Προεδρικό Gaslighting

Στο μυαλό μας παίζουν εναλλάξ σε λούπα από τη μία το δεύτερο απορριπτικό βούλευμα για τον επί 67 ημέρες απεργό πείνας Γιάννη Μιχαηλίδη που διεκδικεί την αυτονοήτη αποφυλακισή του, και από την άλλη η πρόσφατη δήλωση της (πρώτης γυναίκας) Προέδρου της Δημοκρατίας (αναφερόμενη προφανώς στις προκλητικές αποφυλακίσεις δολοφόνων και βιαστών) πως «η δικαιοσύνη δεν απονέμεται με βάση το κοινό περί δικαίου αίσθημα, αλλά σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους νόμους».


Αφήνοντας στην άκρη το αν όντως υφίσταται ένα αίσθημα δικαίου που είναι κοινό για όλ@ (καθώς αυτό προφανώς εξαρτάται και από την προνομιακή ή όχι θέση του υποκειμένου μέσα στο σύστημα), βλέπουμε πως ο νεοφιλελεύθερος ελιτισμός αντιμετωπίζει τους πολίτες ως κομπάρσους στην ίδια τους τη ζωή, καθώς ως μόνοι άξιοι για να καθορίσουν το δίκαιο κρίνονται οι δικαστές, οι δικηγόροι και οι εισαγγελείς. Το σύνολο της κοινωνίας καλείται δηλαδή να εμπιστευτεί αυτή την νέου τύπου κάστα αριστοκρατών, οι οποίοι ποτέ δε θα αντιμετωπίσουν τα ίδια προβλήματα με εμάς, ώστε να καθορίσουν αυτοί τι είναι το δίκαιο ως άλλοι ιερείς που συνομιλούν με το Θεό για να μας μεταφέρουν το μήνυμά Του. Μόνο που όταν η ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου μας φαίνεται ακατανόητη και άδικη, δεν χρειάζεται να αρκούμαστε σε ένα «άγνωσται αι βουλαί», γιατί ευτυχώς οι προνομιούχοι δικαστές, εισαγγελείς και δικαστές, με τους γενναιόδωρους μισθούς και τις ακόμα πιο γενναιόδωρες δωροδοκίες, είναι εκεί για να μας διαβεβαιώσουν ότι η οπτική μας δεν έχει καμία σημασία. Και ότι ο Νόμος και το Σύνταγμα είναι ουσιαστικά κάτι τόσο υπερβατικό και απομακρυσμένο από εμάς που δεν είμαστε αρμόδιοι καν να έχουμε άποψη για τις καταφανείς αντιφάσεις της εφαρμογής τους -ας εμπιστευτούμε τους ειδικούς.


Σε ένα κράτος όπου οι δικαστικές αποφάσεις εκδίδονται επί λέξει στο όνομα του ελληνικού λαού, σε ένα πολίτευμα που υποτίθεται πως εξυπηρετεί τα συμφέροντα των πολιτών του και ελέγχεται από αυτούς, το κοινό περί δικαίου αίσθημα περιττεύει. Αυτό αποτελεί επίσης μιαν άμεση παραδοχή πως το κοινό περί δικαίου αίσθημα, η αντίληψη των πολιτών περί δικαιοσύνης δηλαδή, δεν ταυτίζεται με τους νόμους, κι όταν αυτό συμβαίνει είναι τυχαίο και συγκυριακό. Αυτή όμως είναι η δικαιοσύνη του αστικού κράτους, η εναλλακτική του οποίου μας έμαθαν πως είναι το απόλυτο χάος και ο αφανισμός, αυτού που εντέχνως συγκαλύπτει όλες τις αντιθέσεις στο εσωτερικό του υπό την απειλή ενός φανταστικού «διχασμού».


Αν λοιπόν νιώθετε ότι σας πνίγει το δίκιο, αν εξοργίζεστε με τις καταφανείς αντιφάσεις της αστικής δικαιοσύνης, αν πονάτε και μόνο που σκέφτεστε πώς είναι να ζει καποιος 67 μέρες χωρίς φαγητό και να εξοντώνεται για τις ιδέες του παρόλο που δεν έβλαψε κανέναν, το προεδρικό gaslighting ελπίζει να σας κατευνάσει: δεν υπάρχει αδικία. Δεν είναι αυτό που νομίζετε. Είναι όλα στο μυαλό σας.
~οι δύο Σουλτάνες αδμίνες

Νεοφιλελεύθερος φεμινισμός σημαίνει οτι μπορείς να τα καταφέρεις σε ένα ανδροκρατούμενο επάγγελμα αν κοιτάς τη δουλειά σου

«Μπορείς κι εσύ να τα καταφέρεις σε ένα ανδροκρατούμενο τομέα αν κοιτάς τη δουλίτσα σου και τους βαθμουλάκους σου και την προσωπική σου ανέλιξη αποκομμένη από το κοινωνικό συνολο» ειναι το μήνυμα του άρθρου που συνοψίζει ΑΨΟΓΑ τον νεοφιλελεύθερο φεμινισμό.

Νεοφιλελεύθερος φεμινισμός σημαίνει ακριβώς να μπορούν και οι γυναίκες να κάνουν καριέρα ενώ άνθρωποι πεινάν, υποφέρουν, και τρώνε ξύλο από τους μπάτσους επειδή αγωνίζονται για ολες και όλους μας -ανάμεσα στα οποία και για τη γυναίκα αυτή που δείχνει να χέστηκε για καθε μορφής αγώνα όπως οι φεμινιστική πορεία που κατεστάλη την Παρασκευή από τους μπάτσους, λες και δεν την αφορούν οι βιασμοί.

Νεοφιλελεύθερος φεμινισμός σημαίνει «ίσα δικαιώματα» στη γυναίκα να γίνει μια μικροαστή νοικοκυραία που την ενδιαφέρει μόνο η πάρτη της και έχει καταπιει αμάσητο το παραμύθι της αριστείας λες και το να πάρεις σε όλα 10άρια έχει οποιαδήποτε αξία ή χρησιμότητα πέρα από τα στενά όρια του καριερισμού που δεν εξυπηρετεί το κοινωνικό σύνολο αλλά απλά ένα πόλεμο βιογραφικών και έναν ακαδημαικό ανταγωνισμό.

Νεοφιλελεύθερος φεμινισμός σημαίνει ακριβώς να σου λένει «να και οι γυναίκες μπορούν να τα καταφέρουν όταν είναι απολιτικ και δεν απειλούν το σύστημα». Στην πραγματικότητα το σύστημα θα τις επιβραβεύσει ακριβώς γι αυτό.

Τώρα θα πουν κάποιοι ότι ζηλεύω επειδή εγώ ήμουν μια απλυτη που δεν κατάφερε να προκόψει στο πανεπιστήμιο αλλά στην πραγματικότητα απλα θυμώνω με τον εαυτό μου που στο πανεπιστήμιο ήμουν κι εγώ ένα απολιτικ βούρλο με άριστα και υποτροφίες που θα μπορούσε να είχε κάνει τέτοιες θλιβερές δηλώσεις. 

Γιατί έχουμε τέτοια εμμονή με τα reviews και τις κριτικές

Η εμμονή της κουλτούρας μας με τις κριτικές, τα reviews και τις βαθμολογήσεις προιόντων και υπηρεσιών πηγάζει από το γεγονός ότι η μόνη ισχύς που μας αναγνωρίζει ο καπιταλισμός ειναι αυτή του καταναλωτή και όχι του εργαζόμενου. Εξοργιζόμαστε με μια παραγγελία που πήγε λάθος, μια παράδοση που άργησε, ένα ελαττωματικό προιόν συχνά περισσότερο από ό,τι με το πολιτικό μας σύστημα γιατί έχουμε μάθει ότι δικαιούμαστε πράγματα μόνο όταν τα πληρώνουμε και επειδή αυτή είναι η λιγοστή εξουσιά που μας επιτρέπει ο καπιταλισμός: αυτή του πελάτη. Και την εξασκούμε όσο πάει σε μια απελπισμένη προσπάθεια ψευδαίσθησης ελέγχου πάνω στις ζωές μας.

Έχω την εντύπωση ότι αυτό δεν αφήνει έξω ούτε το αντι-καπιταλιστικό υποκειμενο. Βιαζόμαστε να μπουκοτάρουμε μαγαζιά και εταιρίες με το που πάρει δημοσιότητα μια συγκεκριμένη συμπεριφορά τους -μια παραβίαση των εργατικών δικαιωματων, μια ρατσιστική συμπεριφορά υπαλλήλου, μια μισογυνική διαφήμιση. Σπεύδουμε να δυσφημίσουμε εκείνη ή την άλλη αλυσίδια σουπερ μάρκετ ξεχνώντας όλες τις προηγούμενες που μπουκοτάρουμε γιατί τότε θα έρθουμε αντιμέτωπες με το γεγονός ότι δεν υπάρχει ηθική κατανάλωση στον καπιταλισμό και ότι αν όλες οι εταιρίες επιδείξουν την ίδια σκατένια συμπεριφορά, τότε τι επιλογή μας μένει πέρα από το να ρίξουμε τον ίδιο τον καπιταλισμό? Καλύτερα να τον βαθμολογήσουμε με 1 αστεράκι.

Πώς οι incels μοιάζουν με τον πρωτόγονο άνθρωπο

Οι άμοιροι οι incels έχοντας σαν μόνο οδηγό την πατριαρχική ιδεολογία που έχουν ενστερνιστεί, μένουν χωρίς κανένα απολύτως εργαλείο να ερμηνεύσουν τον κόσμο γύρω τους. Είναι κάπως σαν τον πρωτόγονο άνθρωπο που αναρωτιέται γιατί δεν έρχεται η βροχή αφότου έκανε όλα τα ενδεδειγμένα τελετουργικά από το μάγο της φυλής (πιθανότατα κάποιον PUA της κακιάς ώρας). Με τη διαφορά ότι οι γυναίκες δεν είναι φυσικά φαινόμενα αλλά ζωντανοί άνθρωποι με δική τους βούληση.

Μεγαλώνοντας με την πατριαρχική υπόσχεση ότι οι γυναίκες θα παρακαλούν γονυπετείς για σχέση μαζί τους ενώ αυτοί θα θέλουν μόνο σεξ, αδυνατούν να καταλάβουν γιατί η δική τους θέληση για σχέση δεν εκπληρώνεται αυτόματα. Καποιος ξέχασε να τους πει (όχι οι φεμινίστριες βέβαια που το επαναλαμβάνουν συνεχώς) πως ο λόγος που οι γυναίκες ήθελαν διακαώς σχέσηη ήταν η αδυναμία τους να επιβιώσουν εντός της συγκεκριμένςη μορφής της πατριαρχίας με οποιδήποτε άλλο τρόπο.

Η ματαίωση που βιώνουν μετατρέπεται σε σε απελπισία, η απελπισία σε θυμό. Θυμό απέναντι στις σκύλες που έχουν δικές τους επιθυμίες και προτιμήσεις, που είναι ανεξάρτητα αυτόνομα άτομα που μπορούν να αξιολογούν καταστάσεις και αυτούς τους ίδιους. Θυμός που θα έπρεπε να στρέφεται ενάντια στα τεράστια πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα που προκαλεί το κράτος και ο καπιταλισμός, εκείνοι όμως προτιμούν να τον αναλώνουν σε όσες δεν αποδέχονται το δικό τους μικροαστικό όνειρο που επιτάσσει η ιδεολογία της οικογένειας να «χτίσουν κάτι όμορφο». Δηλαδή μη φανταστείτε κανέναν καλύτερο κόσμο, να εκεί, μια σχεσούλα ισα ίσα να έχουν κάποια να τους ακούει, να τους φορντίζει, να τους καθησυχάζει, να τους επιβεβαιώνει, να τους ικανοποιεί σεξουαλικά. Τι έχουν οι ίδιοι να προσφέρουν? Το ότι δεν είναι βιαστές και «σεξομανείς» -τόσο χαμηλά είναι ο πατριαρχικός πήχης για τους άντρες.

Το είδος αυτής της «εξομολόγησης» το βλέπουμε ξανά και ξανά και το κίνημα των incels παραμένει σε άνοδο. Η οργή τους συσσωρεύεται και γίνεται επικίνδυνη -συχνά δολοφονική. Πίσω από σχεδόν κάθε γυναικοκτονία κρύβεται η αδυναμία ενός άντρα να αποδεχτεί ότι μια γυναίκα ΑΠΛΑ ΔΕΝ ΤΟΝ ΓΟΥΣΤΑΡΕΙ (πια).

Η Μουτίδου απαντά στην Λατινοπούλου στην ίδια σεξιστική, πατριαρχική γλώσσα

Yπάρχουν γυναίκες που τρώνε καθημερινά τα σκατά της πατριαρχίας και της συνεχούς ανάκρισης τους σώματος τους από τα πρότυπα ομορφιάς και αντί να πολεμήσουν την πατριαρχια και τα πρότυπα αυτά επιλέγουν να επιτεθούν σε άλλες γυναίκες.

Αυτό ακριβώς κάνει η Μουτίδου σε ένα από τα τελευταία βίντεό της όπου απαντά στο χοντροφοβικό βίντεο της Λατινοπούλου. Αντί να υπερασπιστεί τα χοντρά σώματα γίνεται αμυντική (ούτε εμείς θέλουμε να είμαστε έτσι αλλά είμαστε άρρωστα) και επιλέγει να επιτεθεί στις γυναίκες που αντιθέτως πληρούν τα πρότυπα ομορφιάς με άκρως υποτιμητικούς όρους («πλαστικοποιημένες») κατασκευάζοντας μια εντελώς αξιοθρήνητη εικόνα για αυτές ως θλιβερές, δυσκοίλιες, με ψεύτικες ζωές και εν τέλει αγάμητες γιατί ποιος τις γαμάει αυτές με τέτοια ζωή που έχουν. Το σεξ και η αντρική αποδοχή δηλαδή ως μέσο επιβεβαίωσης της γυναικείας υποκειμενικότητας για άλλη μια φορά σε μια ανασκευή του κλασικού πατριαρχικού διπόλου cool girl με κιλά που όμως οι άντρες το γουστάρον για την προσωπικότητά της vs ξινισμένη χαζογκόμενα που οι άντρες θέλουν μόνο να την πηδήξουν ή ίσως ούτε καν αυτό.

Η Μουτίδου μπορεί όντως να βρίσκεται σε θέση άμυνας από τις συνεχείς πατριαρχικές αιχμές, αντί όμως να κάτσει να αποδομήσσει αυτό ακριβώς το σύστημα χρησιμοποιεί την ίδια την γλώσσα του για να υπερασπιστεί τον εαυτό της και τις γυναίκες σαν αυτή. Ως η αστή που είναι μάλιστα η εντελώς προς τη λάθος κατεύθυνση επιχειρηματολογία της βάλλει και τους ανώνυμους, άσημους λογαριασμούς στο twitter καθώς προφανώς μόνο όποια έχει γίνει πλούσια και δίασημη μέσα από τα συστημικά ΜΜΕ έχει δικαίωμα να έχει άποψη. Η διάγνωση της μάλιστα ότι πηγή είναι η αγαμία ή, ακόμα χειρότερα όπως λεεί, οι κακογαμημένες, είναι η καλύτερη απόδειξη ότι όχι μόνο δεν ξεφεύγει από την πατριαρχία αλλά πέφτει όλο και πιο βαθιά μέσα της.

Αυτό δυστυχώς συμβαίνει όταν πολλές γυναίκες εξαντλημένες από την συνεχή υποτίμηση του σώματος και ολοκληρης της ύπαρξή τους προσπαθούν να πάρουν μια ανάσα αυτοεκτίμησης καθοδηγούμενες από την ανταγωνιστικότητα προς άλλες γυναίκες σε έναν φαύλο κύκλο όπου οι μεν επιτίθενται στις δε ως το σωστό πρότυπο θηλυκότητας. Η παγίδα βρίσκεται ακριβώς ότι στην πατριαρχία καμία γυναίκα δεν νικάει επειδή είναι πανεύκολο από «cool girl» να γίνεις αγάμητο μπάζο και από γκομενάρα να μετατραπείς σε χαζογκόμενα με τρόπο που όλες τελικά οι γυναίκες μπορούν να κλέψουν στιγμιαία μια ψευδαίσθηση ανωτερότητας απέναντι στις άλλες χάνοντας την ευρύτερη εικόνα: ότι όλες τελικά κρινόμαστε με βάση την εμφάνισή μας και με κριτήριο την αντρική αποδοχή.

Μάχη σώμα με σώμα

Mατατζής ουρλιάζει προς αντεξουσιαστές «ελάτε αν είστε άντρες εδώ κοντα, σώμα με σώμα ρε π@@τ@νες, μην κρύβεστε».

Αν αγνοήσουμε την τεράστια ειρωνεία, δλδ ότι ένας πάνοπλος άντρας με όλο τον εξοπλισμό και την ασυλία που του δίνει το Κράτος να ασκεί βία ατιμώρητος μιλάει για μάχη «σώμα με σώμα» λες και θα ήταν ισότιμη, αυτό που ουσιαστικά βλέπουμε είναι η απέκδυση των συγκρούσεων από κάθε πολιτική ιδεολογία και η προσπάθεια αντικατάστασης της από την πατριαρχική ιδεολογία: τις αξίες τις αρρενωπότητας, της σωματικής δύναμης, της «ανδρείας».

Η απο-πολιτικοποιηση των συγκρούσεων με τις δυναμεις καταστολής είναι ακριβώς αυτό που επιθυμεί και το ίδιο το Κράτος έτσι ώστε να τις πλασάρει στους νοικοκυραίους ως απλά «μπάχαλα» κάποιων θρασύδειλών περιθωριακών που θέλουν να εκτονώσουν την ματσίλα τους. Δεν ξέρω αν ο συγκεκριμένος ματατζής φαντασιωνόταν τον Έκτορα να βγει από τις πύλες της Τροίας και να του προτείνει να λύσουν με μια μονομαχία απαξ και δια παντός τον πόλεμο του κόσμου του αγώνα με το Κράτος, οι πατριαρχικές αριστοκρατικές ονειρώξεις που μας δίδαξαν στο σχολείο με την Ιλιάδα ανήκουν ευτυχώς σε άλλες εποχές

Στις πατριαρχικές αξίες της μάχης σωμα με σώμα ο κόσμος του αγώνα προτάσσει τη συλλογική δύναμη που βρίσκεται στους αριθμούς των καταπιεσμένων, στην οργανωμένη δύναμη του Κράτους και του Κεφαλαίου προτάσσει τον ανταρτοπόλεμο.

Και επειδη το θέμα έχει κουκουλωθεί (pun intended) επιμελώς απο τα ΜΜΕ, οι συγκρούσεις έγιναν συγκεκριμένα για τον απεργο πείνας Γ. Μιχαηλίδη που διεκδικεί την αποφυλακισή του έχοντας συμπληρώσει όλες τις τυπικές προυποθέσεις γι αυτήν.

Caring too much. That’s the curse of women

Οι γυναίκες μιλάνε πολύ για τις σχέσεις τους -όχι μονο τις ερωτικές. Οι γυναίκες μιλάνε πολύ για τους άντρες της ζωή τους. Προσπαθούν να τους καταλάβουν, να τους δικαιολογήσουν, να μπουν στη θέση τους, να τους αναλύσουν, να εντοπίσουν κάποιο τραύμα που τους οδήγησε σε αυτή ή εκείνη τη συμπεριφορά. Όταν μιλάμε με τις φίλες μας για έναν άντρα που δε μας συμπεριφέρεται με τον καλύτερο τρόπο, είναι πολύ πιθανό κι αυτές να μπουν στη διαδικασία να τον καταλάβουν -σπάνια θα σου πουν ένα σκέτο «παράτα τον μαλάκα, μην ασχολείσαι», όπως πολύ συχνά θα μας πουν άντρες φίλοι μας. Αυτοί δεν είναι μια καθολική αλήθεια, είναι όμως μια γενική τάση.


Ακόμα και εντός του φεμινισμού παρατηρείται η τάση οι φεμινίστριες να μπαίνουν συχνά στη θέση των αντρών, να τους βλέπουν με συμπόνια και να τους λυπούνται για τη θέση (την ανώτερα ιεραρχικά θέση οφείλω να πω) στην οποία τους βάζει η πατριαρχία. Συχνά μάλιστα φτάνουν στο συμπέρασμα ότι οι άντρες καταπιέζονται όσο και οι γυναίκες από ένα σύστημα που εντελώς συμπτωματικά θεωρεί τους άντρες ως το οικουμενικό, καθολικό υποκείμενο και τις γυναίκες ως απλά ένα συμπλήρωμα, ένα βοήθημα. Οι γυναίκες -και καλά κάνουν- συμπεριλαμβάνουν και τους άντρες στους αγώνες τους και τα προτάγματά τους (πάντα θα φροντίσουν να πουν ότι και οι άντρες βιάζονται ή κακοποιούνται) την ίδια ώρα που οι άντρες δεν τις περιλαμβάνουν στον ίδιο βαθμό στους αγώνες που τους αφορούν. Γιατί συμβαίνει αυτό; Είναι επειδή οι γυναίκες είναι καλύτεροι άνθρωποι από τους άντρες?


Στο άρθρο του με τίτλο «Η κατάρα της εργατικής τάξης είναι ότι νοιάζεται υπερβολικά» ο ανθρωπολόγος D. Graeber, προσπαθώντας να ερμηνεύσει γιατί οι άνθρωποι στους δρόμους δεν εξεγείρονται, παρατηρεί:


«Οι φεμινίστριες έχουν από καιρό επισημάνει ότι όσοι βρίσκονται στο κάτω μέρος κάθε άνισης κοινωνικής διευθέτησης τείνουν να σκέφτονται, και επομένως να νοιάζονται για αυτούς που βρίσκονται στην κορυφή περισσότερο από ό,τι εκείνοι που βρίσκονται στην κορυφή τους σκέφτονται ή τους νοιάζονται. Οι γυναίκες παντού τείνουν να σκέφτονται και να ξέρουν περισσότερα για τις ζωές των ανδρών από ότι οι άνδρες για τις γυναίκες, όπως οι μαύροι γνωρίζουν περισσότερα για τους λευκούς, οι εργαζόμενοι για τους εργοδότες και οι φτωχοί για τους πλούσιους.


Και επειδή οι άνθρωποι είναι πλάσματα με ενσυναίσθηση, η γνώση οδηγεί στη συμπόνια. Οι πλούσιοι και ισχυροί, εν τω μεταξύ, μπορούν να συνεχίζουν να αγνοούν και να αδιαφορούν για τους από κάτω, επειδή μπορούν να το αντέξουν οικονομικά. Πολλές ψυχολογικές μελέτες το επιβεβαίωσαν πρόσφατα. Όσοι γεννιούνται από οικογένειες της εργατικής τάξης έχουν πάντα πολύ καλύτερα αποτελέσματα στα τεστ εκτίμησης των συναισθημάτων των άλλων από ό,τι οι γόνοι των πλουσίων ή των επαγγελματιών. Κατά κάποιο τρόπο δεν προκαλεί έκπληξη. Σε τελική ανάλυση, αυτό είναι που σημαίνει σε μεγάλο βαθμό το να είσαι «ισχυρός»: να μην χρειάζεται να δίνεις μεγάλη προσοχή σε αυτά που σκέφτονται και αισθάνονται οι γύρω σου. Οι ισχυροί προσλαμβάνουν άλλους για να το κάνουν αυτό για αυτούς.»


Ο Graeber εφαρμόζει αυτη τη γενική αλήθεια και στην εργατική τάξη, η οποία ισχυρίζεται ότι περισσότερο και από τη δουλειά στα εργοστάσια ασχολείται με την συναισθηματική εργασία και την φροντίδα άλλων ανθρώπων. Καλλιεργώντας την ενσυναισθησή της στη συνέχεια αντί να την μετατρέψει σε αλληλεγγύη για την κοινότητά της και το σύνολο της εργατικής τάξης την στρέφει σε γενικές και αφηρημένες ιδέες όπως «τα εγγόνια μας» και «το έθνος». Με λίγα λόγια, οι καταπιεσμένοι προσπαθώντας να συμπεριλάβουν τους πάντες στους αγώνες τους ξεχνάνε τον εαυτό τους και κάπως έτσι η συστημική καταπίεση διαιωνίζεται. Αυτό φυσικά δεν είναι ένα κάλεσμα να γίνουμε όλοι και όλες πιο εγωιστές και εγωίστριες αλλά μια υπενθύμιση ότι τα καταπιεσμένα υποκείμενα συχνά ξεχνάνε ότι είναι καταπιεσμένα από την πολλή φροντίδα για τους καταπιεστές τους.

Γιατί Φεμινισμός χωρίς αγώνα αντικρατικό και αντικαπιταλιστικό είναι ανώφελος

Η επίθεση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ στο δικαίωμα της αυτοδιάθεσης των εγκύων και η πορεία της υπόθεσης της Γεωργίας, ίσως ρίξει περισσότερο φως για ός@ αρνούνται να καταλάβουν γιατί ο φεμινισμός χωρίς αγώνα αντικρατικό και αντικαπιταλιστικό είναι ανώφελος. Το θέμα δεν είναι αν το Κράτος θα επιτρέπει ή θα απαγορεύει τις εκτρώσεις, το θέμα είναι ότι δε θα έπρεπε να έχει λόγο. Οι συσχετισμοί των δυνάμεων και οι ανάγκες του καπιταλισμού μπορεί να αλλάζουν από καιρό σε καιρό, ας μην επαναπαυόμαστε λοιπόν όταν το κράτος μεγαλόψυχα αποφασίζει να μας επιτρέψει τις εκτρώσεις. Κι ας μην επαναπαυόμαστε ουτε με την δήθεν επιτυχία του #Metoo όταν αυτό σκοντάφτει πάνω στη δύναμη του κεφαλαίου και την ισχύ μεγαλοεπιχειρηματιών και αρκείται σε μερικές συμβολικές θυσίες επιφανών αντρών.

Το καλύτερο που μπορούμε να ελπίζουμε από το Kράτος με τον φεμινισμό εντός του καπιταλισμού είναι καμία άδεια περιόδου -κάτι που χαιρετίστηκε με ενθουσιασμό όταν πέρασε πριν λίγες βδομάδες στην Ισπανία. Επειδή εγώ είμαι λίγο καχύποπτη όμως δεν το βλέπω σαν φεμινιστική νίκη αλλά σαν κάτι που παραχωρεί ο καπιταλισμός ίσα ίσα για να γίνουμε πιο αποδοτικές και παραγωγικές εργαζόμενες για να υπηρετήσουμε καλύτερα τις ανάγκες του. Θα έπρεπε άλλωστε να ήταν γνωστό από τις αναρρωτικές άδειες που δικαιούμαστε έτσι κι αλλιώς πως ακόμα κι αυτές επαφίενται στην μεγαλοψυχία του εργοδότη μας και ότι κανένας ποτέ δεν πρόκοψε στην ιεραρχία παίρνοντας όλες τις άδεις που δικαιούται αφού ο χώρος εργασίας είναι ένα θέατρο όπου συνεχώς πρέπει να πλειοδοτούμε με τον χρόνο μας ακόμα και μετά το πέρασμα του 8ώρου.

Αλήθεια, προχθές η κυβέρνηση πέρασε νέα αναθεώρηση του ποινικού κώδικα όπου μαζί με την διεύρυνση του αντιτρομοκρατικού νόμου ώστε να ποινικοποιείται… ακόμα και η σκέψη πέταξε και ένα άρθρο σχετικό με το revenge porn. Δεν είναι η πρώτη φορά φυσικά που η κυβέρνηση πετάει για ξεκάρφωμα ένα τυράκι στις φεμινίστριες μαζί με τους πιο δυστοπικούς του νομους -κάτι τέτοιο δεν έκανε και με το νόμο Χατζηδάκη όπου πέρασε μαζί και κάτι σχετικό με την σεξουαλική παρενόχληση στο χώρο εργασίας? Το καλό μας το κράτος θα μας προστατέψει τάχα από την διαρροή προσωπικών φωτογραφιών -αν φυσικά έχουμε αρκετό κουράγιο και χρήματα να το κυνηγήσουμε με κίνδυνο να ξεφτιλιστούμε και να εξοντωθούμε οικονομικά- αλλά θα μας τιμωρήσει αν υποστηρίξουμε την κατάλυση του κάπως εριστικά. Ωραίο το κολπάκι για να κλείνει τα στόματα – Αν έχεις αντίρρηση στους νομους του ΜΗΠΩΣ ΑΠΛΑ ΜΙΣΕΙΣ ΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ?

Τα κόκαλα που πετάει το Κράτος στις φεμινίστριες αναζητώντας νέες συμμάχους του καπιταλισμού δεν θα έπρεπε να επαρκούν. Οι ΗΠΑ θα πρέπει να λειτουργούν ως cautionary tale για όσες πίστεψαν ποτέ ότι η άνοδος του φεμινιστικού κινήματος μπορεί να πετύχει την απελευθέρωση μας εντός του καπιταλισμού.

O Ρόλος του Απουσιολόγου

Θυμάστε στο σχολείο που ο μαθητής με τον καλύτερο μέσο όρο γινόταν απουσιολόγος και έπρεπε να παίρνει τα κλειδιά και το απουσιολογιο, να ανοίγει την τάξη και κάθε ώρα να παίρνει απουσίες? Ναι, what the fuck was that about? Το λέω ως κάποια που ήταν απουσιολόγος σε όλο το Γυμνάσιο και το Λύκειο.

Η αίσθησή μου πλέον είναι ο ρόλος του απουσιολόγου αποτελεί μια από νωρίς εξοικείωση με τις ιεραρχίες και την επίβλεψη του καπιταλισμου. Η επίβλεψη και καταγραφή των απόντων δημιουργεί ένα φουκωικό πανοπτικό όπου οι μαθητές παρουσιάζονται για να μην πάρουν απουσία. Το ότι η πράξη αυτή καταγραφής γίνεται από τους ίδιους τους μαθητές και μάλιστα ως «επιβράβευση» για τις καλές τους επιδόσεις, λες και θέλει τρομερές ικανότητες στην έκθεση ή τα μαθηματικά για να συμπληρώσεις την ημερομηνία ή τα στοιχεία των μαθητών, είναι ένα κόλπο που δημιουργεί ιεραρχίες και διασπά τους μαθητές σε «καλούς» και «κακούς», κάνοντας ευθύνη των πρώτων να συνετίζουν και να επιβλέπουν τους δεύτερους στο όνομα της νομιμοφροσύνης και της αξιοκρατίας. Η «αριστεία» έτσι συνδέεται αναπόφευκτα με μία αίσθηση εξουσίας πάνω στους άλλους -με τον ίδιο τρόπο που ο ρόλος του σημαιοφορου συνδέει την «αριστεία» με τον εθνικισμό.

Το έργο του απουσιολόγου είναι παρόμοιο με αυτόν του προϊσταμένου, του αρχιεργάτη ή τέλοσπάντων αυτού που ενώ προέρχεται από τις τάξεις των εργατών/εργαζόμενων επιβραβεύεται ηθικά -συνήθως ούτε καν οικονομικά- για να επιβλέπει τους υπόλοιπους. Δεν λέω ότι ο απουσιολόγος είναι ακριβώς ρουφιάνος, δεν είναι αυτός που εθελοντικά θα τα κάνει πλακάκια με το αφεντικό πληροφορώντας τον ποιος άργησε το πρωί ή ποιος έκανε ένα λίγο μεγαλύτερο διάλειμμα. Ο ρόλος του αποσοσιολόγου είναι περισσότερο ποσοτικοποιησμένος και τυποποιημένος, στηρίζεται σε αυτή τη διαρκή καταμέτρηση και ποσοτικοποίηση καθώς και την συνεχή επίβλεψη και πειθαρχία που διακρίνει το νεοφιλελεύθερο μοντέλο διαχείρισης.

«Μα δε θα πρέπει να περνούν τις τάξεις άτομα που έχουν χάσει πολλά μαθήματα, οι απουσίες έιναι ένα αναγκαίο κακό» θα μου πείτε. Debatable, καθώς εγώ σε κάποια τάξη όντως ξεπέρασα το όρια και δεν είχε καμία επίπτωση στις επιδόσεις μου, αλλά το θέμα είναι γιατί θα πρέπει την εργασία αυτή να την επιτελεί η καλύτερη μαθήτρια και όχι πχ ο ίδιος ο καθηγητής ή εκ περιτροπής όλοι οι μαθητές? Είναι ακριβώς γιατί αυτός που την διεκπεραιώνει θα πρέπει να μάθει να διακατέχεται από μια αίσθηση υπεροχής αλλά και καθήκοντος. Γιατί πρέπει οι μαθητές να μάθουν ότι διαχωρίζονται μεταξύ τους ακριβώς όπως αύριο μεθαύριο στον χώρο εργασίας θα μάθουν ότι η κατ’ονομα προαγωγούλα μέσα από έναν διαφορετικό τίτλο που συνοδεύεται από μια πενιχρή ή και ανύπαρκτη αυξησούλα τους καθιστά ιεραρχικά ανώτερους και άρα υπεύθυνους για τους υφισταμένους τους -ή, όπως το λέει και Το Σφάλμα «Σκύβεις για γαμημένες τρεις κι εξήντα Μπας και γίνεις προϊστάμενος για τρεις και εβδομήντα». Είναι λίγο ειρωνικό πάντως που στην περίπτωση του αποσιολογου η μοναδική επιβράβευσή σου είναι απλά περισσότερα καθήκοντα εις βάρος του δικού σου χρόνου, σαν η ικανοποίηση να είναι κατά βάση ηθική.

Δεν εννοώ φυσικά ότι οι απουσιολόγοι είναι κακοί άνθρωποι. Ο καπιταλισμός και η νεωτερικότητα άλλωστε δεν στηρίζοντι στην κακία και την μνησιακία αλλά σε τέτοιους άχαρους γραφειοκρατικούς ρόλους. Δεν ειναι τυχαίο όμως που στο γραφείο αποκαλούμε ειρωνικά «απουσιολόγο» την συνάδελφο εκείνη που έρχεται πρώτη, φεύγει τελευταία και πάντα παρατηρεί δήθεν αθώα όταν κάποιο αργήσει λίγο παραπάνω.

Why I hate work -and everyone who tries to convince me this is not natural

“Why I hate work -and everyone who tries to convince me that’s not normal

Lately I’ve been feeling shocked by the reactions of those who feel shocked when I say that I don’t want to work. They act almost as though I’m insulting them personally, as though I’m raising a prohibited subject, as though my words have the power to summon dark forces. No, no, they say reassuringly, you don’t hate work, you just hate your job. Maybe if you change your profession, company, organisation, department, industry, country, continent, you’ll find something that suits you better. And then you’ll enjoy working.

But my job is fine, one of the best jobs I could possibly find. I just hate working, I insist. It’s usually at that moment when they start looking at me with suspicion and ask me: “So what would you like to do, just sit around all day?” And, look, I’m not going to hide it. YES! I would love to sit around all day -if “sitting around” means that I could rest, sleep as much as I need to, spend time with people I love, read, write, socialise, concern myself and be involved with politics.

None of this moves them, though. For them, work is something good, something that completes you, something that you have to do for the common good and anyone who doesn’t love work is morally suspicious. After all, sloth is one of the seven deadly sins, which is a huge victory for the bosses lobby, who are usually the ones who work the least as they have others working for them.

Work in capitalism is seen as something inherently good or, at the very least, as a necessary evil in order to achieve collective prosperity. The irony is that a large percentage of jobs has actually nothing to do with the common good but instead with helping companies make larger profits and perpetuates the system. Many positions are what Graber calls “bullshit jobs” (https://www.vox.com/…/bullshit-jobs-book-david-graeber… ), that is, unnecessary jobs that have absolutely no point and seem to have been invented solely to keep us busy. But for some reason, it’s considered better for society to have one of these stupid jobs than to have none at all.

It is sad, however, to see even anticapitalists endorsing labour ethics as though labour is something that builds character. A communist friend of mine, whom I particularly respect, asked me last year (when I was not working and was literally having the best year of my life) “Aren’t you afraid of getting depressed?!” ignoring the huge rates of depression due to stress or disdain within the workplace. Behind the question, however, lurked a moral judgement, perhaps a bit of envy too (a “ressentiment”) in a way that was provoking me to feel remorse that I could survive without a job. Well, here you go, now I have a job. Now I wake up at 7.30 every morning, spend an hour to get to work and, once I arrive, stoically wait for 8 hours to pass, even when I have absolutely nothing to do, so that I can arrive back home exhausted, hungry, drowsy. Are you satisfied? Am I a better person now? Do you respect me more? Ancient Greeks believed the exact opposite, by the way: they had no appreciation for work, especially manual labour. Socrates said that labourers become bad friends and bad citizens because they do not have time to fulfil the responsibilities of friendship and citizenship.

If a large percentage of depression is due to work, an equally large percentage is caused by unemployment. But not (as supporters of work ethics would have us believe) as a result of the boredom that can be caused when you have every day for yourself, but because of the stress of unpaid bills as well as the collective devaluation of unemployed people as FAILURES. The concept of success, after all, is subtextually identified with the concept of professional success.

I am so disgusted with this definition of ourselves by work that not only do I not ask new acquaintances if and where they work, but I also avoid answering when others ask me. My job doesn’t define me and, in fact, I feel it makes me seem rather boring. It’s literally the least important, least interesting thing I do all week. When asked what it is that I do, I prefer to say “memes and feminism”.

Of course it could be that I’m using anticapitalist discourse as a pretext to cover my laziness. Maybe I’m one of those who would rather be societal parasites feeding on unemployment benefits without doing anything at all and adopt communist or anarchist ideologies in order to rationalise their laziness. But have you seen anarchists organise financial support parties by volunteering work and endless hours of their lives? If you’ve ever wondered “But who will pick up the rubbish” if the threat of starvation and unpaid bills can’t be used as motivation for doing these unpleasant tasks, your answer may be there: in those who take turns working at the bar, carrying stuff, picking up rubbish without coercion, simply for the benefit of the community they have entered into voluntarily. Proof that things can be done without them being “our job”.

It’s possible, of course, that I’m just really lazy and I’d rather just spend daddy’s money. It is well known that I’m too bored to even proofread and edit my own texts. However, I write consistently and maintain a facebook page and website which I update regularly for the past 7 years, having more followers and better engagement than professional electronic media. If I did the exact same thing for a company that paid me, that would be a job. But now I do it as a hobby and that’s obviously not enough to wash away the stigma of laziness on me, even though I put the same, if not more, amount of energy.

In order to not be considered lazy, my effort should produce profit for a company within capitalism, someone should reap the surplus value of my work and neoliberalism should absorb every ounce of joy and spontaneity in me. Alternatively, I would have to show “entrepreneurship spirit” and find a way to turn followers into potential consumers and make money from ads. In this respect, however, it’s somewhat ironic to be called lazy on my own page by people who’ve landed there precisely because of my hard work.

So many people suffer and hate their jobs, so many people look forward to their days off so that they can feel like themselves again, so many people hate Sundays because they remind them of what they’re missing out on, so many people get literally sick from stress, ruin their backs and get killed in work-related accidents. Why, then, are there so many who admonish me when I insist that I don’t want a better job and I’m only happy when I’m not working? Well, because they fail to accept that they are wasting their lives in exchange for the bones capitalism throws at them. Because they have convinced themselves that their work is really worth their time, energy and health, if they’re able to consume a bit more in their free time. We consider it a good deal, 5 days of work in exchange for a fancy outing on Saturday night, 4 weeks of work in exchange for a weekend on an island, when our lives could be made so that we wouldn’t have such a desperate need for a vacation.

Of course our free time is much less than promised, starting as early as school. Eight hours of work, eight hours of sleep, eight hours of fun, they triumphantly inform us we’ve earned . But in the classic anti-work text “Abolition of Labor” (https://theanarchistlibrary.org/…/bob-black-the…/), B. Black observes: “The only thing “free” about so-called free time is that it doesn’t cost the boss anything. Free time is mostly devoted to getting ready for work, going to work, returning from work, and recovering from work. Free time is a euphemism for the peculiar way labor, as a factor of production, not only transports itself at its own expense to and from the workplace, but assumes primary responsibility for its own maintenance and repair. Coal and steel don’t do that. Lathes and typewriters don’t do that.”

That work is a necessity for our survival in capitalism is its basic condition -which is why we’re talking about “wage slavery”. But there’s something very perverted when we’re called to declare our love for this slavery, to demonstrate our servitude even when our boss is not present. Our attachment to the glorification of work is simply slavery with extra steps.”