η μία είναι πως αν αρχίσουμε να αποκλείουμε άτομα εξαιτίας προβληματικών συμπεριφορών, στο τέλος το εκάστοτε κίνημα θα διαλυθεί γιατί ολ@ θα είναι σε θέση να βγάζουν κάποιον εκτός κινήματος χωρίς να είναι ξεκάθαρο ποια είναι τα κριτήρια και ποιοι είναι οι κριτές Η άλλη είναι ότι αυτό που διαλύει το εκάστοτε κίνημα είναι ακριβώς η ανοχή στις συμπεριφορές αυτές που στην πράξη αποκλείουν τα άτομα που τις υφίστανται και που εν τέλει μειώνουν την εμπιστοσύνη στο κίνημα και πως οι αποκλεισμοί είναι αυτοί που μπορούν να το σώσουν. Αν και το ενδεχόμενο της πρώτης άποψης με τρομάζει κι εμένα περισσότερο από οσο θα μπορούσε ίσως να υποψιαστεί κανείς, κλίνω προς τη δεύτερη. Οι αποκλεισμοί μπορούν να λειτουργήσουν σαν κλάδεμα που τελικά θα οδηγήσει σε ένα πιο δυνατό και υγιές κίνημα.

Αυτό βέβαια δε θα πρέπει να μας κάνει να νομίσουμε πως όσο συχνότερα, όσο αυστηρότερα, όσο περισσότερους και για όσο περισσότερο αποκλείουμε τόσο το καλύτερο για κάθε κίνημα. Εννοείται ότι κάθε αποκλεισμός θα πρέπει να λαμβάνει υπόψιν πολλαπλούς παράγοντες όπως την σοβαρότητα του παραπτώματος, την επανάληψη του, την μετάνοια ή την βελτίωση που μπορεί να σημειώθηκε στη συμπεριφορά το θύτη. Στην κατηγορία των (από φεμινιστική σκοπιά) προβληματικών συμπεριφορών άλλωστε ανήκει ένα τεράστιο φάσμα, από βιασμούς και γυναικοκτονίες μέχρι σεξιστικές προσβολές και άκομψα πεσίματα. Φαντάζομαι όλα θα συμφωνούμε ότι δεν είναι της ίδιας βαρύτητας.

Θα πρέπει ακόμα να βρούμε μια ισορροπία ανάμεσα σε μια προσέγγιση που αντιμετωπίζει τους φορείς τέτοιων συμπεριφορών ως ακραία, περιθωριακά ή ακόμα και εγκληματικά στοιχεία τα οποία όταν ξεφορτωθούμε θα μείνουμε μόνο οι άσπιλοι και καθαροί και σε μια προσέγγιση που ισχυρίζεται πως αφού όλα είμαστε φορείς τέτοιων συμπεριφορών σε ένα μικρό ή μεγάλο βαθμό, τέτοιοι αποκλεισμοί δεν έχουν νόημα. Ο αποκλεισμός δε θα πρέπει να οδηγεί σε εφησυχασμό για τις δικές μας προβληματικές αντιλήψεις και πράξεις ούτε θα πρέπει να οδηγεί σε πεδίο αποκτησης ηθικού πλεονεκτήματος των αντρών (και όχι μόνο) που ενθαρρύνουν τους αποκλεισμούς από ενα υποτιθέμενα σημείο ανωτερότητας.


Θα πρέπει να βάλουμε ως προτεραιότητα την προστασία των ευάλωτων και την φροντίδα των θυμάτων ή των αποδεκτριών προβληματικών συμπεριφορών αλλά να έχουμε και στο μυαλό μας ότι η επιθυμητή αναμόρφωση αυτού που τις επέδειξε διευκολύνεται όσο βρίσκεται εντός της κοινότητας παρά αν εξοστρακιστεί εντελώς. Θα πρέπει επίσης να βάλουμε καλά στο νου μας ότι προφανώς επιθυμητός στόχος όταν οι προβληματικές συμπεριφορές τίθενται στο επίκεντρο της συζήτησης είναι η αυτοκριτική, η συγγνώμη και η μεταμέλεια, οι μεταστροφές ομως δεν σημειώνονται από τη μία στιγμή στην άλλη και η συνειδητοποίηση συχνά έρχεται σταδιακά και ετεροχρονισμένα. Αρκεί να κοιτάξουμε στο δικό μας παρελθόν και το πιθανότερο είναι να δούμε ότι η σκληρή κριτική σπάνια οδήγησε αυτόματα στην επιφοίτηση, η αλλαγή ήταν επίπονη και αργή διαδικασία πουυ δεν υπήρξε πάντα γραμμική αλλά περιείχε και πισωγυρίσματα.


Θα πρέπει επίσης να βρούμε μια ισορροπία ανάμεσα στο να αποδίδουμε ευθύνες στο φιλικό περιβάλλον που δρα ως enabler όσων επιδεικνύουν προβληματικές συμπεριφορές και στο να αντιμετωπίζουμε τους τελευταίους σαν ένα μίασμα που μολύνει όποιον έρθει σε επαφή μαζί τους. Όταν κατηγορούμε τον ευρύτερο κύκλο κάποιου υπονοούμε ίσως ότι θα ήταν ευκολότερο η κριτική να έρχεται από κάποιον φίλο γιατί δε θα εκληφθεί το ίδιο εχθρικά και θα είναι πιθανώς και περισσότερο αποτελεσματική. Υπονοεί όμως συχνά και πως θα προτιμούσαμε το προβληματικό άτομο να στερηθεί από κάθε κοινωνικό δεσμό ως τιμωρία, κάτι που αμφιβάλλω αν οδηγεί σε οποιαδήποτε βελτίωση.


Θα πρέπει να είμαστε προσεκτικές επίσης και με το πώς επεκτείνουμε την κριτική μας στον χρόνο. Από τη μία, ένα υποκείμενο που επιδεικνύει σταθερά προβληματικές συμπεριφορές δείχνει ένα μοτίβο και έναν χαρακτήρα. Από την άλλη όλα ήμασταν κάπως μαλακισμένα 15 χρόνια πριν και θα ήταν άδικο μια πράξη του σήμερα να κρίνεται με κοντεξτ τον 15χρονο ή 20χρονο εαυτό μας, ιδίως αν έχει σημειωθεί κάποια βελτίωση από τότε.


Τέλος θα πρέπει να απέχουμε από συμπεριφορές που καταλήγουν ταυτόχρονα τιμωρητικές και αυτοτιμωρητικές, όπως πχ να αποφεύγουμε να μοιραστούμε ακόμα και τον ίδιο οξυγονο με προβληματικά υποκείμενα λες και είναι ιός που μεταδίδεται με τον αέρα.


Το point μου δεν είναι ένα πιο εξεζητημένο «μην το παρακάνουμε» που συχνά ακούμε και από αντιφεμινιστές αλλά απλά πως ο αποκλεισμός δεν είναι κάποιο μεταφυσικό όπλο αλλά απλά άλλο ένα εργαλείο στα χέρια του κάθε κινήματος, εργαλείο που θα πρέπει να έχει κι αυτό πολλές διαβαθμίσεις και να χρησιμοποιείται με ευθύνη και ενσυναίσθηση. Ο αποκλεισμός με φεμινιστικά κριτήρια βέβαια απέχει πολύ από το να γίνει κάποιου είδους μάστιγα που πλήττει οποιδήποτε κίνημα, καθώς συνήθως οι σχετικές συζητήσεις αντιμετωπίζονται απαξιωτικά ως υπερβολικές, αυτό δε σημαίνει όμως ότι δε χρειάζεται να θέσουμε τα σωστά θεμέλια.

Γιατί μας Τριγκάρουν οι pick-me

Καμιά φορά αναρωτιέμαι αν αυτό που μας τριγκάρει περισσότερο από ολα με τις pick-me (τις γυναικες που επιτίθενται πατριαρχικά στις άλλες γυναίκες για να αναδειχτούν οι ίδιες ως οι σωστές θηλυκότητες) είναι ότι βλέπουμε σε αυτές τον εαυτό μας. Δεν εννοώ βέβαια ότι όλες κατά βάθος είμαστε ή υπήρξαμε pick-me’s (αν και μπορεί να ισχύει για αρκετές από εμας) αλλά οτι βλέπουμε σε αυτές το κομμάτι εκείνο της δικής μας πατριαρχικής κοινωνικοποιησης που μας δίδαξε να προτεραιοποιούμε την αναζήτηση της αντρικής αποδοχής και της πατριαρχικής επιβεβαίωσης σε σχέση με την αλληλεγγύη και την ενσυναίσθηση σε άλλες γυναίκες αλλα και σε σχέση ακόμα και με τον ίδιο μας τον εαυτό, τις δικές μας ανάγκες, επιθυμίες και τη δική μας αξιοπρέπεια.


Και ίσως επειδή βλέπουμε εκείνο το κομμάτι, που εμείς αναγκαστήκαμε να πολεμήσουμε και να θαψουμε, να μας θυμώνει τόσο πολύ που εκείνες συνεχίζουν ακάθεκτες το πατριαρχικό τραγουδάκι τους ακόμα προσπαθωντας να επιπλεύσουν στο πατριαρχικό βόθρο την ίδια ώρα που καρπώνονται τα οφέλη των αγώνων μας. Ίσως η αποστροφή που νιώθουμε να κρύβει ταυτόχρονα και μια ντροπή για όλες τις φορές που η πατριαρχια (και κάθε σύστημα εξουσίας) μας υποχρέωσε να απαρνηθουμε τις εαυτές μας και την αξιοπρέπειά μας, ίσως να βλέπουμε σε αυτές κάποιες σκοτεινές πτυχές μας που καταφέραμε να ξεφορτωθούμε ή να απορρίψουμε με μεγάλο κόστος. Ίσως η Contra Points να έχει δίκιο και το cringe να είναι τόσο πιο βαθύ όσο πιο πολλά στοιχεία της ταυτότητάς μας μοιραζόμαστε με αυτ@ που μας cringάρει. Ίσως με παρομοιο τρόπο να εξηγείται και το μένος που τρέφουν πολλές pick-me για τις γυναίκες που βιώνουν ή ανέχονται κακοποίηση -να βλέπουν σε αυτές τις δικές τους ταπεινώσεις και εξευτελισμούς που αναγκάστηκαν να υπομείνουν και να σπεύδουν να τα ξορκίσουν ως κάτι που συμβαίνει μόνο στις Άλλες επειδη το αξίζουν.


Ίσως βέβαια να το κάνω υπερβολικά πολύπλοκο και η αηδία προς τις pick-me να είναι ίδια με την αηδία προς κάθε δωσίλογο. Ή να μας απελπίζει κάθε καταπισμένος που ερωτεύεται την ίδια του την καταπίεση γιατί μας τρομάζει η ιδέα οτι η μαζική αφύπνιση ισως δεν έρθει ποτε.

Μια άβολη συζήτηση

Ένα πράγμα που επιβεβαιώνω διαβάζοντας καταγγελίες και μαρτυρίες παραβιαστικών συμπεριφορών είναι το πώς αυτές οι συμπεριφορές συχνά συνυπάρχουν με την επιθυμία μας να ευχαριστούμε (σεξουαλικά και όχι μόνο) τους άντρες. Αυτό είναι πιο εμφανές συνήθως με τη μορφή του «έκανα αυτό για να τελειώσει να ξεμπερδεύω» ή «έκανα το άλλο γιατί μου έκανε μούτρα» ακόμα και οταν βαρούσαν χιλιάδες προειδοποιητικά καμπανάκια τα οποία δεν επεξεργαστήκαμε παρά πολύ αργότερα. Δεν είναι δηλαδή μόνο πως οι άντρες επιμένουν και πιέζουν ακόμα και όταν τους λέμε όχι ή δείχνουμε δυσαρέσκεια. Είναι και οι πατριαρχικές ένοχές που μας καλλιεργούνται για το όχι αυτό, οι οποίες ενίοτε μας οδηγούν στο να κάνουμε υποχωρήσεις. Πολλές φορές άντρες, συνειδητά ή υποσυνείδητα, βασίζονται σε αυτό όταν υιοθετούν passive-aggressive στάση ενάντια στην απόρριψή μας.

Αυτή είναι μια πολύ δύσκολη συζήτηση γιατί δείχνει ότι η παραβίαση δεν έρχεται μόνο απ’έξω, με τη βία και την πίεση όσων εσκεμμένα ή όχι αγνοούν όλα αυτά τα σημάδια της άρνησης, αλλά και από μέσα, από την ανάγκη μας να είμαστε συμπαθείς και αρεστές. Όχι δηλαδή μόνο εξαιτίας του φόβου αλλά και από κάτι πιο βαθύ, από τον ίδιο τρόπο που η γυναικεία υποκειμενικότητα δομείται ώστε να θέλει να είναι ευχάριστη, ώστε να θέλει να μην είναι όλα αυτά τα επίθετα που αποδίδονται από την πατριαρχία στις γυναίκες που δεν είναι βολικές και πρόθυμες να ικανοποιούν.

Αυτό δημιουργεί τεράστια σύγχυση όχι μόνο στους τρίτους αλλά και σε εμάς τις ίδιες που πιάνουμε συχνά τον εαυτό μας να κάνουμε πράγματα ενάντια στην ίδια μας την επιθυμία και το ίδιο μας το σώμα με αποτέλεσμα να νιώθουμε διπλά παραβιασμένες.  Αυτό βέβαια μπορεί να συμβεί ακόμα και όταν δεν λέμε καν όχι, δηλαδή όλες αυτές τις φορές που οι γυναίκες έχουν κάνει κάτι ερωτικό χωρίς να έχουν όρεξη ή διάθεση απλά για να ικανοποιήσουν έναν άντρα και μετά νιώθουν αηδιασμένες ή απογοητευμένες με τον ίδιο τους το εαυτό. Είναι όλες αυτές οι φορές που κάναμε κάτι σεξουαλικό επειδή η πατριαρχία μας το έχει πλασάρει αυτό σαν (συζυγικό) καθήκον μας και η αίσθηση αυτή της υποχρέωσης συχνά ρουφά τη χαρά από το σεξ και πνίγει τη λίμπιντό μας αλλά συνεχίζουμε υπό το βάρος των πατριαρχικών προσδοκιών που μας βαραίνουν.

Η πατριαρχία θα σπεύσει να κατηγορήσει τις ίδιες τις γυναίκες γι αυτό. Θα πει πως κανένας δεν τους έβαλε το πιστόλι στο κρόταφο, ήταν δική τους επιλογή να μην πουν όχι μένοντας αμετακίνητες σε αυτό. Όμως μια τέτοια ερμηνεία αγνοεί ακριβώς το τρόπο που η γυναίκα στην πατριαρχία κατασκευάζεται ως αντικείμενο (όχι μονο σεξουαλικό), πώς η ίδια της η ύπαρξη τίθεται στην υπηρεσία ενός άντρα, το πώς με χιλιάδες τρόπους μαθαίνει ότι προορισμός της είναι να είναι συμπαθής, ποθητή, δεκτική και όχι «δύσκολη», «στριμμένη», «σκύλα», «ανάφτρα». Το πως η αγάπη και αποδοχή των αντρών κατασκευάζεται ως το υπέρτατο βραβείο για εμάς αλλά και το πώς αυτό εγχαράσσεται πάνω μας ως σωματική έξη έτσι ώστε να νιώθουμε άβολα όταν δεν εκπληρώνουμε τις πατριαρχικές επιταγές.

Η καταπίεση της γυναικείας σεξουαλικότητας έτσι πατάει ταυτόχρονα τόσο στην σεξουαλική επιθετικότητα που καλλιεργείται στον άντρα όσο και στην σεξουαλική παθητικότητα που καλλιεργείται στην γυναίκα. Οι άντρες ενθαρρύνονται να πιέζουν πέρα από τα όρια που τους θέτουμε αλλά κι εμείς ανατρεφόμαστε επιρρεπείς σε αυτές τις πιέσεις, αποθαρρυνόμαστε από το να έχουμε αμετακίνητα όρια, μαθαίνουμε να υποχωρούμε συνέχεια από αυτά.

Το αποτέλεσμα είναι πως μόνο ένα κομμάτι τους φάσματος της καταπίεσης της γυναικείας σεξουαλικότητας εμπίπτει στον ορισμό του βιασμού και της παραβίασης, όσο διασταλτικά και φεμινιστικά και αν τα ορίσουμε. Ένα κομμάτι πάντα θα διαφεύγει από νομικούς και άλλους ορισμούς ακριβώς επειδή είναι ένας ορισμός άκρως εσωτερικός, που προέρχεται από τα βάθη του γυναικείου βιώματος και μόνο η κάθε γυναίκα μπορεί να το γνωρίζει για τον εαυτό της.  Ένα κομμάτι της παραβίασης που δέχονται τα σώματά μας δεν προέρχεται από κάποιον συγκεκριμένο θύτη αλλά από το ίδιο μας τον εαυτό -ή μάλλον την απουσία του.

Στο βιβλίο «Γιατί Επιμένει η Πατριαρχία» διάβασα προχθές:

«Ορίζουμε την πατριαρχία ως μία κουλτούρα βασισμένη στο έμφυλο δίπολο και την έμφυλη ιεραρχία, ένα πλαίσιο ή μία οπτική που:

  1. Μας οδηγεί να δούμε τις ανθρώπινες ικανότητες είτε ως «αρσενικές» είτε ως «θηλυκές» και να ιεραρχήσουμε ως ανώτερες τις αρσενικές
  2. Εξυψώνει κάποιους άντρες πάνω από άλλους άντρες και όλους τους άντρες πάνω από όλες τις γυναίκες
  3. Επιβάλει μια διάκριση ανάμεσα στον εαυτό και τις σχέσεις έτσι ώστε στην πράξη οι άντρες έχουν εαυτούς ενώ οι γυναίκες ιδανικά να μην έχουν (να είναι “selfless”), και οι γυναίκες να έχουν σχέσεις που υπόγεια εξυπηρετούν τις ανάγκες των αντρών».

Είναι αυτό το τρίτο σημείο που υποσκάπτει πιο ύπουλα από οτιδήποτε άλλο την σεξουαλική αυτονομία των γυναικών. Όταν μιλάμε για το πώς η γυναικά κατασκευάζεται ως σεξουαλικό αντικείμενο καλό είναι να απομακρύνουμε την προσοχή μας από το το πόσο κοντές φούστες και το πόσο βαθιά ντεκολτέ φοράνε οι γυναίκες, το οποίο τελικά καταλήγει στο slut shaming, και να την κατευθύνουμε εκεί, στα βάθη του ψυχισμού ακόμα και της πιο σεμνά ντυμένης γυναίκας. Αυτή ομως παραμένει μια άβολη συζήτηση όσο οι γυναίκες έχουν ταυτόχρονα, σύμφωνα με τα νέα πρότυπα που καλούνται να επιτελέσουν, την υποχρέωση να είναι δυναμικές και γεμάτες σεξουαλική αυτοπεποίθηση οπότε κάθε τέτοια παραδοχή προκαλεί ντροπή.

«Ψυχική Ανδροκτονία» και άλλα πατριαρχικά παραμύθια

Σε άρθρο μεγάλου αθλητικού site* που μιλάει για την κατάθλιψη που αντιμετωπίζει ποδοσφαιριστής εικάζοντας ότι οφείλεται στην απιστία της γυναίκας του (είναι που οι άντρες δεν ενδιαφέρονται για κουτσομπολιά), σχολιαστής το αποκαλεί «ψυχική ανδροκτονία» αποσπώντας 41 likes. Κι αυτός είναι μόνο ένας απο τους πολλούς τρόπους που εφευρίσκουν οι μισογύνηδες για να μειώσουν το πρόβληματα των γυναικοκτονιών και της έμφυλης βίας εξισώνοντάς το με γυναίκες που πληγώνουν τα αισθήματά τους.

Ο μύθος της υποτιθέμενης ανελέητης ψυχολογικής βίας που δέχονται οι άντρες στα χέρια των γυναικών άλλωστε καλά κρατεί, προσπαθώντας έτσι να δημιουργηθεί η ψευδαίσθηση της συμμετρίας (οι άντρες κακοποιούν σωματικά αλλά οι γυναίκες ψυχολογικά), λες και οι γυναίκες που πέφτουν θύματα σωματικής κακοποίησης δεν έχουν κακοποιηθει πρώτα ΚΑΙ ψυχολογικά. Φανταστείτε να προσθέταμε κι εμέις στις γυναικοκτονίες και τις «ψυχικές γυναικοκτονίες» από άντρες που μάλλιστα ενθαρρύνονται από την πατριαρχία να είναι «απιστοι» και να επικροτούνται γι αυτό.

Ο Καπιταλισμός είναι σαν το φλας

Πριν μερικά χρόνια καθόμουν σε μια παμπ του Λονδίνου με μερικούς Έλληνες μετανάστες. Αφού παραπονέθηκαν για τη ζωή εκεί και τα εξωφρενικά υψηλά νοίκια που τους αναγκάζουν να μοιράζονται ένα σπίτι με άλλους 3 (ενώ στην Ελλάδα θα το έκαναν με τους γονείς τους) ένας από αυτούς σχολίασε «Ναι, αλλά εδώ ο καπιταλισμός δουλεύει, το βλέπεις». Γιατί ο καπιταλισμός έχει καταφέρει μετά από εντατική προπαγάνδα να ταυτιστεί όχι με τα πανάκριβα νοίκια, την φτώχεια, την ανισότητα, τους άστεγους, τα 10 ωρα εντατικής εργασίας με το απλήρωτο lunch break και τις απλήρωτες υπερωριες αλλά με την αφθονία, την συσσώρευση πλούτου και τις άπειρες μάρκες δημητριακών ανάμεσα στις οποίες μπορείς να επιλέξεις να φας στα γρήγορα πριν πας στη δουλειά που δεν έχεις επιλογή αν θα κάνεις. Αναγκάστηκα να παρατηρήσω ότι ο καπιταλισμός δουλεύει μια χαρά και στην Ελλάδα, απλά βρίσκεται στην άλλη πλευρά της αποικιοκρατικής Αγγλίας η οποία αφού απομύζησε όλο τον κόσμο μερικούς αιώνες συσσωρεύοντας τον πλούτο του τώρα επικαλείται την ελεύθερη αγορά.


Ο καπιταλισμός είναι σαν αυτό το παλιό ανέκδοτο που ρωτάει ένας οδηγός έναν βλάκα να του πει αν δουλεύει το φλάς του και αυτός του απαντάει «Τώρα ναι. Τώρα όχι. Τώρα Ναι. Τώρα Όχι.» νομίζοντας ότι το φλας δουλεύει μόνο όταν είναι αναμμένο ενώ η λειτουργία του είναι ακριβώς να αναβοσβήνει, όπως η λειτουργία του καπιταλισμού είναι εξίσου να παράγει κρίσεις, φτώχεια, ανισότητα και ξεζουμισμένες χώρες της περιφέρειας

Οι Γυναίκες δεν τρώνε τα λεφτά των αντρών

Μύθος #1: οι γυναίκες δεν «τρώνε» τα λεφτά των άμοιρων και αφελών αντρών. Αντιθέτως ειναι οι άντρες που συνήθως εσκεμμένα χρησιμοποιούν τα χρήματά τους για να καλλιεργήσουν σχέσεις ανταλλαγής ή ακόμα και εξάρτησης. Δεν είναι σύμπτωση που για αιώνες απαγορευόταν στις γυναίκες να δουλεύουν, να έχουν περιουσιά και δικά τους λεφτά. Η πατριαρχία θεωρούσε μια τέτοια σχέση υπαρξιακής εξάρτησης απολυτως θεμιτή βάση για ένα γάμο. Αλλά ακόμα και σήμερα πολλοί χρησιμοποιούν συνειδητά τα χρήματα ως μέσο προσέλκυσης, χειραγώγησης και εξουσίας πάνω στις γυναίκες και δεν ντρέπονται γι αυτό, ίσα ίσα το θεωρούν κατόρθωμα -αρκεί να ακούσετε ένα κομμάτι ραπ όπου νεόπλουτοι άντρες κομπάζουν αφιλτράριστα για το πως οι γυναικες τους θέλουν για τα χρήματά τους. Οι άντρες δεν ήταν ποτέ θύματα των gold diggers, στην καλύτερη περίπτωση οι σχέσεις που συνάπτουν είναι πλήρως συναινετικές, στην χειρότερη χρησιμοποιούν την χειρότερη οικονομική κατάσταση των γυναικών ως μοχλό πίεσης, είτε συνειδητά είτε υποσευνείδητα. Ναι, αυτό περιλαμβάνει και τον 80χρονο τάχα αθωο και αφελή παππού που τάχα του τα «τρώει» η 40χρονη Βουλγάρα. Αυτό στην πραγματικότητα το επιδίωξε ο ίδιος εξαγοράζοντας την προσοχή μιας γυναίκας όπως του δίδαξε η πατριαρχία.

Μύθος #2: κανείς σε ολόκληρο τον κόσμο όσο πλούσιος, διάσημος, μυώδης και ωραίος κι αν είναι δε μπορει να έχει συναινετικά όποια θέλει στο κρεβάτι του. Ούτε καν ο Jason Momoa δεν αρέσει σε όλες, μη με ρωτήσετε γιατί, ούτε εγώ το καταλαβαίνω, τι να κάνουμε, υπάρχουν διαφορετικά γούστα. Η αντίληψη ότι δίασημοι και πλούσιοι μπορούν να έχουν «οποια θελουν στο κρεβάτι τους» ομως ειναι που τους καλλιεργεί το entitlement και το θράσος να το νομίζουν και να μην παίρνουν το όχι σαν απάντηση ενώ στην συνέχεια τους προσφέρει μια πρώτης τάξεως υπεράσπιση. Όπως έχουμε πολλάκις πει, ακόμα και οι φτωχοί άντρες αρέσκονται να φαντασιώνονται πως υπάρχει ενα συγκεκριμένο ποσο τραπεζικού λογαριασμού πέραν του οποίου καμια γυναικα δε θα τους αντιστεκόταν. Η σκέψη αυτή τους προσφέρει παρηγορία για την απόρριψη που βιώνουν σήμερα και τους βοηθά να διατηρούν άσβεστο το μίσος τους για τις γυναίκες τις οποίες βλέπουν συλλογικά ως εξαγοράσιμες ώστε να μπορούν να τις υποτιμούν σε αυτή τη βάση χωρίς ποτέ να τις βλέπουν ως θυματα.

Όταν βιάζουν οι πλούσιοι και οι φτωχοί κάνουν κωλοτούμπες

Όταν οι πλούσιοι βιάζουν, φταίνε οι γυναίκες που πηδιούνται με πλούσιους.

Όταν οι φτωχοί βιάζουν, φταίνε πάλι οι γυναίκες που πηδιούνται με πλούσιους και τάχα δεν δίνουν και στους φτωχούς μια ευκαιρία.

Φταίνε οι γυναίκες που γοητεύονται από τον πλούτο, τις ακριβές σαμπάνιες, τα πολυτελή πάρτυ, τα κότερα, τα ελικόπτερα, τα ίδια πράγματα δηλαδή από τα οποία γοητευονται και οι άντρες και ονειρεύονται να τα αποκτησουν για να έχουν, ανάμεσα στα άλλα, εξουσία και πάνω στις γυναίκες.

Ένας ολόκληρος καπιταλιστικός κόσμος δοξάζει το χρήμα και τον πλούτο προβάλει τα καταναλωτικά πρότυπα, τις πανάκριβες μάρκες, τα υπερπολυτελή διαμερίσματα αλλά μόνο οι γυναίκες πρέπει να τιμωρούνται που έλκονται από αυτά την ίδια ώρα φυσικά που ο πλούτος και το χρήμα βρίσκονται στα χέρια λίγων αντρών και η μόνη ευκαιρία να έχουν πρόσβαση σε αυτά και οι γυναίκες είναι ως προσκεκλημένες, γκόμενες και συζυγοί τους. Οι γυναίκες σπάνια ειναι οι κάτοχοι του πλούτου και των μέσων παραγωγής, μπορούν να τα προσεγγίσουν κυρίως αποσπώντας την εύνοια των αντρών και όταν των κάνουν κατηγορούνται ως «πουτάνες».

Το θέμα είναι τόσο ταξικό όσο και έμφυλο. Μόνο λίγοι μπορούν να ζούν σύμφωνα με τα πρότυπα των διαφημίσεων, των celebrities, των σειρών που απεικονίζουν τις ζωές των πλουσίων. Έτσι ,ενώ η πλειονότητα των αντρών αποκλείονται κι αυτοί από τον πλούτο που αποκτούν κυρίως λίγοι άντρες εκμεταλλευόμενοι ολόκληρη την εργατική τάξη, προτιμουν να διοχετεύουν την πικρία τους ενάντια στις φτωχές γυναίκες που προσπαθούν να προσεγγίσουν το πλούτο για να γευτούν κι αυτές μια νότα πολυτέλειας βγαίνοντας από την καθημερινή μιζερια. Οι φτωχοί άντρες επιλέγουν να γλείφουν τους πλούσιους άντρες που δε θα τους καλέσουν ποτέ σε κανένα πάρτυ γιατί προτιμούν να φαντασιωνονται τους ιδιους στη θέση αυτών των πλούσιων αντρών και να ταυτίζονται μαζί τους αντί να ονειρεύονται έναν κόσμο χωρίς ταξικούς διαχωρισμούς -όπου οι γυναίκες πάλι θα τους απέρριπταν χωρίς καταναγκασμούς.

Οι γυναίκες θα πρέπει να τιμωρούνται που τόλμησαν να αποζητήσουν την εγγυτητα στον πλουτο, που τόλμησαν να πιστέψουν οτι ένα πολυτελές πάρτυ θα είναι τσάμπα γι αυτές και δε θα κληθούν να το πληρώσουν με το μόνο νόμισμα που τους άφησε η πατριαρχία. Το «τι περίμενε?» πάει μόνο στις γυναίκες, φανταστείτε να λέγαμε «τι περίμενε κι αυτός, ότι θα καλέσει μια γυναικα σπίτι του και δε θα κατηγορηθεί για βιασμό?».

Φτωχοί άντρες που κάνουν κωλοτούμπες για τους πλούσιους αλλά τουλάχιστον δεν το κάνουν επειδή θα τους κεράσουν ένα ποτήρι ακριβή σαμπάνια, το κάνουν τσάμπα ως τίμια λαικά παλικάρια και θεωρούν τους εαυτούς τους ανώτερους από τις «βίζιτες».